Απόδοση στα ελληνικά: Φως Φαναρίου
Στις 8 Δεκεμβρίου 2025 πραγματοποιήθηκε ημερίδα από την «Οικουμενική Έδρα Κιάρα Λιούμπισιτς–Αθηναγόρας Α΄», η οποία έχει ιδρυθεί στο Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Sophia στο Λοππιάνο (Φλωρεντία). Σκοπός της ημερίδας ήταν να τιμηθεί η εξηκοστή επέτειος ενός γεγονότος υψίστης σημασίας για τις σχέσεις μεταξύ Καθολικών και Ορθοδόξων. Στην ημερίδα μίλησαν οι δύο θεολόγοι συν-κάτοχοι της έδρας: ο Πρύτανης του Ινστιτούτου, καθηγητής Declan O’Byrne, και ο Μητροπολίτης Σηλυβρίας Μάξιμος, εξέχουσα προσωπικότητα του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.
1965-2025: Η Άρση των Αναθεμάτων ήταν ο τίτλος της ημερίδας που ήταν αφιερωμένη στην εξηκοστή επέτειο της άρσεως των αμοιβαίων αναθεμάτων μεταξύ της Εκκλησίας της Ρώμης και του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, γεγονός που πραγματοποιήθηκε στις 7 Δεκεμβρίου 1965, κατά την ημέρα λήξεως της Β ‘ Συνόδου του Βατικανού, με δύο ταυτόχρονες τελετές στην Κωνσταντινούπολη και στη Ρώμη.
Η εκδήλωση εστίασε στη «μνήμη της αδιαιρέτου Εκκλησίας της πρώτης χιλιετηρίδας», ένα «προφητικό γεγονός» που άνοιξε νέα οδό συμφιλιώσεως και διαλόγου μεταξύ των αδελφών Εκκλησιών. Οι συμμετέχοντες ανέλυσαν τη σημασία του Συμβόλου της Πίστεως Νικαίας–Κωνσταντινουπόλεως ως του ισχυρότερου δεσμού της οικουμενικής ενότητος, το οποίο, αν και κοινώς αποδεκτό, αναδεικνύει το παράδοξο της διαρκούς ευχαριστιακής διαιρέσεως.
Συζητήθηκε η ανάγκη αντιμετωπίσεως των δογματικών ζητημάτων, όπως το πρωτείο και η συνοδικότητα, εντός μιας αποκαταστημένης κοινωνίας, και όχι ως εμποδίων στην πραγμάτωσή της. Τα επίσημα μηνύματα, μεταξύ των οποίων εκείνα του πάπα Λέοντος ΙΔ΄ και του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου Α΄, προέτρεψαν να εφαρμοστούν πλήρως οι εκκλησιαστικές και κανονικές συνέπειες της δηλώσεως του 1965, με την εξάλειψη και των εναπομενουσών πολεμικών διατυπώσεων.
Τονίσθηκε ο ρόλος του διαλόγου αγάπης και φιλανθρωπίας – όπως αυτός ενσαρκώθηκε στη φιλία μεταξύ του Αθηναγόρα Α΄ και της Κιάρα Λιούμπιχ– ο οποίος προηγείται και προετοιμάζει την θεολογική πρόοδο, με την προοπτική ότι η ενότητα αποτελεί δώρο του Θεού, το οποίο καλείται να διακρίνεται με θεολογική σαφήνεια και εκκλησιακές αρετές.
Τα Μηνύματα
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος Α΄ υπενθύμισε ότι το έτος αυτό χαρακτηρίστηκε από γεγονότα οικουμενικού χαρακτήρος, αντανακλώντα την «μνήμη της αδιαιρέτου Εκκλησίας του πρώτου χιλιετηρίδας», όπως η κοινή εορτή του Πάσχα στις 20 Απριλίου. Μετά την κοίμηση του πάπα Φραγκίσκου, την επομένη του Πάσχα, ο νέος πάπας Λέων ΙΔ΄ – κατά τούς λόγους του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως – συνέχισε την οικουμενική προσπάθεια, ιδιαιτέρως επ’ ευκαιρία της 1700ής επετείου της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου της Νικαίας. Το αποκορύφωμα υπήρξε η υπογραφή κοινής δηλώσεως με τον Πατριάρχη, η οποία ανανέωσε «την κοινή μας δέσμευση στον διάλογο αγάπης και αληθείας». Την εξηκοστή επέτειο της άρσεως των αναθεμάτων του 1965 ο Βαρθολομαίος Α΄ χαρακτήρισε «πράξη μνημειώδη».

Η Μαργαρίτα Κάρραμ, πρόεδρος του Κινήματος των Φοκολάρι, απηύθυνε χαιρετισμό στους συμμετέχοντες, επαινώντας την πρωτοβουλία της Οικουμενικής Έδρας στο Ινστιτούτο «Sophia». Το μήνυμά της ανέδειξε την πλούσια κληρονομιά «αγάπης και συγχωρήσεως» εκείνης της πράξεως, η οποία άνοιξε νέο κεφάλαιο στις σχέσεις των Εκκλησιών. Προσκάλεσε να προετοιμαστούμε για το «θαύμα της ενότητος», όπως είχε προφητεύσει ο Πατριάρχης Αθηναγόρας Α’: «Η ένωση θα πραγματοποιηθεί. Θα είναι θαύμα. Πότε; Δεν το γνωρίζουμε. Αλλά πρέπει να προετοιμασθούμε». Το Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Sophia λειτουργεί ως όργανο προετοιμασίας για τούτο το κοσμοϊστορικό γεγονός. Αν και πολλά μένουν να γίνουν, η Κάρραμ ευχαρίστησε τον Θεό διότι «βρισκόμεθα καθ’ οδόν», επικαλουμένη το Άγιο Πνεύμα.
Ο πάπας Λέων ΙΔ΄ απευθύνθηκε στο Συμπόσιο μέσω μηνύματος γραμμένο από τον καρδινάλιο Πιέτρο Παρολίν, Γραμματέα του Κράτους. Εξ ονόματος του Λέοντος ΙΔ΄, εχαιρέτισε την ημερίδα χαρακτηρίζοντάς την «ιστορική πράξη που άνοιξε οδό συμφιλιώσεως». Αναγνωρίζεται ότι η οικουμενική πρόοδος εκκαθάρισε «την μνήμη των γεγονότων του 1054», αλλά τίθεται το κρίσιμο ερώτημα εάν «έφθασε η ώρα να εφαρμοσθούν πλήρως τα εκκλησιαστικά και κανονικά αποτελέσματα της δηλώσεως». Προς τούτο, ευχήθηκε να εξαλειφθούν οριστικώς οι «μη πλέον αρμόζουσες» ορολογίες, όπως «αιρετικοί» ή «σχισματικοί», και να αναγνωρισθεί αμοιβαίως η πλήρης εκκλησιαστική φύσις και η εγκυρότης των μυστηρίων. Ενεθάρρυνε δε τους συμμετέχοντες να προτείνουν «νέα συγκεκριμένα βήματα που μπορούμε να κανουμε από κοινού».
Ιδιαιτέρως ευπρόσδεκτη υπήρξε η διαδικτυακή παρέμβαση του πρώτου πρυτάνεως του Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου Sophia, του Πανοσιολ. Πιέρο Κόντα, ο οποίος εχαιρέτισε τους συνέδρους, υπογραμμίζοντας την «σημαντική συνάφεια» μεταξύ του έργου της Οικουμενικής Έδρας και της προσφάτου συναντήσεως του πάπα Λέοντος με τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο, επ’ ευκαιρία της επετείου της Συνόδου της Νικαίας. Το γεγονός της άρσεως των αφορισμών του 1965 χαρακτηρίζεται ως έκφρασις εκείνης της αμοιβαίας φιλίας (philia), η οποία είχε ήδη φανερωθεί στο «σχεδόν εκστατικό» αδελφικό εναγκαλισμό μεταξύ Παύλου ΣΤ΄ και Αθηναγόρα Α΄ στα Ιεροσόλυμα. Το προφητικό εκείνο γεγονός υποδεικνύει τον «ιδιάζοντα τρόπο» της πορείας προς την ενότητα, δηλαδή κίνησιν του ιδίου του Θεού, ο Οποίος ζητεί την συγκατάθεσή μας, ώστε να «ζήσουμε εκ νέου εντός της πλήρους κοινωνίας». Σκοπός είναι, διά της ενότητας, να γνωρίσει ο κόσμος την αγάπη του Πατρός, όπως εζήτησε ο Χριστός.

Η Εισαγωγική Εισήγηση
Την εισαγωγική εισήγηση πραγματοποίησε η Σάντρα Φερέιρα Ριμπέιρο, συνυπεύθυνη του Κέντρου για τον οικουμενικό διάλογο του Κινήματος των Φοκολάρι. Παρουσίασε τα ιστορικά προηγούμενα που οδήγησαν στην άρση των αφορισμών του 1965 και στη συνάντηση μεταξύ Παύλου ΣΤ΄ και Αθηναγόρα. Ανέφερε ότι «Η ημερίδα τιμά τα 60 χρόνια από την άρση των αναθεμάτων μεταξύ Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως στις 7 Δεκεμβρίου 1965, γεγονός μεγάλης ιστορικής, πνευματικής και θεολογικής σημασίας», και ότι τα προηγούμενα ανάγονται στους αμοιβαίους αφορισμούς του Ιουλίου 1054 μεταξύ του Καρδιναλίου Ουμβέρτου ντα Σίλβα Καντίντα και του Πατριάρχου Μιχαήλ Κηρουλάριου.
Αν και εκείνοι οι αφορισμοί στερούντο νομικής ισχύος, τροφοδότησαν την αυξανόμενη εχθρότητα, η οποία εμβαθύνθηκε από μεταγενέστερα γεγονότα, όπως η λεηλασία της Κωνσταντινουπόλεως το 1204 κατά την Δ΄ Σταυροφορία και οι αποτυχημένες προσπάθειες συμφιλιώσεως σε συνόδους. Η καμπή, υπενθύμισε η εισηγήτρια, επήλθε με το πατριαρχικό όραμα του Αθηναγόρα Α΄ και το παπικό έργο του Παύλου ΣΤ΄. Η ιστορική τους συνάντηση στα Ιεροσόλυμα στις 5 Ιανουαρίου 1964 υπήρξε η πρώτη μετά τη Σύνοδο της Φλωρεντίας και εσυμβόλισε μία κοπερνίκεια επανάσταση στον οικουμενισμό: όχι πλέον επιστροφή της μιας Εκκλησίας στην άλλη, αλλά όλων στον Χριστό.
Μετά την συνάντηση αυτή, στις 7 Δεκεμβρίου 1965, πάπας και πατριάρχης ήραν συγχρόνως τους αφορισμούς του 1054, πράξη που άνοιξε την οδό για τον μελλοντικό διάλογο. Δέκα χρόνια αργότερα, το 1975, η ταπεινή χειρονομία του Παύλου ΣΤ΄ να ασπασθεί τα πόδια της αντιπροσωπείας του Πατριάρχου Δημητρίου Α΄ εσήμανε ένα ακόμη προφητικό βήμα.
Σήμερα, υπογραμμίζεται η ανάγκη μιας «οικουμενικής πνευματικότητος» κοινής, με την προτροπή προς όλους τους πιστούς – όπως εκφράσθηκε στην Κοινή Δήλωση που υπεγράφη από τον πάπα Λέοντα και τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο – να υποδεχθούν τους οικουμενικούς καρπούς για την συνεχή τους αύξηση.

Η εισήγηση του Μητροπολίτου Σηλυβρίας Μαξίμου
Πρώτος έλαβε τον λόγο ο Μητροπολίτης Μάξιμος, ο οποίος ανέλυσε το Κείμενο της Αλεξανδρείας (2023), το οποίο εγκρίθηκε από τη Μικτή Επιτροπή του Διαλόγου μεταξύ Καθολικής και Ορθόδοξης Εκκλησίας και είναι επικεντρωμένο στη σχέση μεταξύ πρωτείου και συνοδικότητος κατά τη δεύτερη χιλιετία , θέμα κεντρικό για την επιδιωκομένη ενότητα των Εκκλησιών. Το Κείμενο, κυρίως ιστορικού χαρακτήρος, αποσκοπεί στην κοινή ανάγνωση της ιστορίας της δευτερης χιλιετίας και στην «κάθαρση της μνήμης» και τονίζει ότι «η ευχαριστιακή εκκλησιολογία της κοινωνίας είναι το κλειδί» για την κατανόηση τόσο του πρωτείου όσο και της συνοδικότητος. Τονίζει δε ότι οι δύο αυτές πραγματικότητες είναι «αλληλένδετες, συμπληρωματικές και αχώριστες» και ουδέποτε εγκαταλείφθηκαν από καμία πλευρά. Απορρίπτεται, συνεπώς, η πυραμιδική αντίληψη και η έννοια του «μοναρχικού πρωτείου», καθώς και ένας «εξισωτικός συνοδισμός».
Το Κείμενο επισημαίνει ότι η διδασκαλία της Α΄ Βατικανής Συνόδου περί του πρωτείου δικαιοδοσίας και του παπικού αλαθήτου «δεν δύναται να γίνει αποδεκτή από την Ορθόδοξη Εκκλησία», διότι συσκοτίζει την καθολικότητα της τοπικής Εκκλησίας. Παρατηρείται, ωστόσο, ότι η συνοδικότης δεν είναι «απλώς συμβουλευτική» για τους Ρωμαιοκαθολικούς, ούτε το πρωτείο «απλό πρωτείο τιμής» για τους Ορθοδόξους, αν και παραμένουν διαφορές, όπως ο ρόλος του πάπα στην επικύρωση των συνοδικών αποφάσεων. Εν κατακλείδι, ο Μητροπολίτης Μάξιμος τόνισε ότι τα διδάγματα που αντλήθηκαν από το κείμενο ανοίγουν «δρόμους και θετικές προοπτικές για το μέλλον», προς μία αυθεντικότερη κατανόηση του πρωτείου και της συνοδικότητος στο πλαίσιο της εκκλησιολογίας της κοινωνίας.

Η Εισήγηση του Πρυτάνεως Declan O’Byrne
Η αναφορά στην 1700ή επέτειο της Συνόδου της Νικαίας θέτει το κρίσιμο ερώτημα: εάν διαφορετικοί χριστιανοί ομολογούν από κοινού το Σύμβολο της Πίστεως Νικαίας–Κωνσταντινουπόλεως, γιατί εξακολουθεί η ευχαριστιακή διαίρεση; Το Σύμβολο, αναγνωρισμένο ως «ο ισχυρότερος οικουμενικός δεσμός» και «κοινή κληρονομιά», είναι αναγκαίο αλλά όχι επαρκές για την ενότητα, η οποία απαιτεί επίσης «εκκλησιακές αρετές: αγάπη, ταπείνωση, υπομονή».
Σύγχρονη πρόταση υποδεικνύει ότι, όπως στη φόρμουλα ενώσεως του 433, η κοινή πίστη της Νικαίας αποτελεί ήδη βάση για την ευχαριστιακή κοινωνία, μεταθέτοντας το βάρος της αποδείξεως σε όσους θέτουν πρόσθετα εμπόδια. Ο θεολόγος Paul Gavrilyuk υποστηρίζει ότι οι μεταγενέστερες διαφορές (όπως το filioque ή το ρωμαϊκό πρωτείο) πρέπει να αντιμετωπίζονται εντός μιας αποκαταστημένης κοινωνίας και όχι ως προϋποθέσεις για την επίτευξή της. Αυτό δεν σημαίνει ελαχιστοποίηση, αλλά αναδιάταξη του διαλόγου.
Η ιστορική αναλογία της άρσεως των αφορισμών του 1965 μεταξύ πάπα Παύλου ΣΤ΄ και πατριάρχου Αθηναγόρα δείχνει ότι η αγάπη δύναται να απομακρύνει κανονικά εμπόδια χωρίς να αναμένει τέλεια δογματική συμφωνία. Τελικώς, η ενότητα είναι καρπός διακρίσεως και «λαμβάνεται» από το Πνεύμα, και το έργο σήμερα είναι να επιτραπεί στις θεσμικές μορφές να αντανακλούν την ενότητα ήδη δοσμένη εν Χριστώ, ανταποκρινόμενοι στο δώρο με θεολογική σαφήνεια και αγάπη.
Ένα αποφασιστικό βήμα προς την ενότητα
Οι περίπου εκατό συμμετέχοντες – ιδιαιτέρως αξιοσημείωτη η παρουσία ομάδος σιϊτών φοιτητών, συγκεντρωμένων στη Sophia για μάθημα εισαγωγής στη χριστιανική πνευματικότητα – ετίμησαν «την σαφήνεια των αντιστοίχων θέσεων», όπως υπογράμμισε ένας καθολικός ιερεύς, καθώς και το «αποφασιστικό κίνημα προς την ενότητα» που προάγει η Έδρα.

