Σταύρος Γιαγκάζογλου, Αναπληρωτής Καθηγητής Δογματικής στο Τμήμα Θεολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Διδάσκων στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο
Θεολογικές προσωπογραφίες του 20ου αιώνα, Μελέτες και δοκίμια για την ανανέωση της Ορθόδοξης Θεολογίας, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2026, σσ. 742.
[Εικαστικό εξωφύλλου: Αλέκος Κυραρίνης, «ΑΩ», Αυγοτέμπερα σε ξύλο, 22Χ47 εκ. 2026. Η φωτογραφία του έργου αποτελεί ευγενική παραχώρηση του καλλιτέχνη και της Citronne Gallery]

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Η συνάντηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τη Νεωτερικότητα υπήρξε καταλυτική για τη διαμόρφωση και ανάπτυξη της θεολογίας της. Η Ορθόδοξη θεολογία εντάχθηκε σταδιακά στο νεωτερικό πανεπιστήμιο και αναπτύχθηκε κυρίως ως μία ιστορικοφιλολογική επιστήμη με ομολογιακά χαρακτηριστικά. Σχεδόν όλες οι Ορθόδοξες θεολογικές σχολές υιοθέτησαν ηθελημένα ή ανεπίγνωστα τα γνωστικά αντικείμενα των θεολογικών σχολών της Ευρώπης. Έκτοτε οι Ορθόδοξες θεολογικές σχολές στα εκπαιδευτικά προγράμματά τους ακολουθούν τα γνωστικά αυτά θεολογικά πεδία ενίοτε με σημαντικές αλλαγές ή και ανανεώσεις στην εξέλιξη και αναπροσαρμογή τους κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Στο Βυζάντιο, το οποίο καλλιέργησε αδιάκοπα τα ελληνικά γράμματα, τη φιλοσοφία και τις επιστήμες, η θεολογία δεν αποτέλεσε ιδιαίτερη και αυτόνομη «επιστήμη» μεταξύ των άλλων, αλλά υπήρχε κυρίως ως χαρισματική εμπειρία, η οποία σαρκωνόταν σε έναν ολόκληρο πολιτισμό, στα ποικίλα μνημεία λόγου και τέχνης της Ορθόδοξης Παράδοσης, και εκφραζόταν στην πίστη και στη διδασκαλία, στη λειτουργική ζωή και στο ευχαριστιακό και ασκητικό ήθος της Εκκλησίας. Η λόγια έκφραση και σπουδή της θεολογίας αποτυπωνόταν στα έργα των Πατέρων και στις συνοδικές αποφάσεις της Εκκλησίας.
Η ένταξη της Ορθόδοξης θεολογίας στο νεωτερικό πανεπιστήμιο υπήρξε σημαντικό γεγονός και σηματοδότησε μια νέα και ενδιαφέρουσα εξέλιξη. Η Ορθόδοξη θεολογία ως ιδιαίτερη επιστήμη επιχείρησε να αναπτύξει το επιστητό της σε διάλογο με τις άλλες επιστήμες ως ιστορική και ερμηνευτική σπουδή των ποικίλων μνημείων της Ορθόδοξης πίστης, της διδασκαλίας, της λατρείας και του τρόπου ζωής, δηλαδή με όλα όσα συγκροτούν έναν ζωντανό πολιτισμό με διαρκείς προεκτάσεις και εφαρμογές στο κοινωνικό και λαϊκό σώμα της Εκκλησίας, στη ζωή και ευσέβεια των Ορθοδόξων.
Το νεωτερικό αυτό εγχείρημα δεν ήταν ούτε εύκολο ούτε αυτονόητο. Αναφομοίωτες επιδράσεις και κακέκτυπες αγκυλώσεις ήδη από τη μακρά περίοδο της «βαβυλώνειας αιχμαλωσίας» στη δυτική θεολογία διαμόρφωσαν μια νέα αντίληψη στην πανεπιστημιακή θεολογία, η οποία συχνά έτεινε να κλείνεται εννοιολογικά και ακαδημαϊκά στο θεωρητικό επιστητό της και να λαμβάνει αποστάσεις από την εκκλησιαστική πραγματικότητα, να διαχωρίζεται από τη ζωή και τα προβλήματά της, να αμβλύνει τα ιστορικά και κοινωνικά αισθητήριά της και κυρίως να μη διαλέγεται γόνιμα και δημιουργικά με την εποχή, την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και τον ζωντανό πολιτισμό της. Ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ στο δίτομο έργο του για την πορεία της ρωσικής θεολογίας έδειξε παραστατικά και τεκμηριωμένα τα προβλήματα των δυτικών επιδράσεων, αλλά και τον έντονο ακαδημαϊσμό που εμφάνιζε η Ορθόδοξη θεολογία στη Ρωσία μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα. Την ίδια σχεδόν εικόνα εμφάνιζαν, τηρουμένων των αναλογιών, και όλες οι άλλες Ορθόδοξες χώρες, μεταξύ αυτών και η Ελλάδα.
Αν ο 19ος αιώνας υπήρξε μια δύσκολη περίοδος προσαρμογής για την Ορθόδοξη θεολογία, ο 20ός αιώνας σήμανε μία εργώδη προσπάθεια υπέρβασης των ξένων επιδράσεων και επανασύνδεσης με τη ρωμαλέα σκέψη των Ελλήνων Πατέρων της Εκκλησίας, αλλά και με την ερμηνευτική σπουδή και ανάδειξη της Ορθόδοξης Παράδοσης σε διάλογο με τον σύγχρονο κόσμο και πολιτισμό. Το έργο αυτό ιστορικά ξεκίνησε με τη θεολογική γενιά του 1930, η οποία πραγματοποίησε το περίφημο Α΄ Συνέδριο Ορθόδοξης Θεολογίας στην Αθήνα το 1936, καθώς και με το όραμα της «νεοπατερικής σύνθεσης». Οι ιστορικές συγκυρίες της εποχής και η έκρηξη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου συνετέλεσαν ώστε οι καρποί του συνεδρίου εκείνου να αναφανούν αργότερα και να προσανατολίσουν σε ένα νέο θεολογικό παράδειγμα, το οποίο έγινε άμεσα ορατό με τη θεολογική στροφή και ανανέωση που χάραξε η γενιά του 1960.
Το βιβλίο αυτό αφηγείται τη λαμπρή πορεία της Ορθόδοξης θεολογίας κατά τον 20ό αιώνα μέσα από το έργο και τη συμβολή δέκα επτά θεολόγων οι οποίοι επιχείρησαν να συμβάλουν γόνιμα και δημιουργικά, αφενός στην ανάδειξη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της και, αφετέρου, στην ανανέωση της σχέσης της με τον σύγχρονο κόσμο και πολιτισμό. Η συγκεκριμένη επιλογή, μολονότι εκφράζει τα κύρια ρεύματα και τα πρόσωπα που διαμόρφωσαν τη θεολογία του 20ού αιώνα, αφορά κυρίως τα θεολογικά και ερευνητικά μας ενδιαφέροντα. Το θεολογικό έργο και η συμβολή της θεολογικής γενιάς του 1990, αν υπάρχει, είναι ακόμη σε εξέλιξη και θα μπορούσε ενδεχομένως να αποτιμηθεί νηφάλια στο μέλλον. Ωστόσο, δεν πρόκειται απλώς για καταγραφή και αποτύπωση της ιστορίας της θεολογίας του 20ού αιώνα, αλλά κυρίως για μία προσπάθεια να ερμηνεύσουμε από τη σκοπιά της συστηματικής θεολογίας την πορεία και τα προβλήματα της θεολογίας του 20ού αιώνα, προκειμένου να την συνδέσουμε άμεσα με τη δική μας εποχή. Δεν αποσκοπούμε να αποδράσουμε από τη δική μας συγκυρία, αλλά αφού διαγνώσουμε τα επιτεύγματα, τα κενά, τις ρήξεις και τις ασυνέχειες της θεολογίας του 20ού αιώνα, να εντοπίσουμε τις ανάγκες και να χαράξουμε τις προτεραιότητες της δικής μας εποχής. Η μελέτη αυτή απευθύνεται κυρίως στους θεολόγους του 21ου αιώνα που θέλουν να μαθητεύσουν δημιουργικά στις επιτυχίες και στις αποτυχίες της Ορθόδοξης θεολογίας του 20ού αιώνα για να συνεχίσουν το γόνιμο και δημιουργικό έργο της και να οικοδομήσουν κριτικά τη δική τους έκφραση και μαρτυρία. Σε μία τέτοια προοπτική, πράγματι, αληθεύει ότι «η ιστορία της θεολογίας τρέφει τη θεολογία» και κάθε θεολογική γενιά πασχίζει να σαρκώσει το δικό της ιδιαίτερο αποτύπωμα.
Στις νέες συνθήκες του 21ου αιώνα και μάλιστα στην παρούσα αβέβαιη και μεταβατική παγκόσμια συγκυρία όπου όλα δείχνουν ότι ο σύγχρονος άνθρωπος επιχειρεί εκ νέου ένα είδος αποθέωσής του στην ιστορία και στον πολιτισμό του, αυτή τη φορά μέσω της προηγμένης ψηφιακής τεχνολογίας και της Τεχνητής Νοημοσύνης, και μάλιστα σε έναν κόσμο ο οποίος διαιρείται μέσα από συνεχείς διαμάχες και συγκρούσεις, η Ορθόδοξη θεολογία χρειάζεται να είναι δυναμικά και εμπνευσμένα παρούσα. Στον διαρκώς διαιρούμενο και ποικιλοτρόπως σπαρασσόμενο κόσμο μας, η Ορθόδοξη θεολογία οφείλει να ερμηνεύσει εκ νέου το όραμα και το βίωμα της Εκκλησίας για το νόημα της εν Χριστώ ζωής, φωτίζοντας συνάμα και τα ανθρωπολογικά αδιέξοδα της συγκεχυμένης εποχής μας.
