28 C
Athens
Τρίτη, 14 Ιουλίου, 2026

Η μετάλλαξη της ψαλτικής μας παράδοσης: ένας «φολκλορικός» απόηχός της

Σωτήριος Κ. Δεσπότης, Δρ. Μουσικολογίας, συνθέτης, χοράρχης

Στην απεραντοσύνη του χωρόχρονου των λατρευτικών συνάξεων όλα νοηματοδοτούνται με την αναφορά τους στην ιστορική συνέχεια. Με την αναφορά τους στην παράδοση που κληρονομήσαμε από τους γονείς και τους διδασκάλους μας. Αυτήν την αλήθεια που παραλάβαμε (παράδοση) διαφυλάσσοντάς την, θα την κληροδοτήσουμε στους απογόνους μας, με σκοπό τη διάσωση και διάδοση του πλούτου της.

Η σημασία της συγκεκριμένης μας αποστολής είναι ιερή, αν αναλογιστούμε ότι τόσες εκατονταετηρίδες οθωμανικού ζυγού και δεκαετίες επιβολής, επί Όθωνος, ευρωπαϊκής κουλτούρας με συστηματική- εκ μέρους του- προσπάθεια για προβολή και επιβολή των ευρωπαϊκών μουσικών τάσεων στην καθημερινότητα των Ρωμηών, ακόμη και με τις πολυφωνικές χορωδίες στη λατρεία, δεν κατάφεραν να σβήσουν την ψαλτική μας μουσική τέχνη, τη δική μας κλασ(σ)ική μουσική.

Εν αντιθέσει με την παραπάνω πραγματικότητα, πονά πολύ η μετάλλαξη της ψαλτικής μας τέχνης, όπως αυτή πραγματώνεται με ενέργειες, κυρίως, ψαλτών και ιερέων στα τελευταία εβδομήντα χρόνια, καταστρέφοντας ότι δεν κατάφεραν να καταστρέψουν κατακτητές και πολιτικοί με τη δυτική τους κουλτούρα-παιδεία.

Στα χρόνια μας κάνουμε λόγο για μια συστηματική εμπορευματοποίηση της ψαλτικής μας τέχνης, η οποία ένεκα του μεγαλύτερου οικονομικού κέρδους του ερμηνευτή έχει τις ρίζες της σε μια συγκεκριμένη στοχοθεσία εκ μέρους των ψαλτών που ακούει στο ερώτημα: «Τι φωνητικά τσαλίμια θα κάνω για να αρέσω στους ακροατές;. Σκοπός μου είναι να με ξανα-καλέσουν, με το αζημίωτο».

Ξεκίνησε, λοιπόν, το ξήλωμα του «παλτού» της παράδοσης με αμανέδες και μακάμια, με μελωδίες που ξεφεύγουν από το ήθος των «παλαιών». Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις, ακόμη και πατριαρχικών ψαλτών, που προς εντυπωσιασμό των ακροατών έμπλεκαν οθωμανικές μουσικές πραγματικότητες, ανατολίτικες τονοφιγούρες και αυτοσχέδιες μουσικές γραμμές, ξένες προς την παράδοση, με στόχο να «αρέσουν» στο φιλόμουσο κοινό. Αλησμόνητες μένουν οι εικόνες των πάγκων με κασσέτες-αργότερα με ψηφιακούς δίσκους-ηχογραφημάτων του προσκεκλημένου πρωτοψάλτου που ερμήνευσε στο πανηγύρι του ναού.

Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν το φιλόμουσο κοινό να διαμορφώνει την αισθητική του «ωραίου» πάνω σε ξένα ως προς την παράδοσή μας μέλη. Και το κακό δεν σταματά εδώ. Τα «ωραία» τα δίδαξαν σε μεγάλο αριθμό μαθητών και φτάσαμε στο σήμερα, όπου αναγκάζεσαι να παραπέμπεις σε ηχογραφήσεις της εποχής των στα πατριαρχικά αναλόγια για να γίνει κατανοητή η διαφορετική τους ερμηνευτική προσέγγιση στα μουσικά μαθήματα.

Η μετάλλαξη της ψαλτικής μας συνεχίστηκε και σε διδακτικό επίπεδο με τους δασκάλους, οι οποίοι δίδασκαν την ψαλτική τέχνη με το πιάνο κάνοντας, μάλιστα, χρήση κανόνων εναρμόνισης των ψαλτικών μελωδιών, οι οποίοι βασίζονταν στη δυτική αρμονική γλώσσα.

Με τον τρόπο αυτό η αλλοίωση των διαστημάτων ήταν βέβαιη. Σε όλα τα μέλη καρατομούνταν οι διαστηματικές σχέσεις των κλιμάκων τους και με «προκρούστια» λογική τα βυζαντινά διαστήματα τοποθετούνταν σε ημιτόνια, τόνους και τριημιτόνια, κατακερματίζοντας στην ουσία την ψαλτική αυτή τέχνη και αφήνοντας στη θέση της ένα άδειο κουφάρι.

Παράλληλα, μια μερίδα ψαλτών, λάτρεις της τεχνολογικής προόδου, δεν την άφησαν έξω από τη σφαίρα της ψαλτικής μας κληρονομιάς. Ξεκινώντας με την εισαγωγή υπερσύγχρονων μικροφώνων και μικροφωνικών εγκαταστάσεων εμπλούτισαν την ηχοχρωματική τους ταυτότητα με ενισχύσεις στην ένταση της φωνής  και όλα αυτά στη «θαλπωρή» ενός βάθους με μικρή αντήχηση μέσα στον ιερό ναό. Αδιάφορο, αν αυτό που ακουγόταν ήταν αληθινό ή όχι. Αδιάφορο, αν αυτό αντιβαίνει στην ασκητική της ψαλτικής. Αδιάφορο, αν αυτό έρχεται σε αντίθεση με κάτι που απλά θα ενίσχυε τον ήχο της φωνής του ιεροψάλτη κρατώντας την αυθεντική του χροιά. Όλα τα παραπάνω για λόγους «κάλλους» εκσυγχρονίσθηκαν.

Τα των ηχοσυστημάτων ακολουθεί σε μεγάλο αριθμό αναλογίων η εισαγωγή του ηλεκτρονικού ισοκράτη για ηχητική ενίσχυση και στήριξη του ψάλτη, ο οποίος μην φροντίζοντας να εκπαιδεύσει σχετικώς έναν φιλόμουσο πιστό, καταφεύγει στην εύκολη και ανώδυνη λύση για αυτόν που είναι ο ηλεκτρονικός ισοκράτης. Αδιαφορώντας για τη θέση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος που με εγκύκλιο σημείωμά της το 1992 καταδικάζει τη χρήση του.     

Αργότερα θα προστεθούν τα κινητά και τα tablets εκτοπίζοντας τα λειτουργικά βιβλία από το αναλόγιο. Εκτοπίζοντας, συνάμα, και την ιεροπρέπεια που τα βιβλία αυτά επί τόσες εκατονταετίες προσέφεραν στον ιερό χώρο του αναλογίου.    

Το αποκορύφωμα της μουσικής αυτής μετάλλαξης της ψαλτικής μας κληρονομιάς είναι τα όσα συμβαίνουν τα τελευταία χρόνια σε διάφορες μουσικές σκηνές του τόπου μας και του εξωτερικού, όπου παρατηρείται μια σειρά από συναυλιακές δραστηριότητες, με τη χρήση νέων τεχνικών–τεχνολογικών στοιχείων να διαμορφώνουν το άκουσμα της μουσικής παράδοσης που κάποτε λεγόταν βυζαντινή μουσική.

Αρμόνια, μικρόφωνα και ηχοσυστήματα εμπλουτισμού του ακούσματος, με την εικόνα των συντελεστών που βρίσκονται στη σκηνή να ενισχύεται προς το κοινό με φωτορυθμικά συστήματα, τα οποία συνοδεύονται από πλούσιο διάκοσμο προβολής βίντεο και εικόνων.

Βλέπουμε και ακούμε, λοιπόν, κάτι, το οποίο δεν έχει απολύτως καμία σχέση με την ασκητική της μουσικής μας ψαλτικής παράδοσης που σκοπό είχε και θα πρέπει να έχει τη δημιουργία  μυσταγωγικής διάθεσης για το πλήρωμα των συνάξεων.

Αποτέλεσμα των παραπάνω είναι να χαθεί η μονοφωνική ταυτότητα της ψαλτικής μας τέχνης με την απλή ισοκρατηματική πρακτική, μιας και οι αρμονικές συνοδείες-συνηχήσεις της μελωδικής γραμμής με οργανικά γεμίσματα και φωνητικές πολυφωνικές επεξεργασίες μετατρέπουν την μονοφωνική ψαλτική μας τέχνη σε πολυφωνική. Και το κακό δεν σταματά εδώ. Η χρήση μουσικών οργάνων, τόσο σε συναυλιακά δρώμενα όσο και σε λατρευτικές συνάξεις, ενώ δεν επιτρέπεται, εισάγεται και πλασάρεται ως αυθεντική εικόνα της ψαλτικής αυτής κουλτούρας. Στην ουσία,  χάθηκε η φωνητική διάσταση της μουσικής αυτής τέχνης, μιας και όργανα συνοδεύουν το ψαλτικό μέλος.

Χάθηκε ο λειτουργικός ρόλος της ψαλτικής αφού έγινε συναυλιακός με σκοπό, τις περισσότερες φορές, το οικονομικό κέρδος και την προβολή προσωπικών στοχοθεσιών. 

Χάθηκε το «εμείς», μιας και ο ερμηνευτής καθίσταται το πρόσωπο της συναυλιακής βραδιάς ή της λατρευτικής σύναξης δημιουργώντας ένα καλλιτεχνικό είδωλο, γεγονός το οποίο έρχεται σε άμεση ρήξη με την έννοια της «κοινωνίας προσώπων» που χαρακτηρίζει μια υγιή λατρευτική σύναξη. 

Θα μπορούσε κάποιος να πει: «Μα και ο Μανώλης Καλομοίρης και ο Σταμάτης Σπανουδάκης έκαναν χρήση βυζαντινών μελωδιών στα έργα τους. Γιατί δεν γίνεται αναφορά και στις περιπτώσεις αυτές;»

Μα κανένας Καλομοίρης ή Σπανουδάκης δεν ισχυρίστηκαν ότι έκαναν συναυλία βυζαντινής μουσικής! Κάτι που με ιδιαίτερο στόμφο κάποιοι το πράττουν και το τονίζουν, καθώς αυτό είναι ιδιαιτέρως δελεαστικό για αρκετό μέρος του φιλόμουσου κοινού της πατρίδας μας, αλλά και του εξωτερικού, ενώ αυτό που παρουσιάζουν είναι μια παραποίηση, ένας εμπαιγμός της ψαλτικής μας παράδοσης, παραπλανώντας το κοινό με ανακρίβειες περί του τι είναι η ψαλτική τέχνη.

Καπηλευόμενοι τον τίτλο «βυζαντινή μουσική», την πολιτιστική και ιεροπρεπή ταυτότητα της ψαλτικής μας κληρονομιάς, προσφέρουν μια μεταλλαγμένη μουσική εικόνα με απλώς έναν «φολκλορικό» απόηχο της ψαλτικής μας τέχνης και επιστήμης.

Σχετικά άρθρα

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ