Μητροπολίτου πρ. Χαλκηδόνος Ἀθανασίου
Εἶναι γνωστόν τό ὅτι αἱ μνημειώδεις εἰκονογραφικαί παραδόσεις συνεχίζουν μέχρι τῆς τέχνης τοῦ Barock, κατόπιν ὅμως κατά τήν μοντέρναν ἐποχήν εἶχον μίαν ῥιζικήν ἀλλαγήν τῆς μορφῆς. Νέαι συμβολικαί ἐκφράσεις, ἀφηρημέναι τοιαύται καί ἄλλαι ἐμφανίζονται τόν 20ον αἰῶνα, τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῷ μεταξύ ἐξαφανισθέντος. Αἱ παλαιαί παραστάσεις ἀντιθέτως δέν κατανοοῦνται πλέον.
Καί τοῦτο παρατηρεῖται τόσον εἰς τήν ἀρχιτεκτονικήν, ὅσον καί εἰς τᾶς λοιπᾶς ἐκκλησιαστικᾶς καί μή τέχνας. Σχετικῶς πάντως πρός τήν ἀρχιτεκτονικήν εἰς τήν ὁποίαν κυριαρχεῖ ὁ χῶρος, λεκτέα τά ἐξής:
Κατ΄ἀρχήν χῶρος σημαῖνει κενόν ἤ διαθέσιμον τόπον, ὁποιανδήποτε τρισδιάστατον ἔκτασιν, τόπον συγκεκριμένης χρήσεως. Ἀπό τά πλέον χαρακτηριστικά βιώματα πού γεννᾶ ἡ ἀρχιτεκτονική εἶναι τό αἴσθημα τοῦ χώρου, γνώρισμα κάθε καλοῦ της ἔργου, ἰδιαιτέρως τοῦ ἐσωτερικοῦ τῶν κτιρίων της. Αὔτη ἐπεξεργάζεται κυρίως τό κοῖλον, ὅπως ἡ γλυπτική τό κυρτόν. Διακρίνομεν τόν κλειστόν χῶρον δηλοῦντα τό πεπερασμένον καί τόν ἀνοικτόν τοιούτο, ὁ ὁποῖος δίδει τό αἴσθημα τοῦ ἀπείρου καί τοῦ ἀπεριορίστου. Ἀναμφιβόλως δέ ὁ κλειστός χῶρος ἱκανοποιεῖ περισσότερον κάποιο αἴσθημα προστασίας, ἀσφαλείας καί γαλήνης, ἐνῶ ὁ ἀνοικτός τῆς έλευθερίας καί ἀνάσας ἐντός ἑνός ἀπεράντου σύμπαντος.
Δύναται δέ νά ἐγείρει τό αἴσθημα τοῦ χώρου ἐμμέσως καί ἀρνητικῶς διά νά ὑποβάλει τήν ἐντύπωσιν τοῦ ἀδιαχωρήτου.1 Αὐτήν δημιουργεῖ καί ὁ πλούσιος διάκοσμος (Horror vacui) πολλῶν ναῶν τῆς Δύσεως καί Ἀνατολῆς.
Τούτων οὕτως ἐχόντων ἰδιάζουσαν αἴσθησιν ἐν τῇ ἐννοία τῶν ἀνωτέρω ἀποτελεῖ ‘’ὁ χῶρος τῆς ἠρεμίας’’ τῆς Διακοκλινικῆς τοῦ Augsburg.
Πρόκειται περί ἑνός παρεκκλησιακοῦ χώρου τῆς κλινικῆς, ἀσφαλῶς προτεσταντικῆς ὁμολογίας, ἔργον τῶν Α. Η. καί Τ. Lubin. Ὁ χῶρος ἔχει ὠοειδή κάτοψιν. Ἐσωτερικῶς εἶναι τελείως ἄνευ διακόσμου τινός, γυμνός ἐκτός τοῦ μικροῦ ‘’θυσιαστηρίου’’ μέ τετράγωνον πλαίσιον καί ἑνός μεγάλου λίαν λεπτοῦ ἄνωθεν σταυροῦ αναγλύφου. Δίδει τήν ἐντύπωσιν μιᾶς ὀάσεως τῆς ἀπλότητος καί ἠρεμίας. Εἶναι εἷς χῶρος διά τήν ψυχήν καί τό πνεῦμα. Χῶρος ὁδηγῶν οὐχί μόνον εἰς τό ἐσωτερικόν του, ἀλλά καί εἰς τό ἐσώτατον τοῦ εἰσερχομένου, ὁ ὁποῖος ἵσταται εἰς ἕνα φωτεινόν καί ἀνοικτόν χῶρον, τοῦ ὁποίου οἱ τοίχοι ἔχουν μόνον ἀσβεστωθεῖ. Διά τοῦ ὄπισθεν τοποθετημένου παραθύρου, τό ὁποῖον δέν βλέπει τις ἀμέσως, δημιουργεῖται ἕν προφυλαγμένον τμῆμα τό ὁποῖον ἀπομακρύνει τά ἔξω. Ἐν τούτοις ὑπάρχει μία σύνδεσις. Διότι ἕν τμῆμα τοῦ ὠοειδοῦς ὁδηγεῖ ἀπό τό ἐσωτερικόν τοῦ παρεκκλησίου εἰς τόν κῆπον. Οὔτως συνδέεται ὁ χῶρος τῆς ἠρεμίας μέ τόν κόσμον τῆς καθημερινότητος καί φυσικότητος.
Οἱ τοίχοι τοῦ ‘’παρεκκλησίου’’ ἐπιδροῦν ὀλιγότερον ὡς περιορισμός, πρᾶγμα τό ὁποῖον εἶναι γενικῶς γνωστόν, ἀλλά ὁδηγοῦν τό βλέμμα εἰς τό ἄπειρον καί μίαν εὐρύτητα. Ἀσφαλῶς δέ μέ τήν ἔλλειψιν κάθε διακόσμου, δημιουργεῖ εἰς τόν εἰσερχόμενον ἕν αἴσθημα ψυχρότητος καί ἀπομονώσεως, πράγμα οὐχί εὐχάριστον. Ἡ ἁπλότης καθιστᾶ δυνατήν τήν συγκέντρωσιν τελείως εἰς ἑαυτόν καί τήν ἠρεμίαν.
Ἡ συμβίωσις ἄλλωστε τῆς τέχνης μέ τήν διαμόρφωσιν τοῦ χώρου προκαλεῖ τάς σκέψεις καί τό αἴσθημα τοῦ πιστοῦ εἰς τήν ἔρευναν τῆς ἐννοίας τοῦ χώρου περισσότερον. 2
Αἱ ἀνωτέρω ἀπόψεις δυνατόν νά μην ἐκπλήσσουν ἡμᾶς, διότι ἐκτός τῆς ῥυθμολογικῆς μορφῆς τοῦ κτίσματος ἡ ὁποία τυγχάνει ἀφαιρετική, ἐκφράζει τάς ἀρχάς τῆς ἁπλότητος καί ἐξοβελισμοῦ τῶν πάντων, γνωρίσματος τῆς ἀσκητικότητος τοῦ προτεσταντισμοῦ.[1]
[1]1- Μ.Α. Μιχελῆ, Αἰσθητική θεώρηση τῆς βυζαντινῆς τέχνης, Ἀθήνα 1946, 57-60
2- K. Ceming, Reise ins Innere, Publik Forum 3.2 (2025) 42-43
