π. Ιωάννης Χρυσαυγής
Σε λίγες μέρες (28 Νοεμβρίου, 2025), ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος θα υποδεχθεί τον Πάπα Λέοντα ΙΔ´ στην αρχαία πόλη της Νίκαιας (σημερινό Ίζνικ της Τουρκίας) για να τιμήσουν μαζί την 1700ή επέτειο της Α´ Οικουμενικής Συνόδου, ενός ιστορικού γεγονότος που μέχρι σήμερα αποτελεί παράδειγμα εκκλησιαστικής συνοδικότητας και κριτήριο χριστιανικής διδασκαλίας. Πρόκειται για το πρώτο ταξίδι του ρωμαίου Ποντίφηκα από την εκλογή του.
Η Α´ Οικουμενική Σύνοδος είναι για πολλούς λόγους σημαντική καθώς και συμβολική. Ήταν η πρώτη φορά που ένας αυτοκράτορας παρενέβαινε στις υποθέσεις της εκκλησίας σε ευρεία κλίμακα, οργανώνοντας σύνοδο με εκπροσώπους απ´ όλα τα μέρη της τότε γνωστής «οικουμένης». Πέρα από την επιβεβαίωση της καταδίκης της διδασκαλίας του Αρείου, η σύνοδος διευθέτησε το ζήτημα της ημερομηνίας για κοινό εορτασμό του Πάσχα. Η «ομολογία» της αποτελεί μέχρι σήμερα το θεμέλιο της πίστης στον «ένα Θεό, πατέρα παντοκράτορα, ποιητή ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων». Επιπλέον, εκτός από το «Σύμβολο της Πίστεως» (γνωστό ως το «Πιστεύω»), η σύνοδος θέσπισε διάφορους κανόνες, με τους οποίους ρύθμιζε ζητήματα εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας, διοικητικής διάρθρωσης και εσωτερικής λειτουργίας, τα περισσότερα των οποίων ήταν απότοκα της αναστάτωσης από τον προηγηθέντα μεγάλο διωγμό.
Υπάρχει ωστόσο μία διάχυτη και μυστική «γοητεία» που συνοδεύει την Α´ Σύνοδο της Νίκαιας, ιδιαίτερα εφ´ όσον δεν σώζονται οποιαδήποτε «πρακτικά» και κατά συνέπεια δεν έχουμε ακριβή εικόνα για την διαδικασία που ακολουθήθηκε. Έχουμε αρκετές αναφορές από άλλα σύγχρονα, συναφή κείμενα για τις συζητήσεις και αποφάσεις της, βέβαια από την προοπτική της διαφορετικής στόχευσης του καθενός από αυτά. Αλλά μεταξύ τους, οι αυθεντικές αυτές πηγές δεν συμφωνούν ούτε στα βασικότερα δεδομένα, όπως ο αριθμός των επισκόπων που παρευρέθηκαν στη Νίκαια και ο αριθμός των κανόνων που εξέδωσε η Νίκαια.
Έτσι λοιπόν η περιγραφή του Ευσέβιου Καισαρείας που έλαβε μέρος στη σύνοδο αποτελεί δικαίωση της αρχικής του αμφισβήτησης του τελικού δόγματος. Οι πραγματείες του Μεγάλου Αθανασίου, που ως διάκονος συνόδευσε το Αλέξανδρο, Πατριάρχη Αλεξανδρείας, τον παρουσιάζουν ως καθοριστικό ερμηνευτή της διδασκαλίας της συνόδου. Ο Ευστάθιος Αντιοχείας προσφέρει μια σειρά παρασκηνιακών μηχανορραφιών ως αυτόπτης μάρτυρας. Και ένα αιώνα αργότερα, ο ιστορικός Σωζόμενος μας κληροδότησε ένα πολύτιμο χρονικό με πληθώρα λεπτομερειών.
Φρονώ πάντως ότι περιορίζουμε την αίγλη και παρακαταθήκη της ιστορικής αυτής συνόδου όταν υπογραμμίζουμε μονάχα τις δογματικές της διατυπώσεις και τους ελάχιστους κανόνες. Έτσι, χωρίς μια αντικειμενική θεώρηση της ριζικής, αν μη ριζοσπαστικής σημασίας του ευρύτερου ιστορικού πλαισίου της συνόδου, το στερεότυπο μιας θρυλικής συνέλευσης μπορεί να οδηγήσει στην παγιοποίηση ενός θεολογικού συντηρητισμού.
Θα πρότεινα λοιπόν μια πρόσθετη, προσωπική προοπτική της μεγάλης αυτής συνόδου. Η Νίκαια δεν υπήρξε απλά μια σύνοδος που θεμελίωσε βασικές δογματικές αρχές. Άλλωστε η αίρεση του Αρείου δεν αποτελούσε το ουσιαστικότερο πρόβλημα της εκκλησίας την εποχή εκείνη. Ο Αρειανισμός αφορούσε περισσότερο το ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας όπου και είχε ήδη καταδικαστεί. Το δε ζήτημα της ημερομηνίας του Πάσχα πρωτίστως άγγιζε τον αυτοκράτορα που τον συνέφερε μια ομοειδής και ειρηνική οικουμένη.
Η Α´ Οικουμενική Σύνοδος υπήρξε πρωτίστως μια επίκαιρη πρόσκληση για συνάντηση της εκκλησίας με τον ίδιο τον κόσμο χάριν του οποίου ενσαρκώθηκε και σταυρώθηκε ο Χριστός. Η σύνοδος που συγκάλεσε ο αυτοκράτορας ήταν μια καίρια πρόκληση για την εκκλησία να «αρθρώσει λόγο περί ελπίδος» (Α´ Πέτρου 3,15). Η χριστιανική πίστη ποτέ δεν στηρίχθηκε στην εσωστρέφεια, αλλά βασίστηκε στην πεποίθηση ότι ο Θεός «εσκήνωσε εν ημίν» (Ιωάν. 1,14).
Πέρα λοιπόν από τον γνωστό χαρακτηρισμό της ως «πρώτης οικουμενικής συνόδου», η Νίκαια αποτέλεσε μια «πρωτοφανή οικουμενική ευκαιρία». Ο χριστιανισμός μόλις βγήκε από τη δίνη ενός μακροχρόνιου διωγμού, η δε θεσμική εκκλησία ξαφνικά βρέθηκε αντιμέτωπη με μια ιστορική στιγμή. Μαζί με τα σοβαρά προβλήματα που δημιούργησε η περίοδος του μαρτυρίου, τώρα οι επίσκοποι στέκονταν μπροστά σε ένα καθοριστικό σταυροδρόμι όπου η εκκλησία, μη απειλούμενη πλέον, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μεταμορφωτική δύναμη στον περιβάλλοντα κόσμο και πολιτισμό.
Η σοβαρότερη κριτική της συνόδου είναι η αδιάκριτη αποδοχή της αυτοκρατορικής εύνοιας από μέρους της εκκλησίας, η οποία σηματοδότησε κομβική αλλαγή στη σχέση μεταξύ εκκλησίας και πολιτείας. Εκτός τούτου, παρά την καταδίκη του Αρειανισμού, η σύνοδος δεν κατάφερε να διευθετήσει οριστικά τη διαμάχη, η οποία συνεχίστηκε για αρκετές δεκαετίες μέχρι την Β´ Οικουμενική Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη το 381μΧ. Παράλληλα, στο βαθμό που η Νίκαια ασχολήθηκε κυρίως με την αίρεση και την ιεραρχία, παρέλειψε να αντιμετωπίσει άλλα ερωτήματα της εποχής όπως η δουλεία και η αγαμία, καθώς και η προτεραιότητα της ευαγγελικής αγάπης έναντι οποιουδήποτε επισκοπικού πρωτείου.
Παρά ταύτα, η Α´ Οικουμενική Σύνοδος της Νίκαιας δικαίως προβάλλεται ως πρότυπο δόγματος και αρχέτυπο ενότητας. Αλλά, ταυτόχρονα, πρέπει να τονίζεται ότι κάθε συνοδική συνάντηση—τοπική ή επαρχιακή, διορθόδοξη ή ακόμη πανορθόδοξη—προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία στην εκκλησία να αντιμετωπίσει τρέχοντα ζητήματα που την απασχολούν αλλά και να απευθυνθεί στην οικουμένη αντί να περιχαρακωθεί στον εαυτό της. Η διαχριστιανική συνάντηση που θα λάβει χώρα σε λίγες μέρες στην Νίκαια ασφαλώς δεν συνιστά εκκλησιαστική σύνοδο με την αυστηρή έννοια του όρου. Μακάρι όμως να αποτελέσει καταλύτη για μια ανανεωμένη συνεργασία και πιο ενωμένη μαρτυρία σε ένα κόσμο που λαχταράει ομόνοια και ελπίδα.
Ο π. Ιωάννης Χρυσαυγής είναι Αρχιδιάκονος του Οικουμενικού Θρόνου και Καθηγητής στην Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού Βοστόνης, όπου διευθύνει το Οικουμενικό Ινστιτούτο Huffington.
Αναδημοσίευση από το αφιέρωμα της εφημερίδας ΤΟ ΒΗΜΑ στην επέτειο των 1700 ετών από την Α’ Οικουμενική Σύνοδο (23-11-2025)
