22.2 C
Athens
Σάββατο, 13 Ιουνίου, 2026

Γιατί επιδιώκουμε την ενότητα των Χριστιανών; Ο Οικουμενικός Πατριάρχης δίνει την απάντηση

Γράφουν οι Άρχοντες της Μ.τ.Χ.Ε. / Orthodox Observer

Μπορεί ίσως να φανεί αυτονόητος ο λόγος για τον οποίο η Εκκλησία επιδιώκει τον διάλογο με Χριστιανούς άλλων δογμάτων και εργάζεται για την ενότητα όλων εκείνων που πιστεύουν στον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Άλλωστε, ο ίδιος ο Κύριος δεήθηκε «ἵνα πάντες ἓν ὦσιν· καθώς σύ, Πάτερ, ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ἓν ὦσιν, ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ ὅτι σύ με ἀπέστειλας» (Ιω. ιζ’, 21).

Ωστόσο, εύλογα τίθενται και άλλα ερωτήματα: Πώς μπορεί να επιτευχθεί αυτή η ενότητα; Γιατί είναι σημαντικό οι πιστοί να είναι «πάντες ἓν»; Και ποιοι θα είναι οι καρποί μιας τέτοιας ενότητας; Στις 9 Μαΐου 2026, η Α.Θ. Παναγιότης ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. κ. Βαρθολομαίος έδωσε σε αυτά και σε άλλα σχετικά ζητήματα, τις κατάλληλες απαντήσεις, κατά τη Θεία Λειτουργία που τελέστηκε στον Ρωμαιοκαθολικό Ναό του Αγίου Πνεύματος στην Κωνσταντινούπολη, με αφορμή τη συμπλήρωση ενός έτους από την εκλογή του Πάπα της Ρώμης, Λέοντος ΙΔ΄.

Η Α.Θ. Παναγιότης επεσήμανε την πρόοδο που σημειώθηκε κατά το τελευταίο έτος αναφορικά με την εκκλησιαστική ενότητα, συμπεριλαμβανομένης και της ιστορικής επίσκεψης του Πάπα Λέοντος στο Φανάρι: «Αναλογιζόμενοι το έτος που πέρασε, δεν μπορούμε παρά να ευχαριστήσουμε τον Θεό για την ολοένα και βαθύτερη προσέγγιση των δύο αδελφών Εκκλησιών μας, της Ρώμης και της Κωνσταντινουπόλεως».

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης υπογράμμισε ότι η πρόοδος αυτή προς την ενότητα δεν αποτελεί απλώς μια επιλογή ή μια πολυτέλεια, είναι στην πραγματικότητα «αμετάκλητη»: «Η αμετάκλητη αυτή πορεία, η οποία άρχισε το 1964 με την προφητική συνάντηση του Πάπα Παύλου ΣΤ΄ και του Οικουμενικού Πατριάρχη Αθηναγόρα, έχει διαμορφώσει καθοριστικά την πορεία της συμφιλιώσεως, την οποία εξακολουθούμε να διανύουμε με ελπίδα, εμπιστοσύνη και καρτερία στον Θεό. Οι πολυάριθμοι σταθμοί που έθεσαν οι προκάτοχοί μας σε αυτή την οδό της αγάπης και της αλήθειας καλλιέργησαν μια ζώσα συνείδηση κοινής κλήσεως και κοινού προορισμού, η οποία εξακολουθεί να στηρίζει και να εμπνέει τον διάλογό μας μέχρι σήμερα».

Ο Παναγιώτατος επισήμανε ότι η επίσκεψη του Πάπα «σημαδεύτηκε από μια βαθιά διπλή επέτειο: τη συμπλήρωση 1.700 ετών από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας και τη θρονική εορτή του Οικουμενικού Πατριαρχείου προς τιμήν του Αγίου Αποστόλου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου». Και προχωρώντας ακόμη περισσότερο, ανέδειξε τη βαθύτερη σημασία της επίσκεψης αυτής: «Το γεγονός αυτό θέτει ένα θεμελιώδες ερώτημα για το οικουμενικό μας προσκύνημα: ποια μπορεί να είναι η σημασία ενός τέτοιου γεγονότος για την κοινή μας πορεία;»

Η Α.Θ. Παναγιότης εξήγησε ότι «χρησιμοποιούμε συνειδητά τον όρο “προσκύνημα”, διότι μέσω ενός προσκυνήματος στα Ιεροσόλυμα ανανεώθηκαν οι δεσμοί μας· μέσω ενός προσκυνήματος μεταβήκαμε μαζί στη Νίκαια, το σημερινό Ιζνίκ, για να ομολογήσουμε την πίστη της Εκκλησίας “ἐν ἑνὶ στόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ”. Το προσκύνημα αυτό», συνέχισε, «αποτελεί μια στιγμή βαθιάς εκκλησιαστικής και πνευματικής σημασίας για τις σχέσεις μεταξύ της Ρωμαιοκαθολικής και της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Επιστρέφοντας μαζί στην ίδια την πηγή της κοινής μας πίστεως, στην ομολογία ότι ο Υιός είναι ομοούσιος με τον Πατέρα, μαρτυρούμε μια ενότητα η οποία, αν και τραυματίστηκε μέσα στην ιστορία, ουδέποτε χάθηκε ολοκληρωτικά».

Η ενότητα που χαρακτήριζε την αρχαία Εκκλησία μπορεί, επομένως, να αποτελέσει το θεμέλιο για μια μελλοντική συμφιλίωση. «Αυτή η κοινή ανάμνηση», συνέχισε η Α.Θ. Παναγιότης, «δεν αποτελεί απλώς μια πράξη ιστορικής ευλαβείας, αλλά μια βαθιά θεολογική διακήρυξη ότι το Σύμβολο της Πίστεως της Νικαίας παραμένει ένας ζωντανός δεσμός κοινωνίας, καλώντας τις δύο Εκκλησίες να ανακαλύψουν εκ νέου η μία την άλλη μέσα από μια αλήθεια που ήδη μοιράζονται». Υπό αυτή την έννοια, η Νίκαια «δεν είναι μόνο μια ανάμνηση, αλλά και ένας ορίζοντας· ένα σημείο πνευματικού προσανατολισμού, από το οποίο μπορούμε να διακρίνουμε εκ νέου την πορεία προς την αποκατάσταση της πλήρους κοινωνίας». Έρχεται να αποδείξει ότι «η συμφιλίωση δεν είναι ένα αφηρημένο ιδανικό, αλλά μια ζώσα κλήση που έχει ανατεθεί στις Εκκλησίες, ώστε η ενότητά τους να καταστεί αξιόπιστη μαρτυρία της αλήθειας και της αγάπης που απεκαλύφθησαν εν Χριστώ».

Εξετάζοντας στη συνέχεια το ερώτημα ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα της εκκλησιαστικής ενότητας, ο Οικουμενικός Πατριάρχης επικαλέστηκε την κοινή διακήρυξη που εξέδωσε με τον Πάπα Λέοντα: «Επιτρέψτε μας να επαναλάβουμε όσα διακηρύξαμε από κοινού: “Ο στόχος της χριστιανικής ενότητας περιλαμβάνει και την οικοδόμηση της ειρήνης μεταξύ των λαών. Από κοινού υψώνουμε με θέρμη τη φωνή μας, ζητώντας από τον Θεό το δώρο της ειρήνης για τον κόσμο μας. Δυστυχώς, σε πολλές περιοχές του κόσμου μας, οι συγκρούσεις και η βία εξακολουθούν να καταστρέφουν τις ζωές αμέτρητων ανθρώπων. Απευθύνουμε επομένως έκκληση σε όσους ασκούν πολιτική και δημόσια εξουσία να πράξουν ό,τι είναι δυνατόν ώστε να τερματιστεί άμεσα η τραγωδία του πολέμου, και καλούμε όλους τους ανθρώπους της καλής θελήσεως να στηρίξουν την έκκλησή μας αυτή”».

Κατά συνέπεια, «η επιδίωξη της χριστιανικής ενότητας δεν αφορά μόνο την εσωτερική ζωή των Εκκλησιών, αλλά έχει σαφή αναφορά στον κόσμο· αποτελεί μια αποστολή για τη ζωή του κόσμου. Συντελεί ουσιαστικά στη συμφιλίωση των λαών, στην υπέρβαση των διαιρέσεων και στον τερματισμό της βίας. Σε μια εποχή κατά την οποία οι πόλεμοι και οι συγκρούσεις εξακολουθούν να ταλανίζουν την ανθρωπότητα, αυτή η κοινή έκκληση αντηχεί ως ένα ηθικό και πνευματικό προσκλητήριο προς τους ηγέτες, τις κοινότητες και προς όλους τους ανθρώπους της καλής θελήσεως, ώστε να εργαστούν ακούραστα για να τερματιστεί η τραγωδία του πολέμου».

Η Α.Θ. Παναγιότης υπογράμμισε επίσης ότι «όσο περισσότερο οι Εκκλησίες πλησιάζουν η μία την άλλη μέσα στην αλήθεια και την αγάπη, τόσο πιο αξιόπιστη και αποτελεσματική καθίσταται η μαρτυρία τους υπέρ της ειρήνης. Κατά συνέπεια, η ενότητα δεν αποτελεί μόνο μια εκκλησιαστική ελπίδα, αλλά και μια οδό προς τη μεταμόρφωση του κόσμου, όπου η ειρήνη δεν είναι απλώς η απουσία συγκρούσεων, αλλά ο καρπός της κοινωνίας, της δικαιοσύνης και της χάριτος του Θεού που ενεργεί στις ανθρώπινες καρδιές».

Έχοντας ως οδηγό έναν τέτοιο υψηλό στόχο, συμπορευόμαστε με την Α.Θ. Παναγιότητα τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. κ. Βαρθολομαίο στην προσπάθεια για ενότητα και ειρήνη και αγωνιζόμαστε να κάνουμε πράξη το προφητικό του κάλεσμα για μια υπέρβαση των διαιρέσεων σε κάθε πτυχή της ανθρώπινης ζωής.

Σχετικά άρθρα

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ