Χαριστήριον στην Α.Θ.Π. τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος
τοῦ Δρος Κων/νου Δ. Μενιδιάτη
Χημικοῦ-Θεολόγου
Ὁ πολὺς Καλλίνικος Δελικάνης, Μητροπολίτης Καισαρείας[1], ἐξ ἀφορμῆς τῆς συμπληρώσεως χιλίων ἑξακοσίων ἐτῶν ἀπὸ τῆς συγκλήσεως τῆς Ἁγίας ἐν Νικαίᾳ Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (325-1925 μ. Χ.) ἔγραφε: «Τὸ κῦρος τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἐγένετο μέγιστον… Τοῦ μεγίστου κύρους τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου μάρτυρες εἰσὶν αἱ μεταγενέστεραι Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι, αἵτινες κατήρχοντο τῶν συνεδριάσεων αὐτῶν διὰ τῆς ἀπαγγελίας τοῦ Ὅρου τῆς πίστεως τῆς Νικαίας»[2]. Ἑκατὸ χρόνια μετά, στὸ ὁρόσημο, δηλαδή, τῶν χιλίων ἑπτακοσίων χρόνων, ἡ Σύνοδος τῆς Νικαίας ἐξακολουθεῖ νὰ διατηρεῖ ἀλώβητο τὸ κῦρος της καὶ τοῦτο, προφανῶς, ὄχι γιὰ λόγους ἐπετειακοὺς ἤ, ἁπλῶς καὶ μόνον, ἱστορικοὺς ἀλλὰ ἀπολύτως οὐσιαστικούς. Ἡ ἀρχετυπικὴ αὐτὴ Σύνοδος τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας διατρανώνει, μὲ τὸν πλέον ἐπίσημο καὶ κατηγορηματικὸ τρόπο, τὴν πίστη στὴν ὁμοουσιότητα τοῦ Λόγου πρὸς τὸν Θεὸ Πατέρα ἀλλὰ καὶ στὴν Ἐνανθρώπιση τοῦ Υἱοῦ, ἂν καὶ δὲν θὰ προσπαθήσει νὰ περιγράψει -δὲν ὑπῆρχε, ἄλλωστε, ἡ ἀναγκαιότητα- τὸν ἀνερμήνευτο τρόπο τῆς ἑνώσεως τῆς θείας καὶ ἀνθρωπίνης φύσεως, πρᾶγμα ποὺ θὰ ἐπιχειρήσουν οἱ ἑπόμενες Σύνοδοι, ἐξόχως δὲ ἡ, ἐν Χαλκηδόνι, Ἁγία Δ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος.
Ἀσφαλῶς, τὸ διακύβευμα τὴν ἐποχὴ τῆς Συνόδου τῆς Νικαίας εἶναι ἡ θεότητα τοῦ Λόγου καὶ ἡ ἀντιμετώπιση τῆς ἐξαπλούμενης, ὡς λοιμικῆς νόσου, αἱρέσεως τοῦ Ἀρειανισμοῦ. Ὅμως, τὸ περίφημο Σύμβολο τῆς Συνόδου[3] μὲ τὴν ἴδια ἀκριβῶς αὐθεντία, πλὴν τοῦ «ὁμοουσίου», διακηρύσσει, ὡς ἤδη ἐλέχθη, τὴν πίστη στὴν ἐνανθρώπιση τοῦ Υἱοῦ καὶ ἄρα στὴν πρόσληψη τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, τὴν ἕνωση κτιστοῦ καὶ Ἀκτίστου καὶ τὴν ἀνακεφαλαίωση, ἐν τέλει, σύνολης τῆς Δημιουργίας στὸ Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου. Παρὰ τὰ ὅσα οἱ μετέπειτα αἱρετικοὶ θὰ ἐξυφάνουν γιὰ νὰ ἀμφισβητήσουν αὐτὴν τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας στὴν τελεία ἕνωση «ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως, ἀχωρίστως»[4] τῶν δύο φύσεων ἐν Χριστῷ, ἡ Σύνοδος τῆς Νικαίας, αὐθεντικῶς καὶ ἅπαξ διὰ παντός, θὰ δογματίσει, γιὰ νὰ χρησιμοποιήσει κάποιος τὴν περίφημη φράση τοῦ, συγχρόνου τῆς Συνόδου, Μεγάλου Ἀθανασίου ὅτι: «αὐτὸς γὰρ ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν»[5].
Περιττεύει, ἀσφαλῶς, νὰ γίνει ἀναφορὰ στὴν κεφαλαιώδη -ἴσως καὶ ὁ ὅρος «κεφαλαιώδης» δὲν ἀποδίδει πλήρως τὸ μέγεθος- σημασία τῆς Ἐνανθρωπήσεως γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ὅμως, ὅταν μιλᾶμε γιὰ τὴ σωτηρία, πολὺ συχνά, ἔχουμε μιὰ «ἀνθρωπομονιστικὴ» θέαση τῶν πραγμάτων, ἡ ὁποία μᾶλλον κολοβώνει ἐπικίνδυνα τὸ ἀπολυτρωτικὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἄλλωστε τόνισε ἡ Α. Θειοτάτη Παναγιότης ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ. κ. Βαρθολομαῖος στὸ ἐφετινό Του μήνυμα γιὰ τὸ περιβάλλον: «Ἡ ἀδιαφορία διά τό Ὑπερβατικόν καί ὁ συνακόλουθος “ἀνθρωπομονισμός” ὁδηγοῦν εἰς ἐγκλωβισμόν τοῦ ἀνθρώπου εἰς τά γεώδη, εἰς συρρίκνωσιν τῆς ἐλευθερίας του εἰς πραγματιστικάς ἐπιλογάς καί ἀποφάσεις, συνυφασμένας πάντοτε μέ ἐπιφανειακάς θεωρήσεις τῶν πραγμάτων καί μέ τήν ταύτισιν τοῦ ἀγαθοῦ μέ τό “περιστασιακῶς χρήσιμον”»[6].
Ἡ θεολογική, λοιπόν, αὐτὴ μονομέρεια, ἡ «ἐπιφανειακὴ θεώρηση τῶν πραγμάτων» σημαίνει ὅτι δὲν ἀναφερόμαστε μὲ ὅρους σωτηριολογικοὺς καὶ στὴν ὑπόλοιπη κτιστὴ Δημιουργία, πλὴν τοῦ ἀνθρώπου, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι, κατὰ τὴν διδασκαλία, τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «ἡ γὰρ ἀποκαραδοκία τῆς κτίσεως τὴν ἀποκάλυψιν τῶν υἱῶν τοῦ Θεοῦ ἀπεκδέχεται. Τῇ γὰρ ματαιότητι ἡ κτίσις ὑπετάγη, οὐχ ἑκοῦσα, ἀλλὰ διὰ τὸν ὑποτάξαντα, ἐπ’ ἐλπίδι ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ κτίσις ἐλευθερωθήσεται ἀπὸ τῆς δουλείας τῆς φθορᾶς εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ. Οἴδαμεν γὰρ ὅτι πᾶσα ἡ κτίσις συστενάζει καὶ συνωδίνει ἄχρι τοῦ νῦν» (Ρωμ. η’, 19-22). Ὁλόκληρη ἡ κτίση, συνεπείᾳ τῆς προπατορικῆς ἀστοχίας καὶ λόγῳ ἀκριβῶς τῆς ὀντολογικῆς συνάφειας μὲ τὸν ἄνθρωπο ἀκολουθεῖ τὴ μοῖρα τῆς φθορᾶς, τῆς ὀδύνης καὶ τοῦ θανάτου καὶ ἄρα ἔχει ἐξίσου τὴν ἀνάγκη τῆς σωτηρίας, ὅπως καὶ ὁ ἄνθρωπος. Εἶναι χαρακτηριστική, ἄλλωστε, ἡ ἀναφορὰ τοῦ ἰδίου Ἀποστόλου στὴν καινοποίηση τῆς κτίσεως «ὥστε εἴ τις ἐν Χριστῷ καινὴ κτίσις· τὰ ἀρχαῖα παρῆλθεν, ἰδοὺ γέγονε καινὰ τὰ πάντα» (Β’ Κορ. ε’, 17), καθὼς καὶ τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου «καινοὺς δὲ οὐρανοὺς καὶ γῆν καινὴν κατὰ τὸ ἐπάγγελμα αὐτοῦ προσδοκῶμεν, ἐν οἷς δικαιοσύνη κατοικεῖ» (Β. Πετρ. γ’, 13).
Μὲ ἐκπληκτικὴ ἐνάργεια, ὁμοίως, ἀναφέρεται στὸ ζήτημα ἡ θεολογία τῶν Πατέρων, ὅπως, ἐπὶ παραδείγματι, ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ νέος Θεολόγος: «φθαρτῷ φθαρτὴ γεγονυῖα (ἡ κτίσις), ὅτε πάλιν ἐκεῖνος (ὁ ἄνθρωπος) ἀνακαινισθῇ καὶ πνευματικός, ἄφθαρτος καὶ ἀθάνατος γένηται, τότε καὶ αὐτὴ ἐλευθερωθεῖσα τῆς δουλείας ἡ κτίσις ἡ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ τῷ προσκεκρουκότι ὑποταγεῖσα καὶ αὐτῷ ἐκδουλεύσασα συνανακαινισθῇ αὐτῷ καὶ ἀφθαρτωθῇ καὶ πνευματικὴ ὅλη γένηται»[7]. Καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο ὁ ἱερὸς πατὴρ θὰ σημειώσει: «Καθάπερ γὰρ τὰ ἡμέτερα λυόμενα σώματα οὐκ εἰς τὸ μηδαμῇ μηδαμῶς εἶναι χωρεῖ, ἀλλὰ πάλιν διὰ τῆς ἀναστάσεως ἀνακαινίζεται, οὕτω δὴ καὶ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ καὶ τὰ ἐν αὐτῇ πάντα, ἤγουν πᾶσα ἡ κτίσις, ἀνακαινισθήσεται καὶ ἐλευθερωθήσεται ἀπὸ τῆς δουλείας τῆς φθορᾶς καὶ συμμεθέξει τὰ στοιχεῖα ταῦτα μεθ’ ἡμῶν τῆς ἐκεῖθεν λαμπρότητος καὶ ὃν τρόπον ἅπαντας ἡμᾶς τὸ πῦρ δοκιμάσει, κατὰ τὸν θεῖον ἀπόστολον, οὕτως καὶ ἡ κτίσις πᾶσα διὰ πυρὸς ἀνακαινισθήσεται»[8].
Συνεπῶς, ἡ «καταξίωση» τῆς κτίσεως δὲν προέρχεται μόνον ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Θεὸς δημιουργεῖ τὰ πάντα «καλὰ λίαν»[9] (Γεν. α’, 31) ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἐσχατολογικὴ προοπτικὴ στὴν ὁποία σύνολη ἡ κτίση μέλλει νὰ συμμετάσχει[10]. Ἡ κτίση λαμβάνει τὸ εἶναι ἀπὸ τὴν ἀδαπάνητη θεότητα, συντηρεῖται στὴν ὕπαρξη καί, ἐν τέλει, ἀφθαρτοποιεῖται, χάρη στὶς θεῖες ἐνέργειες ἀπὸ τὶς ὁποῖες συνεχῶς πλουτίζεται σὲ μιὰ αἰώνια, ἀτελεύτητη καὶ ἀκόρεστη προοπτική. Ὁ κόσμος δημιουργεῖται «ἐξ οὐκ ὄντων», ἐκ τοῦ μηδενὸς δηλαδή[11], μὲ σκοπὸ τὰ ὄντα νὰ μετάσχουν τῆς θείας ἀγαθότητος: «Ἐπεὶ οὖν ὁ ἀγαθὸς καὶ ὑπεράγαθος Θεὸς οὐκ ἠρκέσθη τῇ ἑαυτοῦ θεωρίᾳ, ἀλλ’ ὑπερβολῇ ἀγαθότητος εὐδόκησε γενέσθαι τινὰ τὰ εὐεργετηθησόμενα καὶ μεθέξοντα τῆς αὐτοῦ ἀγαθότητος, ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι παράγει καὶ δημιουργεῖ τὰ σύμπαντα, ἀόρατά τε καὶ ὁρατά∙ καὶ τὸν ἐξ ὁρατοῦ καὶ ἀοράτου συγκείμενον ἄνθρωπον»[12], κατὰ τὸν μέγα διδάσκαλο τῆς δογματικῆς, ἅγιο Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνό. Καί, θὰ προσθέσει, ὁ ἱερὸς Πατήρ: «Οὐ προσκυνῶ τῇ ὕλῃ, προσκυνῶ δὲ τὸν τῆς ὕλης δημιουργόν, τὸν ὕλην δι’ ἐμὲ γενόμενον καὶ ἐν ὕλῃ κατοικῆσαι καταδεξάμενον καὶ δι’ ὕλης τὴν σωτηρίαν μου ἐργασάμενον, καὶ σέβων οὐ παύσομαι τὴν ὕλην δι’ ἧς ἡ σωτηρία μου εἴργασται»[13]. Ἡ ὕλη, δηλαδή, τελικῶς, ἀποδεικνύεται «συνεργὸς» τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἤ, ὅπως θὰ σημειώσει ἐμφατικῶς ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής: «Τοῦτό ἐστι τὸ μακάριον, δι᾿ ὃ τὰ πάντα συνέστησαν, τέλος. Τοῦτό ἐστιν ὁ τῆς ἀρχῆς τῶν ὄντων προεπινοούμενος θεῖος σκοπὸς, ὃν ὁρίζοντες εἶναί φαμεν προεπινοούμενον τέλος, οὗ ἕνεκα μὲν πάντα, αὐτὸ δὲ οὐδενὸς ἕνεκεν· πρὸς τοῦτο τὸ τέλος ἀφορῶν τὰς τῶν ὄντων ὁ Θεὸς παρήγαγεν οὐσίας»[14]. Σκοπός, δηλαδή, καὶ τέλος τῆς Δημιουργίας εἶναι ἡ Σάρκωση τοῦ Λόγου.
Ἔχοντας, λοιπόν, κατὰ νοῦ τὶς θεολογικὲς προϋποθέσεις ποὺ περιεγράφησαν ἁδρομερῶς παραπάνω εἶναι εὔκολο νὰ κατανοήσει κάποιος γιατὶ ἡ ἀλόγιστη ἐκμετάλλευση τοῦ Πλανήτη, ἡ ἐξάντληση τῶν φυσικῶν πόρων μὲ σκοπὸ τὸ κέρδος καὶ ἡ καταστροφὴ τοῦ οἰκοσυστήματος συνιστοῦν, ὄχι ἁπλῶς συγγνωστὸ ἁμάρτημα ἀλλὰ ἐπανάσταση κατὰ τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ὄχι μόνον καταστρέφει τὸ δημιούργημά Του, ποὺ εἶναι ὁ ὑλικὸς κόσμος, ἀλλὰ ἀντιστρατεύεται τὸ ὅλο σχέδιο τῆς θείας Οἰκονομίας.
Ἡ δὲ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος (Κρήτη 2016) ἀνέφερε: «Αἱ ρίζαι τῆς οἰκολογικῆς κρίσεως εἶναι πνευματικαί καί ἠθικαί, ἐνδιάθετοι εἰς τήν καρδίαν ἑκάστου ἀνθρώπου. Αὐτή ἡ κρίσις ἐπιδεινοῦται κατά τούς τελευταίους αἰῶνας ἐξ αἰτίας τῶν ποικίλων διχασμῶν προκαλουμένων ἀπό ἀνθρώπινα πάθη, ὅπως ἡ πλεονεξία, ἡ ἀπληστία, ὁ ἐγωισμός, ἡ ἁρπακτική διάθεσις καί ἀπό τάς ἐπιπτώσεις αὐτῶν ἐπί τοῦ πλανήτου, ὡς ἡ κλιματική ἀλλαγή, ἡ ὁποία πλέον ἀπειλεῖ εἰς μεγάλον βαθμόν τό φυσικόν περιβάλλον, τόν κοινόν ἡμῶν «οἶκον». Ἡ ρῆξις τῆς σχέσεως ἀνθρώπου καί κτίσεως εἶναι διαστρέβλωσις τῆς αὐθεντικῆς χρήσεως τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀντιμετώπισις τοῦ οἰκολογικοῦ προβλήματος ἐπί τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τῆς χριστιανικῆς παραδόσεως ἀπαιτεῖ ὄχι μόνον μετάνοιαν διά τήν ἁμαρτίαν τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν φυσικῶν πόρων τοῦ πλανήτου, ἤτοι ριζικήν ἀλλαγήν νοοτροπίας καί συμπεριφορᾶς, ἀλλά καί ἀσκητισμόν, ὡς ἀντίδοτον εἰς τόν καταναλωτισμόν, εἰς τήν θεοποίησιν τῶν ἀναγκῶν καί εἰς τήν κτητικήν στάσιν. Προϋποθέτει ἐπίσης καί τήν μεγίστην εὐθύνην ἡμῶν νά παραδώσωμεν εἰς τάς ἐπερχομένας γενεάς βιώσιμον φυσικόν περιβάλλον καί τήν χρῆσιν αὐτοῦ κατά θείαν βούλησιν καί εὐλογίαν. Εἰς τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καταφάσκεται ἡ δημιουργία καί ὁ ἄνθρωπος ἐνδυναμώνεται διά νά λειτουργῇ ὡς οἰκονόμος, φύλαξ καί «ἱερεύς» αὐτῆς, προσάγων ταύτην δοξολογικῶς τῷ Δημιουργῷ – «Τά Σά ἐκ τῶν Σῶν, Σοί προσφέρομεν κατά πάντα καί διά πάντα» – καί καλλιεργῶν εὐχαριστιακήν σχέσιν μέ τήν κτίσιν. Ἡ ὀρθόδοξος αὐτή εὐαγγελική καί πατερική προσέγγισις στρέφει ἐπίσης τήν προσοχήν μας εἰς τάς κοινωνικάς διαστάσεις καί τάς τραγικάς ἐπιπτώσεις τῆς καταστροφῆς τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος»[15].
Ἡ βαθύτατη οἰκολογικὴ εὐαισθησία καὶ οἱ πολυεπίπεδες δράσεις τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου, προσωπικῶς, γιὰ τὴν προστασία του περιβάλλοντος[16], κατὰ συνέπεια, δὲν πηγάζουν ἀπὸ μιὰ «ἀκτιβιστικὴ» ἢ ὠφελιμιστικὴ διάθεση γιὰ νὰ προστατευτεῖ κάποιο κοινὸ ἀγαθὸ ἢ κεκτημένο ἀλλ’ ἐκκινοῦν, προεχόντως, ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ὁ ἴδιος ὁ Παναγιώτατος ἀνέφερε σὲ παλαιότερο μήνυμά του γιὰ τὴν ἡμέρα προσευχῆς ὑπὲρ τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος: «αἱ περιβαλλοντικαί δραστηριότητες τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου εἶναι προέκτασις τῆς ἐκκλησιολογικῆς αὐτοσυνειδησίας του καί δέν ἀποτελοῦν ἁπλῶς περιστασιακήν ἀντίδρασιν εἰς ἕν νέον φαινόμενον. Ἡ ἰδία ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἐφηρμοσμένη οἰκολογία. Τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, σύνολος ἡ λατρευτική ζωή, ὁ ἀσκητισμός καί ὁ κοινοτισμός, ἡ καθημερινότης τῶν πιστῶν, ἐκφράζουν καί παράγουν βαθύτατον σεβασμόν πρός τήν κτίσιν. Ἡ οἰκολογική εὐαισθησία τῆς Ὀρθοδοξίας δέν ἐδημιουργήθη, ἀλλά ἀνεδείχθη από τήν σύγχρονον περιβαλλοντικήν κρίσιν. Ὁ ἀγών διά τήν προστασίαν τῆς δημιουργίας εἶναι κεντρική διάστασις τῆς πίστεώς μας. Ὁ σεβασμός τοῦ περιβάλλοντος εἶναι ἔμπρακτος δοξολογία τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ἡ καταστροφή τῆς κτίσεως εἶναι προσβολή τοῦ Δημιουργοῦ, ὅλως ἀσύμβατος μέ τάς βασικάς παραδοχάς τῆς χριστιανικῆς θεολογίας»[17].
Ἄλλωστε, ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Βαρθολομαῖος μὲ μιὰ ἐκπληκτικὴ τόλμη ἔχει μιλήσει ὄχι μόνον γιὰ τὴν «οἰκολογικὴ ἁμαρτία»[18] ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν «πράσινη Ἐκκλησία»: «Ἡ ἴδια ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ἡ πίστη, ἡ θεία λατρεία μέ κέντρο τή Θεία Εὐχαριστία, ὁ μοναχισμός καί ἡ ἀσκητική ζωή, ἡ φιλανθρωπία, ὁ κοινοτικός τρόπος τοῦ βίου, ἡ ἐκκλησιαστική τέχνη, ὅλα αὐτά ἔχουν οἰκοφιλική ὑφή καί ἀναφορά, εἶναι «ἐφηρμοσμένη οἰκολογία». Ἡ ἐκκλησιαστική ζωή εἶναι νίκη ἐναντίον τῶν ἀλλοτριωτικῶν δυνάμεων, οἱ ὁποῖες συντελοῦν στήν καταστροφή τῆς κτίσης, ὅπως ἡ πλεονεξία, ὁ καταναλωτισμός, ὁ ἀτομοκεντρισμός, ἡ ἀπληστία, ἡ μετατροπή τῆς φύσης σέ χρήσιμο ὑλικό κ. ἄ. Γιά τόν λόγο αὐτό ὀφείλουμε νά ὑπογραμμίσουμε, ὅτι τά οἰκολογικά ἐνδιαφέροντα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας δέν εἶναι περιστασιακή ἀντίδραση στήν τρέχουσα κρίση. Τό μεγάλο σύγχρονο οἰκολογικό πρόβλημα ὑπῆρξε ἁπλῶς ἡ ἀφορμή γιά νά ἀναδείξῃ ἡ Ἐκκλησία αὐτή τήν σημαντική διάσταση τῆς ζωῆς καί τοῦ ἤθους της. Ἀνέκαθεν ἡ Ὀρθοδοξία ἦταν, θά λέγαμε ἡ “πράσινη Ἐκκλησία”»[19].
Σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ ὀρθόδοξοι θεολόγοι μιλοῦν γιὰ τὴν «πράσινη θεολογία» καὶ γιὰ τὴν «πράσινη πατερικὴ παράδοση»[20] ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, δίχως τὴν παραμικρὴ ἀμφιβολία, εἶναι ὁ κατ’ ἐξοχὴν εἰσηγητὴς καὶ πρωτοπόρος, ἐν τοῖς πράγμασι, τῆς «πράσινης θεολογίας», ὄχι μόνον στὸν Ὀρθόδοξο κόσμο ἀλλὰ στὴν Ὑφήλιο, καθὼς ἡ ἀναγνωρισιμότητα καὶ ἡ ἐπιδραστικότητά του, τὸν καθιστοὺν ἕναν ἀπὸ τοὺς σημαντικότερους συγχρόνους πνευματικοὺς ἡγέτες παγκοσμίως. Ἀσφαλῶς, ὅταν ἀναφέρεται κάποιος σὲ «πράσινη θεολογία» δὲν ὑπονοεῖ, κατὰ κανένα τρόπο, ἕνα νεότευκτο θεολογικὸ οἰκοδόμημα ἢ ἐφεύρημα γιὰ νὰ στηρίξει συγκεκριμένες δράσεις καὶ πρωτοβουλίες ἢ γιὰ νὰ τοὺς προσδώσει ἕνα θεολογικὸ περικάλυμμα ἀλλὰ τὸ αὐθεντικὸ πίστευμα τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴν κτίση, τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴ σωτηρία, ὅπως διατυπώθηκε ἀπὸ τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους καὶ τὴ διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων καὶ ἔγινε ἀπόπειρα νὰ περιγραφεῖ μὲ ἐξαιρετικῶς συνοπτικὸ τρόπο στὴν ἀρχὴ τῆς καταγραφῆς αὐτῆς.
Ὅμως, ὁ Παναγιώτατος Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης, ὁ πολιὸς καὶ σεβάσμιος Πρῶτος τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας δὲν εἶναι ἁπλῶς ὁ ἀκαδημαϊκὸς εἰσηγητὴς τῆς «πράσινης θεολογίας», εἶναι ὁ ἀληθὴς καὶ αὐθεντικὸς θεολόγος τῆς Ἐκκλησίας, κατὰ τὴν ἔννοια τῆς ἀποφάνσεως «εἰ θεολόγος εἶ προσεύξῃ ἀληθῶς, καὶ εἰ ἀληθῶς προσεύξῃ θεολόγος εἶ»[21], διότι στὸ σεπτὸ Πρόσωπό του ὑποστασιάζεται ἐκεῖνο ποὺ λέγει ὁ ὅσιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος: «Καρδία ἐλεήμων ἐστὶ καῦσις ὑπὲρ πάσης τῆς κτίσεως, ὑπὲρ ἀνθρώπων καὶ τῶν ὀρνέων καὶ τῶν ζώων καὶ τῶν δαιμόνων καὶ ὑπὲρ παντὸς κτίσματος»[22]. Αὐτὸς εἶναι πρωτίστως ὁ Πατριάρχης μας∙ «Καρδία ἐλεήμων», ποὺ πάσχει καὶ ὀδυνᾶται γιὰ τὸν ἄνθρωπο, τὰ ζῶα, τὰ φυτά, τὴν κτίση ὁλάκερη…
[1] Γιὰ τὸν Καλλίνικο Δελικάνη βλ. Θρησκευτικὴ καὶ Ἠθικὴ Ἐγκυκλοπαιδεία, τ. 7ος, Ἐκδ. Ἀθ. Μαρτίνου, Ἀθῆναι 1962-1968, σ. 254-255 & Τ. Χαλκιᾶ (Ἀρχιμ.), «Καλλίνικος Δελικάνης. Ὁ Μητροπολίτης τῆς Ἀπελευθέρωσης» στὴν ἱστοσελίδα https://www.academia.edu/ (προσπέλαση: 28/11/2025).
[2] Καλλινίκου (Μητρ. Κυζίκου, μετέπειτα Καισαρείας), Ἡ Πρώτη ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος μετὰ τινῶν Συμπληρωμάτων-Ἱστορικὴ Μελέτη, Τύποις «Φαζιλέτ», Ἐν Κων/πόλει 1930, σ. 188.
[3] Γιὰ τὸ κείμενο τοῦ Συμβόλου τῆς Νικαίας βλ. J. D. Mansi (Ed.), Sacrorum Conciliorum Nova et Amplissima Collectio, v. IΙ, H. Weiter, Paris et Lipsiae, 1901-1927, στ. 665-668. Γενικότερα περὶ τοῦ Συμβόλου βλ. Βλ. Φειδᾶ, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, τ. Α΄, Ἀθῆναι 32002, σ. 456-469, Ἰ. Καρμίρη, Τὰ Δογματικὰ καὶ Συμβολικὰ Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. 1, Ἐν Ἀθήναις 1952, σ. 53-66 & Κ. Σκουτέρη, Ἱστορία Δογμάτων, τ. 2ος, Ἀθήνα 2004, σ. 289-322.
[4] E. Schwartz, Johannes Straub (Ed.), Acta Conciliorum Oecumenicorum, ΙΙ.1.2, De Gruyter, Berolini et Lipsiae, 1914-1984. σ. 129.
[5] Ἀθανασίου τοῦ Μεγάλου, Λόγος περὶ τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου καὶ τῆς διὰ Σώματος πρὸς ἡμᾶς Ἐπιφανείας Αὐτοῦ, PG 25, 192 B.
[6] Μήνυμα τῆς Α. Θ. Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου γιὰ τὴν ἡμέρα προσευχῆς ὑπὲρ τῆς Προστασίας τοῦ Φυσικοῦ Περιβάλλοντος (1 Σεπτεμβρίου 2025) στὴν ἱστοσελίδα https://ec-patr.org/minyma-tis-a-th-panagiotitos-toy-oikoym-8/ (προσπέλαση: 28/11/2025).
[7] Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, Θεολογικὰ καὶ Ἠθικά-Βίβλος τῶν Ἠθικῶν, Λόγος Α΄ Ι, 2, στ. 86-91 στὴ Σειρὰ Sources Chrétiennes No 122 (Ed. Jean Darrouzès), Les Éditions du Cerf, Paris 1966, σ. 190.
[8] Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, Θεολογικὰ καὶ Ἠθικά-Βίβλος τῶν Ἠθικῶν, Λόγος Α΄ Ι, 4, στ. 3-11, ὅπ. π., σ. 206.
[9] Βλ. ἀναλυτικῶς Σ. Καλαντζάκη, Ἡ Θεολογία τῆς Δημιουργίας στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, Ἐκδ. Γράφημα, Θεσ/νίκη 2016, σ. 224-227.
[10] Βλ. περισσότερα Ν. Ματσούκα, Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία Β΄ στὴ Σειρὰ Θεολογία καὶ Οἰκουμένη, τ. 2, Ἐκδ. Κυριακίδη, Θεσ/νίκη 2016, σ. 180 κ. ἑξ.
[11] Περὶ τῆς ἐκ τοῦ μηδενὸς Δημιουργίας βλ. Ν. Ματσούκα, ὅπ. π., σ. 144-158, Ν. Ξεξάκη, Ὀρθόδοξη Δογματικὴ Θεολογία 1, Ἐκδ. Ἔννοια, Ἀθήνα 2012, σ. 326-396, Χ. Ἀνδρούτσου, Δογματικὴ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Ἐκ τοῦ Τυπογραφείου τοῦ Κράτους, Ἀθῆναι 1907, σ. 94-97 & J. Zizioulas, Lectures in Christian Dogmatics, Pub. T. & T. Clark, New York 2008, p. 88-91.
[12] Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις Ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, PG 94, 864C-865A.
[13] Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, Πρὸς τοὺς Διαβάλλοντας τὰς Ἁγίας Εἰκόνας-Λόγος Α΄, PG 94, 1245 ΑΒ.
[14] Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Πρὸς Θαλάσσιον, PG 90, 621 A.
[15] Ἐγκύκλιος τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (Κρήτη, 2016)- V. Ἡ Ἐκκλησία ἐνώπιον τῶν συγχρόνων προκλήσεων, § 14, στὴν ἱστοσελίδα https://www.holycouncil.org/encyclical-holy-council_el (προσπέλαση: 28/11/2025).
[16] Ἐντελῶς ἐπιλεκτικῶς βλ. John Chryssavgis (Ed.), On Earth as in Heaven: Ecological Vision and Initiatives of Ecumenical Patriarch Bartholomew, Fordham University Press, New York 2012 & Γ. Δουραμάνη, Τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ τὰ Προβλήματα τοῦ Περιβάλλοντος, ΜΔΕ, Θεσ/νίκη, 2009.
[17] Μήνυμα τῆς Α. Θ. Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου γιὰ τὴν ἡμέρα προσευχῆς ὑπὲρ τῆς Προστασίας τοῦ Φυσικοῦ Περιβάλλοντος (1 Σεπτεμβρίου 2020) στὴν ἱστοσελίδα: https://ec-patr.org/minyma-tis-a-th-panagiotitos-toy-oikoym-2/ (προσπέλαση: 28/11/2025).
[18] Κ. Ντουράντε, «Ὁ Πράσινος Πατριάρχης καὶ ἡ Οἰκολογικὴ Ἁμαρτία», (03/09/2021) στὴν ἱστοσελίδα: https://publicorthodoxy.org/el/2021/09/03/9901/ (προσπέλαση: 28/11/2025).
[19] Ὁμιλία τῆς Α. Θ. Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου κατὰ τὴν ἀνακήρυξίν Του εἰς «Ἐπίτιμον Καθηγητὴν» Περιβαλλοντικῆς Ἐπιστήμης τοῦ Perrotis College τῆς Ἀμερικανικῆς Γεωργικῆς Σχολῆς (Θεσσαλονίκη, 23 Ἰουνίου 2023) στὴν ἱστοσελίδα: https://ec-patr.org/omilia-tis-a-th-panagiotitos-toy-oi-35/ (προσπέλαση: 28/11/2025).
[20] Ν. Asproulis, “Creation as Gift: A Sketch for an Orthodox Green Theology” στὸ T. Nantsou & N. Asproulis (Εds.), The Orthodox Church Addresses the Climate Crisis, WWF Greece & Volos Academy Publications, Athens & Volos 2021, σ. 85-92 & E. Theokritoff, “Green Patriarch, Green Patristics: Reclaiming the Deep Ecology of Christian Tradition”, Religions 2017 (8):116, σ. 1-19.
[21] Εὐαγρίου τοῦ Σχολαστικοῦ (ἀποδίδεται ἐσφαλμένως στὸν ὅσιο Νεῖλο τὸν Ἀσκητή), Περὶ Προσευχῆς Λόγος–Κεφ. Ξ’, PG 76, 1180 B.
[22]Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου, Τὰ Εὑρεθέντα Ἀσκητικά (Ἐπιμ. Δαμασκηνοῦ Μοναχοῦ Ἁγιορείτου), Ἐκδ. Κελλίον Τιμ. Προδρόμου Ἱ. Μονῆς Καρακάλλου, Ἅγιον Ὄρος 32020, σ. 346.
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο Εγκόλπιο Ημερολόγιο του Οικουμενικού Πατριαρχείου για το 2026.
