31.9 C
Athens
Τρίτη, 23 Ιουνίου, 2026

Η Διάλεξη του Ακαδημαϊκού Πασχάλη Κιτρομηλίδη για το Οικουμενικό Πατριαρχείο στον 20ό και 21ο αιώνα

Στο πλαίσιο του έργου του εν Αθήναις Γραφείου Εκπροσωπήσεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου και με τη συνεργασία επιστημονικής επιτροπής καθηγητών της Θεολογικής Σχολής του ΕΚΠΑ εγκαινιάστηκε την Τετάρτη 27 Μαΐου  στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο Αθηνών σειρά ακαδημαϊκών διαλέξεων με γενικό θέμα «Το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην Ορθόδοξη Εκκλησία και στον σύγχρονο κόσμο». Η σειρά των διαλέξεων αυτών τελεί υπό την υψηλή αιγίδα του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου και επιχειρεί να παρουσιάσει τη θέση και τον ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Ορθόδοξη Εκκλησία και στον κόσμο άλλοτε και ιδιαίτερα στην εποχή μας. Πρώτος ομιλητής της σειράς αυτή των διαλέξεων ήταν ο Ομ. Καθηγητής του ΕΚΠΑ και Ακαδημαϊκός κ. Πασχάλης Κιτρομηλίδης, ο οποίος παρουσίασε το θέμα «Το Οικουμενικό Πατριαρχείο στον 20ό και 21ο αιώνα. Η μαρτυρία της Ορθοδοξίας στις προκλήσεις του σύγχρονου κόσμου».

Η εκδήλωση ξεκίνησε με προσφώνηση του Μητροπολίτη Λαοδικείας κ. Θεοδωρήτου, Διευθυντού του Γραφείου Εκπροσωπήσεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου εν Αθήναις. Ακολούθησε ο χαιρετισμός του εκπροσώπου του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου, τον οποίο μετέφερε ο πρωτοπρεσβύτερος Εμμανουήλ Παπαμικρούλης, Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος της Αρχιεπισκοπής Αθηνών και Γραμματέας της Συνοδικής Επιτροπής επί των Διορθοδόξων και Διαχριστιανικών Σχέσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Με εμπνευσμένους λόγους χαιρέτησαν την εκδήλωση ο Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Εμμανουήλ Καραγεωργούδης, ο Πρόδερος του Τμήματος Θεολογίας κ. Ιωάννης Παναγιωτόπουλος, ο Αντιπρόεδρος του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας και Θρησκειολογίας κ. Ευστάθιος Λιανός-Λιάντης και ο Αντιπρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών κ. Αθανάσιος Φωκάς.

Κατόπιν ο Αν. Καθηγητής του Τμήματος Θεολογίας του ΕΚΠΑ κ. Σταύρος Γιαγκάζογλου παρουσίασε εκ μέρους της επιστημονικής επιτροπής το ευρύτερο πλαίσιο και τη θεματική των ακαδημαϊκών αυτών διαλέξεων για το Οικουμενικό Πατριαρχείο και κάλεσε στο βήμα του κατάμεστου Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου Αθηνών τον Ομ. Καθηγητή του ΕΚΠΑ και Ακαδημαϊκό κ. Πασχάλη Κιτρομηλίδη.

Η διάλεξη του Πασχάλη Κιτρομηλίδη για το Οικουμενικό Πατριαρχείο ξεκίνησε με αναφορές στην ιστορία της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως αμέσως μετά την άλωση και καθοδόν προς την πρώιμη Νεωτερικότητα. Στις δυσχερείς συνθήκες της δουλείας το Οικουμενικό Πατριαρχείο ανέλαβε το τιτάνιο έργο να διασώσει την πίστη και την χριστιανική κοινωνία των Ορθοδόξων. Επιτέλεσε το έργο του αυτό με δύο μακρόπνοες ενέργειες. 1. Με την ίδρυση της Πατριαρχικής Σχολής επιχείρησε να διατηρήσει την παιδεία του γένους καλλιεργώντας διαρκώς τα ελληνικά και χριστιανικά γράμματα. 2. Με την ανασυγκρότηση του μοναστικού βίου από τον 16ο αι. και εξής στον Πόντο, στο Άγιον Όρος, στα Μετέωρα, αλλά και σε όλη την Ελληνική Χερσόνησο μπόρεσε να επιστηρίξει τη μαρτυρία της εκκλησιαστικής πίστης και ζωής σε συνθήκες σκληρής δουλείας.  Ο Πασχάλης Κιτρομηλίδης παρουσίασε την πορεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου μέχρι την εποχή μας μέσα από έξι χαρακτηριστικά ιστορικά επεισόδια που εκφράζουν ανάγλυφα τη μέριμνά του να μετασχηματίζει κάθε ιστορική αντιξοότητα σε εμπνευσμένη εκκλησιαστική μαρτυρία και δημιουργικό έργο, ανοίγοντας διαρκώς νέους δρόμους για τη διάσωση της χριστιανικής πίστης αλλά και της επιβίωσης των Ορθοδόξων λαών.

1ο επεισόδιο: Οι περιπλανήσεις της έδρας του Οικουμενικού Πατριαρχείου

Η έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου μετά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως δεν ήταν πάντοτε σταθερή. Από τους Αγίους Αποστόλους, τη Μονή Παμμακαρίστου, την Παναγία Παραμυθία και τον Άγιο Δημήτριο Ξυλόπορτας, το Οικουμενικό Πατριαρχείο εγκαταστάθηκε το 1599 στον Άγιο Γεώργιο στο Φανάρι. Ο Πατριάρχης Ιερεμίας Β΄ ο Τρανός, μολονότι θρηνεί για την απώλεια του ναού του, συνάμα οραματίζεται το μέλλον της Εκκλησίας και της Ορθοδοξίας. Αποκρούοντας τις προτάσεις του Τσάρου για μετακίνηση της έδρας του Οικουμενικού Πατριαρχείου προβαίνει, αν και κάτω από δυσχερείς συνθήκες, στην ανύψωση της Μόσχας σε πατριαρχείο.

2ο επεισόδιο: Ο Πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρις

Στον ευρύτερο προγραμματισμό της στρατηγικής του Οικουμενικού Πατριαρχείου για τη στήριξη της Ορθόδοξης πίστης, ο Κύριλλος Λούκαρις κατά τον 17ο αι. έχει και αυτός ως πρωταρχική μέριμνα την παιδεία και τον μοναχισμό. Ιδρύει πολλές Σταυροπηγιακές Μονές, προβαίνει σε εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις στην Πατριαρχική Σχολή και αντιστέκεται σθεναρά στους Ιησουίτες μισιοναρίους. Εισάγει επίσημα τη χρονολόγηση από γεννήσεως του Χριστού, εγκαταλείποντας τη χρονολόγηση από κτίσεως κόσμου, αναθέτει τη μετάφραση της Καινής Διαθήκης στη δημώδη γλώσσα στον Μάξιμο Καλλιουπολίτη και επιχειρεί τη δημιουργία πατριαρχικού τυπογραφείου στην Κωνσταντινούπολη. Το ωστικό κύμα της Μεταρρύθμισης και της Αντιμεταρρύθμισης έπληξε και τον Ορθόδοξο κόσμο της Ανατολικής Ευρώπης. Ο Κύριλλος Λούκαρις αντιστάθηκε στον εκλατινισμό, συμμαχώντας στρατηγικά με τους προτεστάντες και συνάμα αγωνίστηκε για να ανταποκριθεί στις ανάγκης της εποχής του χωρίς φανατισμούς και μονομέρειες.

3ο επεισόδιο: Η ανάκληση του αυτοκεφάλου των Αρχιεπισκοπών Ιπεκίου και Αχρίδος

Η ανάκληση του αυτοκεφάλου των δύο αυτών Αρχιεπισκοπών (1766-1767), μολονότι εντάσσεται στη στρατηγική για την προστασία της πίστης και του ορθόδοξου φρονήματος, παρερμηνεύθηκε από τη μεταγενέστερη ιστοριογραφία των Σέρβων και των Βουλγάρων, καθώς εξελήφθη ως απόπειρα εξελληνισμού του ποιμνίου τους. Η υπόθεση αυτή συνδέεται και με την ανασυγκρότηση της Εκκλησίας της Σερβίας  από τον Βεζύρη Μεχμέτ Σοκόλοβιτς την οποία διηγείται και το μυθιστόρημα του Ίβο Άντριτς «Το γεφύρι του Δρίνου». Ο Σεβικής καταγωγής Βεζύρης συνηγόρησε ώστε να αποκατασταθεί η Εκκλησία της Σερβίας και να γίνει πατριάρχης ο αδελφός του μοναχός Μακάριος Σοκόλοβιτς. Ωστόσο, η ανάκληση του αυτοκεφάλου αυτών των Αρχιεπισκοπών έγινε ύστερα από εισηγήσεις των συνόδων τους, προκειμένου να προστατευθεί το Ορθόδοξο ποίμνιο από τη διαρκή απειλή των εξισλαμισμών στη Σερβία. Με τη μέριμνα αυτή του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως συνδέεται και το κήρυγμα του Κοσμά του Αιτωλού στις περιοχές αυτές.

4ο επεισόδιο: Προς τον 20ό αιώνα. Οι δύο πατριαρχίες του Ιωακείμ του Γ΄ (19ος – 20ός αι.)

Ο από Θεσσαλονίκης Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ΄ μεριμνά για την περιφρούρηση των προνομίων και της κανονικής παραδόσεως της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως και συνάμα προβαίνει σε μία σειρά εκσυγχρονιστικών κινήσεων. Στην πρώτη πατριαρχία του (1878-1884) προχωρεί σε έργα αναδιοργάνωσης και ανασυγκρότησης, ιδρύει το πατριαρχικό τυπογραφείο, εκδίδει την «Εκκλησιαστική Αλήθεια» με διευθυντή τον λόγιο Μανουήλ Γεδεών, θεμελιώνει τη Μεγάλη του Γένους Σχολή και ενισχύει τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, ενθαρρύνοντας τους αποφοίτους της για περαιτέρω σπουδές στο Εξωτερικό. Συνάμα, αναπτύσσει τις σχέσεις με τις άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες, ενώ παραχωρεί ορισμένες μητροπόλεις της Θεσσαλίας και της Άρτας στην Εκκλησία της Ελλάδος. Ωστόσο, δεν στάθηκε δυνατό επί των δύο θητειών του να λυθεί το Βουλγαρικό Σχίσμα. Κατά τη δεύτερη πατριαρχία του (1901-1912), καθώς ξεσπούν με ιδιαίτερη ένταση τα εθνικιστικά κινήματα στα Βαλκάνια, ο Ιωακείμ ο Γ΄ κρατεί αποστάσεις από αυτά και επιχειρεί την ανάπτυξη διεκκλησιαστικών σχέσεων, υποστηρίζει την παιδεία και προβαίνει σε έργα μεγάλης κλίμακας για την οργάνωση θεσμών και φιλανθρωπικών ιδρυμάτων (Ορφανοτροφείο της Πριγκήπου κ.ά.). Κατά την περίοδο αυτή ακμάζει ιδιαίτερα ο ελληνικός χριστιανικός πληθυσμός στη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη και δημιουργούνται νέες μητροπόλεις.

 5ο επεισόδιο: Οι πειρασμοί του 20ού αιώνα

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή δεν επέζησε σχεδόν καμία μητρόπολη του Πατριαρχείου στη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη. Η Ρωμηοσύνη εισέρχεται σε νέες περιπέτειες. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο απογυμνωμένο από το ποίμνιό του είναι υπό συνεχή διωγμό. Ο 20ός αι. είναι διάστικτος από τις πλέον δυσχερείς συνθήκες ζωής και πορείας του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ο νεοεκλεγείς Πατριάρχης Κωνσταντίνος ο ΣΤ΄ (1924) θεωρήθηκε ανταλλάξιμος και αναγκάστηκε να μεταβεί στην Ελλάδα. Αλλεπάλληλες ήταν οι διώξεις και οι απελάσεις των Ρωμιών της Πόλης (Σεπτεμβριανά 1955, απελάσεις του 1964), η έξοδος των κατοίκων της Ίμβρου και της Τενέδου, οι επεμβάσεις και οι διαγραφές ονομάτων από τις πατριαρχικές εκλογές και πλείστα άλλα. Τις δύσκολες αυτές συνθήκες του 20ού αι. αποτυπώνει η παρουσία του Πατριάρχη Αθηναγόρα στον πληγωμένο ναό των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Υψωμαθείων το 1955. Ωστόσο, όπως άλλοτε ο Ιερεμίας Β΄ ο Τρανός, ο οποίος «έκλαυσε πολλά» βλέποντας την Παμμακάριστο να έχει μεταβληθεί σε τέμενος, έτσι και ο Αθηναγόρας, παρά τις αντιξοότητες και τις απέραντες θλίψεις, οραματίστηκε και εργάστηκε για το ελπιδοφόρο μέλλον της Ορθοδοξίας, για την ανασυγκρότηση των δυνάμεων και το άνοιγμά της στην Οικουμένη.

Και πράγματι, επί των Πατριαρχών του Μεσοπολέμου τίθενται τα θεμέλια για την ανασύνταξη του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως ώστε να ανταποκριθεί στις νέες απαιτήσεις των καιρών. Το 1928 το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποδίδει «επιτροπικώς» τη διοίκηση των λεγόμενων Νέων Χωρών στην Εκκλησία της Ελλάδος, δημιουργεί αυτόνομες Εκκλησίες στις Βαλτικές χώρες, το 1937 αποδίδει αυτοκέφαλο στην Εκκλησία της Αλβανίας και ενισχύει σταθερά την παιδεία και τη Ρωμηοσύνη της Πόλης. Το 1945 προχωρεί στην άρση του Βουλγαρικού Σχίσματος μετά από 70 έτη.

6ο επεισόδιο: Οικουμενικότητα στην πράξη

Χάρις στους οραματισμούς, την τόλμη και τη γενναιότητα των πατριαρχών Αθηναγόρα και Βαρθολομαίου, το Οικουμενικό Πατριαρχείο πρωταγωνιστεί πλέον στον παγκόσμιο Χριστιανισμό στον 20ό και στον 21ο αιώνα. Παρά τους διωγμούς, τις αντιξοότητες και τους αντιπερισπασμούς το Οικουμενικό Πατριαρχείο προβαίνει σε μία σειρά κινήσεων στον διορθόδο0ξο και διαχριστιανικό χώρο επιδεικνύοντας στην πράξη τη διαρκή μέριμνά του για την ενότητα και τη μαρτυρία της Ορθόδοξης Εκκλησίας στον σύγχρονο κόσμο. Οι Πανορθόδοξες Διασκέψεις, οι συναντήσεις με τον Πάπα στη δεκαετία του 1960, η άρση των αναθεμάτων του 1054, η ανάπτυξη των διαχριστιανικών σχέσεων και των διμερών θεολογικών διαλόγων καθιστούν παγκόσμια ορατό το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος, παραλαμβάνοντας το έργο των πατριαρχών Αθηναγόρα και Δημητρίου, οδηγεί σε μια νέα περίοδο ωριμότητας και λαμπρής πορείας τη θέση και τον ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Ορθοδοξία και στον σύγχρονο κόσμο. Οι Πανορθόδοξες προσυνοδικές διασκέψεις και η Σύναξη των Προκαθημένων, η διεξαγωγή της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου στην Κρήτη (2016), η πρόοδος των θεολογικών διαλόγων, οι διαθρησκειακές ακαδημαϊκές συναντήσεις, η έμπρακτη μέριμνα για το φυσικό περιβάλλον, τα ανθρώπινα δικαιώματα, τις κοινωνικές ανισότητες και πολλές άλλες πρωτοβουλίες δείχνουν την ευθύνη και τη μέριμνα του Οικουμενικού Πατριαρχείου να ανταποκριθεί εμπνευσμένα στις προκλήσεις των καιρών. Από την Κωνσταντινούπολη εκπέμπεται ένας σύγχρονος και αυθεντικά ορθόδοξος λόγος για όλα τα κατεπείγοντα προβλήματα του ανθρώπου της εποχής μας, ο οποίος πλουτίζει τη σύγχρονη Ορθόδοξη θεολογική σκέψη και ανταποκρίνεται πειστικά στις αγωνίες και τις ελπίδες της σύγχρονης ανθρωπότητας. Επί των τελευταίων τριών Πατριαρχών έχει συντελεστεί μνημειώδες έργο για την Ορθόδοξη μαρτυρία στον σύγχρονο κόσμο. Συγκυρηναίοι των τριών αυτών Πατριαρχών υπήρξαν κορυφαίοι Ιεράρχες του Οικουμενικού Θρόνου, όπως ο Χαλκηδόνος Μελίτων (Χατζής), ο Σάρδεων Μάξιμος (Χρηστόπουλος), ο Μύρων και κατόπιν Εφέσου Χρυσόστομος (Κωνσταντινίδης) και βεβαίως ο Περγάμου Ιωάννης (Ζηζιούλας), ο οποίος είναι ο κορυφαίος Ορθόδοξος θεολόγος της εποχής μας. Η διακονία και η μαρτυρία του Οικουμενικού Πατριαρχείου μετά την άλωση και μέχρι σήμερα υπήρξε πράγματι ένα «ιστορικό θαύμα» με καθαρά ιστορικούς όρους.

Ακολούθως, αντιφώνησε ο καθηγητής του Τμήματος Θεολογίας του ΕΚΠΑ κ. Δημήτριος Μόσχος, ευχαριστώντας τον ομιλητή για την καλειδοσκοπική αυτή παράθεση των φάσεων της ιστορίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου και επισημαίνοντας την αλλαγή του ρόλου του Οικουμενικού Πατριαρχείου μετά την άλωση, προκειμένου να επιβιώσει ο Ορθόδοξος κόσμος στις δυσχερείς συνθήκες της δουλείας, αλλά και να ανταποκριθεί στις προκλήσεις των καιρών και ιδίως στις σαρωτικές ανακατατάξεις στον Ευρωπαϊκό χώρο από τον Διαφωτισμό και εντεύθεν, καθώς και στις νέες προκλήσεις του 19ου και κυρίως του 20ού αι. Καταλήγοντας στην αντιφώνησή του, σημείωσε τα εξής: «Η συνέχεια, βεβαίως, είναι γνωστή. Εις πείσμα όσων θεωρούν προδοσία της πίστεως αυτή την γραμμή, το Πατριαρχείο έφθασε σήμερα μετά από 100 χρόνια με αυτό το συνεπές άνοιγμα στη σύγχρονη κοινωνία να δίνει όχι απλά μαρτυρία στον σύγχρονο κόσμο αλλά να τον διακονεί ουσιαστικά ανοίγοντας νέους δρόμους, αν δεχθούμε ότι με αυτή την συνεπή πολιτική ήταν ο βασικός παράγοντας εκδίπλωσης της δυναμικής της Ορθόδοξης θεολογίας και εκκλησιαστικής ζωής (πνευματικής ζωής) κ.λπ. στο νέο λεγόμενο κόσμο (δηλαδή στην αμερικανική ήπειρο, αλλά και στον παγκόσμιο Νότο εσχάτως)».

Την εκδήλωση έκλεισε ο Αρχιμανδρίτης π. Ισίδωρος Κάτσος, Επ. Καθηγητής του Τμήματος Θεολογίας του ΕΚΠΑ, κάνοντας λόγο για τη σημασία και τη συνέχεια της σειράς αυτής των διαλέξεων για το Οικουμενικό Πατριαρχείο από τον ερχόμενο Οκτώβριο και ευχαριστώντας την Αν. Διευθύντρια του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου κ. Καλλιόπη-Φαίδρα Καλαφάτη για τη φιλοξενία της 1ης αυτής διάλεξης του Γραφείου Εκπροσωπήσεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου εν Αθήναις.

Σχετικά άρθρα

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ