Φως Φαναρίου
Η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, κατά τη συνεδρίασή της στις 18 Οκτωβρίου 2025, προχώρησε στην αγιοκατάταξη του Μοναχού Νεκταρίου (Κρέτου) του Προδρομίτου, ο οποίος ήταν γνωστός και ως «Βλάχος» (λόγω καταγωγής) ή «Πρωτοψάλτης».
Σύμφωνα με το σχετικό ανακοινωθέν του Οικουμενικού Πατριαρχείου: «Τό Ἱερόν Σῶμα ἀπεφάσισεν ὁμοφώνως, κατόπιν αἰτήματος τοῦ Μακ. Πατριάρχου Ρουμανίας κ. Δανιήλ, τήν κατάταξιν εἰς τό ἁγιολόγιον τῆς Ἐκκλησίας τῶν ἐν Ἄθωνι ἀσκησάντων ὁσιακῆς βιοτῆς Ἱερομονάχου Νήφωνος Ionescu Προδρομίτου (1799-1899) καί Μοναχοῦ Νεκταρίου Cretu (Πρωτοψάλτου) (1804-1899)».

Ο άγιος Νεκτάριος Βλάχος γεννήθηκε στη Ρουμανία και περί το 1845 μετέβη στο Άγιον Όρος, όπου και εγκαταβίωσε. Από το 1862 εγκαταστάθηκε στη σκήτη του Τιμίου Προδρόμου.
Διακρίθηκε στην ψαλτική τέχνη. Οι Αγιορείτες τον ονόμαζαν «νέο Κουκουζέλη», «το αηδόνι του Αγίου Όρους». Οι Ρουμάνοι τον έλεγαν «το αηδόνι της Μολδαβίας». Μετέφρασε πολλά μουσικά μέλη από τα ελληνικά στα ρουμανικά.
Ο σπουδαίος λογοτέχνης Αλέξανδρος Μωραϊτίδης γράφει περί του νέου αγίου ότι πηγαίνουν οι προσκυνητές στη σκήτη «ν’ ακούσουν την αηδόφωνον μελωδίαν του περίφημου Βλάχου, του Νεκταρίου, του πρώτου μουσικοδιδάσκαλου του Αγίου Όρους, όστις όμως γηράσας και τυφλωθείς, έπαυσε προ χρόνων να ψάλλη, προ τεσσάρων δε μηνών εκοιμήθη εν Κυρίω, αφ’ ου επί πεντηκονταετίαν όλην διέδωσε την βυζαντινήν μούσαν εις τας μονάς και ιδίως εις την Λαύραν, την ημίσειαν ώραν απέχουσαν, όπου όλοι σχεδόν οι μοναχοί, από του Προηγουμένου κ. Κοσμά του Γέροντος μέχρι και των νεωτέρων υποτακτικών, γνωρίζουσι την εκκλησιαστικήν μουσικήν, υπό τον Βλάχον μαθητευθέντες».

Μέλη του Νεκταρίου Βλάχου συμπεριλήφθηκαν σε διάφορες νεώτερες Μουσικές Ανθολογίες. Όμως, το 2018 εκδόθηκε από τον μουσικολογιώτατο ιερομόναχο Αντίπα, Γέροντα του Ιερού Ιβηριτικού Κελλίου Αγίας Άννης Καρεών Αγίου Όρους, η Συλλογή Ασμάτων Νεκταρίου Μοναχού Βλάχου, Βιογραφία – Μουσικά Κείμενα.
Δημοσιεύουμε εδώ, με την ευγενική παραχώρηση του Γέροντος Αντίπα, από το χειρόγραφο του αγίου, ένα ανέκδοτο χερουβικό σε ήχο δ’ (λέγετο).




