Του Θεοδώρου Κουρμπέλη
Πληθαίνουν εσχάτως, με τρόπο λυπηρό και πνευματικώς ανησυχητικό, οι αήθεις επιθέσεις κατά του προσώπου της Α.Θ. Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου. Δεν πρόκειται πλέον περί απλών διαφωνιών ή θεμιτής εκκλησιαστικής συζητήσεως. Πρόκειται περί λόγου εμπαθούς, περί ύβρεων, περί διαστρεβλώσεως, περί μιας προσπάθειας να πληγεί όχι μόνον ένας σεπτός Ιεράρχης, αλλά το ίδιο το κανονικό φρόνημα της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Η αρχή έγινε, με ιδιαίτερη ένταση, από ρωσσικές κρατικές υπηρεσίες, οι οποίες τόλμησαν να στρέψουν δηλητηριώδη λόγο κατά του Οικουμενικού Πατριάρχου. Το ίδιο το Οικουμενικό Πατριαρχείο, με σεμνότητα αλλά και με καθαρότητα, μίλησε για «ευφάνταστα σενάρια», «ψευδείς ειδήσεις», «ύβρεις» και «κατασκευασμένες πληροφορίες», υπογραμμίζοντας ότι τέτοιες επιθέσεις δεν αποθαρρύνουν τη Μητέρα Εκκλησία από τη συνέχιση της διακονίας και της οικουμενικής αποστολής της. Και σαν να μη έφθανε αυτό, κατά καιρούς εμφανίζονται, σε ορισμένα εκκλησιαστικά ή ομογενειακά μέσα, άρθρα και σχόλια που, άλλοτε με ειρωνεία και άλλοτε με εμφανή προκατάληψη, επιχειρούν να μικρύνουν το πρόσωπο και τη διακονία του Παναγιωτάτου, να παρουσιάσουν τις επισκέψεις του στην Ελλάδα ως δήθεν άνευ ουσίας ή να ερμηνεύσουν κάθε λόγο και κάθε κίνησή του μέσα από πνεύμα καχυποψίας. Λησμονούν, όμως, ότι κάθε παρουσία του Πρώτου της Ορθοδοξίας δεν είναι δημόσια εμφάνιση κενή περιεχομένου, αλλά παρουσία μαρτυρίας, ενότητος, ευλογίας και εκκλησιαστικής ευθύνης.Η πρόσφατη ομιλία του Παναγιωτάτου στη Βουλή των Ελλήνων υπήρξε γεγονός ιστορικό. Ύστερα από είκοσι επτά έτη, ο Οικουμενικός Πατριάρχης απευθύνθηκε εκ νέου στη Βουλή, όχι ως κοσμικός άρχων, αλλά ως ποιμήν και ως διάκονος της ειρήνης. Και όμως, ακόμη και εκεί, η απουσία ή η ψυχρότητα ορισμένων πολιτικών προσώπων, τα οποία συχνά ενδύονται ρητορικώς τον μανδύα της θρησκείας, φανέρωσε πόσο εύκολα η πίστη γίνεται σύνθημα και πόσο δύσκολα γίνεται ήθος.
Διότι άλλο πράγμα είναι η Ορθοδοξία και άλλο η θρησκειοκαπηλεία. Άλλο η ομολογία και άλλο η κραυγή. Άλλο η κανονική συνείδηση της Εκκλησίας και άλλο ο ζηλωτισμός, ο οποίος, ενώ εμφανίζεται ως υπεράσπιση της αληθείας, συχνά καταλήγει σε άρνηση της αγάπης, της συνοδικότητος και της εκκλησιαστικής τάξεως.
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης είναι ο πρώτος μεταξύ ίσων. Αυτό δεν σημαίνει κοσμική κυριαρχία. Δεν σημαίνει παπική εξουσία. Δεν σημαίνει δεσποτεία επί των άλλων Προκαθημένων. Σημαίνει ευθύνη. Σημαίνει διακονία. Σημαίνει ότι μέσα στο σώμα της Ορθοδοξίας υπάρχει τάξη, και ότι η τάξη αυτή δεν καταργεί την ισότητα, αλλά την υπηρετεί. Ο Πρώτος δεν είναι πάνω από τους αδελφούς του· είναι ενώπιόν τους ως σημείο ενότητας. Δεν δεσπόζει· προΐσταται εν αγάπη. Δεν επιβάλλεται· συντονίζει. Δεν διασπά· συγκαλεί.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν γνωρίζει ατομικές αυθεντίες αποκομμένες από το σώμα. Γνωρίζει Σύνοδο. Γνωρίζει Ευχαριστία. Γνωρίζει Πατέρες, Κανόνες, Παράδοση, εκκλησιαστική μνήμη. Γι’ αυτό και το πρωτείο του Οικουμενικού Θρόνου δεν είναι ανθρώπινη φιλοδοξία, αλλά κανονική διακονία εντός της συνοδικής ζωής. Όπου λησμονείται η συνοδικότητα, γεννάται αυθαιρεσία. Όπου λησμονείται το πρωτείο της διακονίας, γεννάται σύγχυση. Όπου λησμονείται η αγάπη, ακόμη και η ορθότερη φράση γίνεται πέτρα εναντίον του αδελφού.
Ο Παναγιώτατος`, τέκνο της μαρτυρικής Ίμβρου, μαθητής της Χάλκης, άνθρωπος βαθύτατης παιδείας, κανονικής γνώσεως και εκκλησιαστικής λεπτότητος, φέρει επί τριάντα πέντε έτη τον σταυρό του Οικουμενικού Θρόνου. Δεν τον φέρει εν μέσω δόξης κοσμικής, αλλά εν μέσω δυσκολιών, πιέσεων, γεωπολιτικών εντάσεων και πνευματικών δοκιμασιών. Το Φανάρι δεν είναι αυλή εξουσίας. Είναι σταυροπηγιακή καρδιά μνήμης, θυσίας και ελπίδος. Είναι ο τόπος όπου η Ρωμηοσύνη δεν έγινε μουσειακό κατάλοιπο, αλλά προσευχή. Είναι ο τόπος όπου η Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία συνεχίζει να μαρτυρεί ότι η βασιλεία του Χριστού πάντων δεσπόζει.
Η αγάπη του Παναγιωτάτου για την Εκκλησία δεν είναι θεωρητική. Είναι ορατή σε όλο το έργο του. Στην αδιάκοπη μέριμνά του για την ενότητα της Ορθοδοξίας. Στη σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Κρήτης το 2016. Στη στήριξη των εμπερίστατων Εκκλησιών. Στην υπεράσπιση της κανονικής τάξεως. Στην ευαισθησία του για τον διάλογο με τον χριστιανικό κόσμο και τις άλλες θρησκείες. Στην επιμονή του ότι η ειρήνη δεν είναι αφηρημένη έννοια, αλλά καρπός θυσίας, ευθύνης και πνευματικού αγώνα.
Η αγάπη του για τον άνθρωπο φαίνεται και στο οικολογικό του μήνυμα. Δεν είναι τυχαίο ότι ονομάσθηκε διεθνώς «Πράσινος Πατριάρχης». Από νωρίς ανέδειξε ότι η καταστροφή της δημιουργίας δεν είναι απλώς τεχνικό ή οικονομικό πρόβλημα, αλλά πνευματικό τραύμα, αμαρτία εναντίον του δώρου του Θεού. Στη Βουλή των Ελλήνων μίλησε για την οικονομική δραστηριότητα που δεν σέβεται το περιβάλλον ως «οικο-ανομία». Με μία μόνη λέξη φανέρωσε ολόκληρη θεολογία: ότι ο κόσμος δεν είναι αντικείμενο εκμεταλλεύσεως, αλλά οίκος Θεού· ότι ο άνθρωπος δεν είναι τύραννος της κτίσεως, αλλά ιερεύς της δημιουργίας.
Και ακριβώς γι’ αυτό ενοχλεί. Ενοχλεί όσους θέλουν την Εκκλησία υποχείριο εθνικών σχεδιασμών. Ενοχλεί όσους προτιμούν μια Ορθοδοξία κλειστή, φοβική, αυτάρεσκη, στρατευμένη σε πολιτικές σκοπιμότητες. Ενοχλεί όσους συγχέουν την πίστη με την ιδεολογία και την παράδοση με την ακινησία. Ενοχλεί όσους δεν αντέχουν ότι το Φανάρι, μικρό σε αριθμούς αλλά μεγάλο σε σταυρική ακτινοβολία, παραμένει σημείο αναφοράς της παγκόσμιας Ορθοδοξίας. Ενοχλεί ακόμη και εκείνους που, πίσω από τον μανδύα της δημοσιογραφικής κρίσεως ή της δήθεν υπερασπίσεως της παραδόσεως, καλλιεργούν συστηματικώς κλίμα απαξιώσεως εναντίον του Φαναρίου, μετατρέποντας την ενημέρωση σε υπαινιγμό και την κριτική σε εμπάθεια.
Οι υπερορθόδοξοι ζηλωτές, οι οποίοι συχνά κρίνουν τους πάντες εκτός από τον εαυτό τους, λησμονούν ότι η Ορθοδοξία δεν σώζεται με ύβρεις. Δεν σώζεται με καχυποψία. Δεν σώζεται με παρασυναγωγές. Δεν σώζεται με επιθετικότητα εναντίον της Μητρός Εκκλησίας. Η Ορθοδοξία ζει μέσα στην Εκκλησία, μέσα στους Κανόνες, μέσα στη Σύνοδο, μέσα στο Άγιο Ποτήριο, μέσα στην ταπείνωση. Ο ζηλωτισμός χωρίς υπακοή είναι πνευματική αυτοδικαίωση. Η αλήθεια χωρίς αγάπη γίνεται τραύμα. Η κανονικότητα χωρίς εκκλησιαστικό ήθος γίνεται τύπος χωρίς ζωή.
Σήμερα, που η Ορθοδοξία δοκιμάζεται από τον εθνοφυλετισμό, από την εργαλειοποίηση της πίστεως και από την πειρασμική ταύτιση Εκκλησίας και κρατικής ισχύος, ο Οικουμενικός Πατριάρχης υπενθυμίζει κάτι απλό και μέγα: ότι η Εκκλησία δεν είναι προέκταση κανενός κράτους. Δεν είναι ιδεολογικός μηχανισμός κανενός έθνους. Δεν είναι πεδίο γεωπολιτικής επιβολής. Είναι το Σώμα του Χριστού. Και στο Σώμα του Χριστού δεν υπάρχουν φυλετικές υπεροχές, εθνικές αυταρέσκειες και πολιτικές σκοπιμότητες. Υπάρχει ο Χριστός, «ὁ πάντα καί ἐν πᾶσι». (Κολασσαεῖς 3:11)
Δεν υπερασπιζόμαστε, λοιπόν, τον Παναγιώτατο από προσωπολατρία. Τον υπερασπιζόμαστε διότι στο πρόσωπό του βάλλεται ένας θεσμός αποστολικός, μία παράδοση αιώνων, μία κανονική τάξη που κράτησε την Ορθοδοξία ενωμένη μέσα σε θύελλες ιστορίας. Υπερασπιζόμαστε τον Οικουμενικό Πατριάρχη διότι υπερασπιζόμαστε την Εκκλησία ως κοινωνία, όχι ως άθροισμα ανταγωνιστικών κέντρων. Υπερασπιζόμαστε το Φανάρι διότι χωρίς το Φανάρι η Ορθοδοξία χάνει ένα κέντρο μνήμης, ενότητος και μαρτυρίας.
Όσοι είχαμε την ευλογία να γνωρίσουμε προσωπικώς τον Παναγιώτατο, γνωρίζουμε ότι πίσω από το υψηλό αξίωμα υπάρχει άνθρωπος προσευχής, λεπτότητας, ευγένειας και πατρικής αγάπης. Όσοι ανεβαίνουμε στο Φανάρι, όταν οι υποχρεώσεις μάς το επιτρέπουν, μαζί με την οικογένεια μας, δεν πηγαίνουμε σε κέντρο εξουσίας. Πηγαίνουμε σε σπίτι πατρικό. Πηγαίνουμε εκεί όπου η ιστορία γίνεται θυμίαμα, όπου η παράδοση γίνεται ευθύνη, όπου η Ρωμηοσύνη δεν κραυγάζει, αλλά ψάλλει.
Η Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία δεν έχει ανάγκη από κοσμικούς υπερασπιστές με πνεύμα αντιδικίας. Έχει ανάγκη από τέκνα πιστά, ευγνώμονα και νηφάλια. Από ανθρώπους που γνωρίζουν να διακρίνουν την ομολογία από την εμπάθεια, την ευσέβεια από τη μισαλλοδοξία, την παράδοση από τον φανατισμό.
Ο Παναγιώτατος στέκει σήμερα, όπως και τόσα χρόνια, όχι ως κοσμικός άρχοντας, αλλά ως διάκονος της ενότητος. Και η ενότητα αυτή δεν είναι διπλωματική ισορροπία. Είναι εκκλησιολογική αλήθεια. Είναι καρπός Πεντηκοστής. Είναι η απάντηση της Εκκλησίας στον κατακερματισμό του κόσμου.
Γι’ αυτό, ενώπιον των ύβρεων, των συκοφαντιών και των μικροψύχων απαξιώσεων, η απάντηση των τέκνων της Εκκλησίας δεν μπορεί να είναι άλλη από την αγάπη, την προσευχή και την πιστότητα. Να στεκόμαστε κοντά στον Οικουμενικό Πατριάρχη. Να στηρίζουμε τη Μητέρα Εκκλησία. Να μη επιτρέπουμε στον ζηλωτισμό να υποκαθιστά την Εκκλησία, ούτε στην πολιτική σκοπιμότητα να ντύνεται με άμφια ευσεβείας.
Διότι όποιος αγαπά αληθινά την Ορθοδοξία, δεν περιφρονεί το Φανάρι. Όποιος τιμά την Παράδοση, δεν υβρίζει τον Πρώτο της. Όποιος ζει εκκλησιαστικά, γνωρίζει ότι η αλήθεια της Εκκλησίας δεν φυλάσσεται με κραυγές, αλλά με αγάπη, ταπείνωση, κανονική συνείδηση και συνοδικό φρόνημα.
Και ο Παναγιώτατος Βαρθολομαίος, που εμείς που τον ξέρουμε και τον αγαπούμε τον αποκαλούμε Παππού μας, μέσα στην ταραχή των καιρών, συνεχίζει να δείχνει αυτόν τον δρόμο: τον δρόμο του Χριστού, της ειρήνης, της ευθύνης, της δημιουργίας, της ενότητας και της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.
