Του Αρχιμανδρίτου του Οικουμενικού Θρόνου Γεράσιμου Φραγκουλάκη
Αννόβερο Γερμανίας
Στις κρίσιμες ημέρες που διέρχεται ο κόσμος μας, με τις γεωπολιτικές εντάσεις, τις εθνικές επιδιώξεις και τις εκκλησιαστικές αντιπαραθέσεις να πληθαίνουν, δεν είναι δυνατόν να περάσουν απαρατήρητες οι πρόσφατες δηλώσεις του Πατριάρχου Μόσχας κ. Κυρίλλου. Κατά την επίσημη πασχαλινή δεξίωση στη Μόσχα, στην μεγάλη έπαυλη του Υπουργείου Εξωτερικών, και παρουσία του Υπουργού Εξωτερικών της Ρωσίας κ. Σεργκέι Λαβρόφ, ο Πατριάρχης Μόσχας χρησιμοποίησε ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα κατά του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, αποφεύγοντας – όπως συνηθίζει – να τον αποκαλέσει με τον ιστορικό και πανορθόδοξα αναγνωρισμένο τίτλο του, «Οικουμενικός».
Αναφέρθηκε στις ισορροπίες του ορθοδόξου κόσμου και στις τριβές που προέκυψαν εξαιτίας του ουκρανικού ζητήματος, υποστηρίζοντας ότι δήθεν επιχειρείται αλλοίωση της κανονικής τάξεως και των παραδόσεων της Εκκλησίας. Επανέφερε δε το αφήγημα της «Τρίτης Ρώμης», παραβλέποντας σειρά ιστορικών και κανονικών δεδομένων που συγκροτούν την Ορθόδοξη Εκκλησία εδώ και αιώνες.
Φαίνεται να λησμονεί ο Πατριάρχης Μόσχας ότι ο τίτλος «Οικουμενικός Πατριάρχης» έχει αναγνωρισθεί από όλες τις Τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες ως σημείο ενότητος, συντονισμού και διακονίας. Η προσπάθεια να αποδοθεί στον Οικουμενικό Πατριάρχη εξουσία ξένη προς την Παράδοση δεν είναι παρά διαστρέβλωση της πραγματικότητας.
Όσο για το αφήγημα της «Τρίτης Ρώμης», πρόκειται για επινόημα χωρίς θεσμικό ή κανονικό έρεισμα. Η χορήγηση του Τόμου Αυτοκεφαλίας στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας στηρίχθηκε σε ιστορικά δικαιώματα και στην ανάγκη θεραπείας εκκρεμοτήτων που ταλαιπωρούσαν τους πιστούς, όχι σε εξωτερικές παρεμβάσεις, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το Πατριαρχείο Μόσχας. Αντιθέτως, η στενή και εμφανής συνεργασία της Ρωσικής Εκκλησίας με την πολιτική ηγεσία της χώρας εγείρει εύλογα ερωτήματα για την εκκλησιαστική της ανεξαρτησία.
Εκεί όμως όπου ο Πατριάρχης Μόσχας υπερέβη κάθε όριο είναι η δημόσια παρέμβασή του στις διαδικασίες εκλογής νέου Προκαθημένου της Εκκλησίας της Γεωργίας. Η δήλωσή του ότι «ελπίζει» η Γεωργιανή Εκκλησία να εκλέξει ηγέτη που δεν θα υποστηρίξει την ουκρανική Αυτοκεφαλία, ξεκάθαρα αποτελεί πίεση, και μάλιστα δημόσια.
Η εκλογή Προκαθημένου σε μια Τοπική Εκκλησία είναι ιερή και εσωτερική διαδικασία, που τελείται εν Πνεύματι Αγίω και σύμφωνα με την παράδοση κάθε Εκκλησίας. Όταν ένας άλλος Πατριάρχης επιχειρεί να υποδείξει ποια στάση πρέπει να έχει ο επόμενος ηγέτης, αυτό συνιστά ωμή παρέμβαση και λαμβάνει χαρακτήρα εκκλησιαστικού εκβιασμού. Το μήνυμα είναι σαφές: «Εκλέξτε κάποιον που να συμφωνεί με τη δική μας γραμμή». Αυτό δεν είναι συνοδικότητα, δεν είναι αδελφική σχέση Εκκλησιών· είναι πολιτική πίεση με εκκλησιαστικό ένδυμα.
Η Εκκλησία της Γεωργίας, με ιστορία δεκαέξι αιώνων, δεν είναι προτεκτοράτο κανενός. Έχει αντέξει αυτοκρατορίες, εισβολές, κατοχές και αναταραχές. Δεν χρειάζεται καθοδήγηση για να εκλέξει τον Προκαθήμενό της. Η προσπάθεια εξωτερικής επιρροής δεν είναι απλώς ατυχής· είναι προσβλητική.
Το ουκρανικό ζήτημα, όσο κι αν έχει προκαλέσει εντάσεις, δεν μπορεί να μετατρέπεται σε εργαλείο πίεσης προς άλλες Εκκλησίες. Η στάση της Γεωργίας απέναντι στην ουκρανική Αυτοκεφαλία είναι θέμα που θα αποφασίσει η ίδια, με βάση τη δική της θεολογική κρίση. Η σύνδεση της διαδοχής με τη στάση στο ουκρανικό ζήτημα είναι επικίνδυνη, δημιουργεί προηγούμενο και ανοίγει τον δρόμο σε μια εποχή όπου οι Προκαθήμενοι θα εκλέγονται όχι για την πνευματικότητά τους, αλλά για την πολιτική τους χρησιμότητα.
Η Ορθοδοξία έχει ανάγκη από λιγότερη ή μάλλον καθόλου πολιτική και περισσότερη αλήθεια. Η Εκκλησία δεν μπορεί να λειτουργεί ως προέκταση κρατικών στρατηγικών ούτε να μετατρέπεται σε εργαλείο επιρροής. Αν θέλουμε να διαφυλάξουμε την ενότητά μας, οφείλουμε να επιστρέψουμε στις αρχές μας: στην ελευθερία των Τοπικών Εκκλησιών, στη συνοδικότητα, στον σεβασμό της πνευματικής αυτονομίας.
Η δήλωση του Πατριάρχη Μόσχας δεν υπηρετεί αυτές τις αρχές, αλλά τις υπονομεύει.
Και αυτό πρέπει να λέγεται καθαρά, με παρρησία και ευθύνη ενώπιον του Θεού και της Εκκλησίας.
