27.9 C
Athens
Τετάρτη, 24 Ιουνίου, 2026

Γρηγορίου Λαρεντζάκη: Το Οικουμενικό Πατριαρχείο ακάματος διάκονος στην υπηρεσία της καθόλου Ορθοδοξίας

Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον ἀκάματος διάκονος στήν ὑπηρεσία τῆς καθόλου Ὀρθοδοξίας

Ὁμολογία τῶν Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν στίς ἀπαντήσεις των στήν Πατριαρχική καί Συνοδική Ἐγκύκλιο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τοῦ 1902, τήν ὁποία ὑπέγραψε ὁ Πατριάρχης Ἰωακείμ ὁ Γ΄ [1]

Γρηγορίου Λαρεντζάκη

Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Γκράτς

Ἄρχοντος Μεγάλου Πρωτονοταρίου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου

Θεωρῶ ἀναγκαῖο νά ἀναφερθῶ σέ ὡρισμένα βασικά ἱστορικά γεγονότα καί παρερμηνευμένα θέματα, τά ὁποῖα ἀφοροῦν τήν θέση καί τόν ρόλο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου σέ ὁλόκληρη τήν Ὀρθοδοξία, τά ὁποῖα ἐσκεμμένως ἀγνοοῦνται καί ὑποβαθμίζονται, δημιουργώντας διαστρεβλώσεις καί ἀνιστόρητες συγχύσεις.

Οἱ ἑπόμενες παρατηρήσεις εἶναι προφανῶς μόνον νύξεις τῶν θεμάτων, ὅμως βασισμένες σε τεκμηριωμένες μελέτες καί σε συγκεκριμένα ντοκουμέντα, τά ὁποῖα εἶναι στούς πάντες προσιτά καί ἐν πολλοῖς γνωστά, ἐάν βέβαια ὑπάρχει θέληση χωρίς προκαταλήψεις καί συμφεροντολογικούς ὑστερόβουλους σκοπούς.

Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον ἀνέκαθεν συμπαραστάθηκε καί στά Πατριαρχεῖα καί τίς ἄλλες Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες τῆς Ἀνατολῆς, ὅταν κατά διαστήματα εὑρίσκοντο σέ πολύ δύσκολες ὑπαρξιακά συνθῆκες ἤδη ἀπό τήν Α΄ χιλιετία μέχρι καί τήν Πατριαρχία τοῦ Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου, κατόπιν παρακλήσεως καί χρήσεως τοῦ Ἐκκλήτου (π.χ. Πατριαρχεῖο Ἱεροσολύμων, Πατριαρχεῖο Βουλγαρίας, Ἐκκλησία Κύπρου κλπ.).

Ὡς ἐκ τούτου δέν εἶναι δυνατόν νά ἀγνοηθοῦν οἱ εἰρηνευτικές καί συντονιστικές, πρωτόβουλες δραστηριότητες τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου σέ διάφορα πανορθόδοξα προβλήματα, ἀλλά καί σέ προβλήματα ἐντός Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, τά ὁποῖα δέν ἦταν δυνατόν νά λυθοῦν μόνον ἀπό τίς Ἐκκλησίες αὐτές.

Τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖον π.χ. «ἀνέστησε» στήν κυριολεξία τῆς λέξεως τήν καταργημένη μαρτυρική Ἐκκλησία τῆς Ἀλβανίας, ἡ ὁποία σήμερα ζεῖ, ἀνθεῖ καί καρποφορεῖ μέ παραδειγματικό τρόπο.

Ὅλη αὐτή ἡ προσφορά καί συντονιστική διακονία αἰώνων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου γιά ὅλες τίς Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες ἦσαν ἀναγκαῖες καί ὠφέλιμες καί ἔγιναν, διότι τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖον ἔχει τήν δυνατότητα καί τό δικαίωμα, ἀλλά καί τήν θέληση νά βοηθήσει, ὅταν καί ὅπου ὑπάρχει ἀνάγκη. Γιά τόν λόγο αὐτό ἐτόνιζε καί ὁ πολύς Ἰωάννης Meyendorf, ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία «ἔχει ἀνάγκη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου», μ. ἄ. ὡς «ἕν κέντρον συμφωνίας» καί «συντονισμοῦ». Oἱ διαπιστώσεις τοῦ Meyendorf πρίν ἀπό 40 περίπου χρόνια ἔχουν ἐπικαιρότητα καί σήμερον ὅταν τονίζει: «Κατά τά νῦν χαώδη ἔτη, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία πρέπει ἀσφαλῶς νά κάμῃ χρῆσιν τῆς σοφῆς, ἀντικειμενικῆς καί αὐθεντικῆς ἡγεσίας (leadership) τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.» Έγνώρίζε βέβαια ὁ Μάγεντορφ ὅτι καί τότε ὁρισμένοι ἰσχυριζόταν ὅτι ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἐνεργεῖ ὡς ὁ Πάπας τῆς Ὀρθοδοξίας. Γιά τό λόγο αὐτό τονίζει, ὅτι «Δημοσιογράφοι (βέβαια σήμερα δέν εἶναι μόνον δημοσιογράφοι) κακῶς ἤ ἐλλειπῶς πληροφορούμενοι, συχνάκις ταυτίζουν τήν θέσιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου μέ ἐκείνην τοῦ Πάπα εἰς τόν Ρωμαιοκαθολικισμόν, τοῦθ’ ὅπερ εἶναι ἐκτός πάσης ἐννοίας.» (The orthodox Church, Syosset, N.Y. vol. 14, no 4, April 1978, p.4).

Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης οὔτε εἶναι, οὔτε θέλει, οὔτε πρέπει νά εἶναι ὁ Πάπας τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅμως ἔχει λόγο καί καθήκοντα καί ἀναμφισβήτητο συντονιστικό ρόλο, τόν ὁποῖο ἐχρησιμοποίησε καί χρησιμοποιεῖ πρός ὄφελος τῆς καθόλου Ὀρθοδοξίας. Ἡ εὐχαριστία καί τοῦ Πατριάρχου Βουλγαρίας Δανιήλ κατά πρόσφατη εἰρηνική ἐπίσκεψή του στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο (26 καί 27 Δεκεμβρίου 2025) γιά τήν ρύθμιση τοῦ Σχίσματος ἐντός τοῦ Πατριαρχείου Βουλγαρίας ἀποτελεῖ μία ἐπί πλέον ἰσχυρή μαρτυρία.

Πατριαρχική καί Συνοδική Ἐγκύκλιος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τοῦ 1902 πρός τίς Ὀρθόδοξες Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες

Ἀρχές τοῦ 1900 οἱ σχέσεις μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν εὑρίσκοντο ὄχι σέ καλή κατάσταση, (οὔτε τακτική ἀλληλογραφία δέν ὑπῆρχε) καί γιά τόν λόγο αὐτό ἐξέδωσε τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο τό 1902 μία πολύ σημαντική «Πατριαρχική καί Συνοδική Ἐγκύκλιο» πρός τίς Ὀρθόδοξες Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, τήν ὁποία ὑπογράφει ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Ἰωακείμ ὁ Γ΄ καί τά μέλη τῆς Συνόδου τοῦ Οἰκουμενιοῦ Πατριαρχείου. Πολύ ἐνδιαφέρον εἶναι τό γεγονός, ὅτι ὁ σημερινός διάδοχός του, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, ἔκανε τήν 1η Φεβρουαρίου 2026 τά ἀποκαλυπτήρια τοῦ ἀνδριάντα τοῦ Πατριάρχου Ἰωακείμ τοῦ Γ΄στό χῶρο τῆς Μητρoπόλεως Θεσσαλονίκης, τονίζοντας ὅτι ὁ Πατριάρχης Ἰωακείμ ὁ Γ΄«Ἐγνώριζε ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέ ζεῖ γιά νά κυριαρχεῖ, ἀλλά γιά νά διακονεῖ, ὅπως ὁ Κύριός της. Δέν ὑπάρχει γιά νά ὑψώνει τείχη, ἀλλά διά νά ἀνοίγει ἀτραπούς σωτηρίας.» Αὐτή ἡ διορθόδοξη καί διαχριστιανική διακονία, τήν ὁποία ὑπηρετεῖ ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, εἶναι ἡ διαχρονική συνέχεια τῆς Ἀρχῆς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἀπό χρόνων παλαιῶν, καί ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἰωακείμ τοῦ Γ΄, ὅπως προτείνει μέ τήν Πατριαρχική καί Συνοδική αὐτή Ἐγκύκλιο πρός τίς Αὐτοκέφαλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, ἡ ὁποία ἀναφέρεται συγκεκριμένα σέ τέσσερα πολύ σοβαρά θέματα, τά ὁποῖα ἀπασχολοῦσαν ὁλόκληρη τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί ὄχι μόνο.

Πρῶτον γιά τήν βελτίωση καί σύσφυγξη τῶν σχέσεων μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. «Ἡ ἐν ὁμονοίᾳ καί ἀγάπῃ συνάντησις καί ἐνίσχυσις τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν»,

δεύτερον γιά τήν ἀνάληψη πρωτοβουλιῶν γιά τήν βελτίωση τῶν σχέσεων μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί τῶν μή Ὀρθοδοξων Ἐκκλησιῶν καί μάλιστα «ἡ δυνατή τούτων (τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν) πρός τάς δύο μεγάλας τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀναδενδράδας, τόν Καθολικισμόν καί τόν Προτεσταντισμόν, σχέσις καί ἐν χριστιανικῇ ἀγάπῃ προσέγγισις»,

τρίτον «πῶς δεῖ τήν Ὀρθοδοξον Ἐκκλησίαν προσενεχθεῖναι ἰδίᾳ πρός τούς λεγομένους Παλαιοκαθολικούς, ἐπιποθοῦντας τήν μετ’ αὐτῆς ἕνωσιν» καί

τέταρτον γιά το ἀνακύψαν θέμα τοῦ νέου ἡμερολογίου, «τό περί δυνατῆς ἤ μή τροποποιήσεως καί ἀκριβεστέρου καθορισμοῦ τοῦ παρ’ ἡμῖν κρατοῦντος Ἡμερολογίου».

Δηλαδή διαπιστώνομε, ὅτι τό Οίκουμενικό Πατριαρχεῖο ἐπιλαμβάνεται τῶν καιρίων αὐτῶν θεμάτων, ἀναλαμβάνει τήν πρωτοβουλία, δέν ἀποφασίζει μόνον του, ἀλλά ἐρωτᾶ τίς ἀδελφές Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες γιά τήν περαιτέρω λήψη τῶν σχετικῶν ἀποφάσεων. Δέν ἐνεργεῖ αὐτοβούλως χωρίς τήν συνεννόηση καί τόν διάλογο. Οἱ ἀπαντήσεις στά τεθέντα ζητήματα εἶναι πολύ ἐνδιαφέρουσες καί πρέπει νά γίνουν περισσότερον γνωστές καί στά πληρώματα τῶν Ἐκκλησιῶν μας, ὅμως δέν εἶναι τοῦ παρόντος.

Μεγάλο ἐνδιαφέρον ἔχουν ὅμως οἱ ἀντιδράσεις τῶν κατά τόπους Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν γιά τήν πρωτοβουλία αὐτή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, δηλ. πῶς τήν δέχθηκαν καί πῶς τήν ἀντιμετώπισαν. Ἡ ἀπάντηση εἶναι σαφής. Τήν ἐδέχθησαν μετά χαρᾶς καί εὐχαριστιῶν, τήν ἐπικρότησαν καί τήν θεώρησαν αὐτονόητη καί ἐπαινετέα καί μέ μεγάλο ἐνδιαφέρον προσπάθησαν νά ἀνταποκριθοῦν στά ζητήματα πού ἔθεσε τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο.

Ἐκκλησία Ἱεροσολύμων γράφει στήν ἀπάντησή της: «Πολλῆς σπουδῆς καί μελέτης ἄξια θέματα προὐβάλλετο ταῖς Ἁγίαις τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίαις ἡ Ὑμετέρα θεοτίμητος κορυφή…. καί κατ’ ἀξίαν τήν τῆς Ὑμετέρας Θειοτάτης Παναγιότητος καί τῆς περί Αὐτήν σεβασμίας Συνόδου ἐπῃνέσαμεν πρόθεσιν….» Μεταξύ ἄλλων εἶναι πολύ σημαντική μία πρόταση τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων, τήν ὁποία θά πρέπει νά ὑπενθυμίσει σήμερον καί στό Πατριαρχεῖον Μόσχας: «…Τούτων δέ οὕτω καλῶς τιθεμένων, ἀνάγκη ἀκολούθως ὅπως ἑκάστη αὐτοκέφαλος Ἐκκλησία, τήν δικαιοδοσίαν τῆς ἑτέρας σεβομένη καί τά προνόμια καί δίκαια αὐτῆς περί πλείστου ποιουμένη, ἐπί μηδεμιᾷ μέν προφάσει μεταίρῃ ὅρια αἰώνια, ἅ ἔθεντο οἱ πατέρες ἡμῶν, ἐπιμελῶς δέ ἀποφεύγῃ πᾶσαν εἴτε ἄμεσον, εἴτε ἔμμεσον ἐν ἀλλοτρίοις παροικίαις ἐπέμβασιν, ἐξ ἧς διαιρέσεις πνευμάτων καί σχίσματα διαθέσεων καί πικίλα ἕτερα σκάνδαλα, τάς ἀδελφικάς τῶν Ἐκκλησιῶν σχέσεις ψυχραίνοντα καί παραλύοντα. Τό τοιοῦτον ἀντευαγγελικόν καί ὀλέθριον πνεῦμα πάσῃ δυνάμει καταπολεμητέον καί παντελῶς τῶν ἱερῶν τῆς Ἐκκλησίας περιβόλων ἐξοστρακιστέον.»

Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσσίας εἰς τήν ἀπάντησίν της τότε(!) ἀπευθύνεται «Τῷ Παναγιωτάτῳ Ἀρχιεπισκόπῳ Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης, καί Οἰκουμενικῷ Πατριαρχῃ Κυρίῳ Κυρίῳ Ἰωακείμ τῷ Γ΄ καί τῇ ἁγίᾳ καί ἱερᾷ Συνόδῳ τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀδελφικόν ἐν Χρστῷ ἀσπασμόν», καί τονίζει: «Μετ’ ἰδιαιτέρας χαρᾶς καί ἀγάπης ἐδέξατο ἡ Ἁγιωτάτη Σύνοδος τῆς Ρωσσίας τήν τιμίαν καί πνευματέμφορον ἐπιστολήν τῆς Ὑμετέρας Παναγιότητος καί τῆς περί Αὐτήν Ἱερᾶς Συνόδου, ἐγκεχαραγμένον φέρουσαν τόν τύπον τοῦ συνήθους τῇ ἕδρᾳ τοῦ Χρυσοστόμου ὑπέρ τῆς τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίας ζήλου καί τῆς ἀδιαπτώτου περί τῆς σωτηρίας τῶν πάντων μερίμνης, καθώς καί τῆς ἐξιδιασμένης πρός τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ρωσσίας ἀγάπης καί οἰκειότητος, μετ’ ἐπισταμένην δέ μελέτην καί διάσκεψιν προάγεται εἰς ἀπάντησιν τῇ ἀγάπῃ Αὐτῆς καί ἀνακοίνωσιν Αὐτῇ τῆς ἑαυτῆς γνώμης περί τῶν ζητημάτων, ἅπερ οὕτως εὐκαίρως ἡ σοφή Αὐτῆς πρόνοια ἔθετο.» Ἐκφράσεις ίδιαιτέρας χαρᾶς καί ἀγάπης, τιμῆς καί ἀναγνωρίσεως τῶν προγόνων τῆς σημερινῆς Ρωσσικῆς Ἐκκλησίας πρός τό πρόσωπον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου καί τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, οἱ ὁποῖες σήμερον ἔχουν λησμονηθεῖ παντελῶς.

Καί τήν πρόταση καί προτροπή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Παριαρχείου γιά τήν βελτίωση τῶν σχέσεων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ἀποδέχθηκε τότε εὐχαρίστως ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσσίας και ἐτόνιζε: «μετ’ ἀγάπης ἀσπαζόμεθα τήν θεοφιλῆ σκέψιν Αὐτῆς (τῆς Ὑμετέρας Παναγιότητος) περί τῆς ἀνάγκης τῆς ἑδραιώσεως τῆς ἑνότητος καί τῆς ἐπευρύνσεως τοῦ κύκλου τῆς πρός ἀλλήλας ἐπικοινωνίας τῶν ἀδελφῶν τῇ πίστει ἁγίων τοῦ Θεοῦ ὀρθοδόξων τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, φρονοῦντες ὅτι ἐν τῇ ἀμοιβαίᾳ μόνον ἀγάπῃ καί τῇ διαρκεῖ καί ἐνεργῷ πρός ἀλλήλας ἐπικοινωνίᾳ εὑρίσουσιν αἱ ἅγιαι Ἐκκλησίαι ἀξιόχρεων ἔρεισμα καί δυνάμεις ἐν τῇ μεγάλῃ αὐτῶν πάλῃ….»

Θά εἶναι ἐπίσης χρήσιμο νά ἐπαναφέρει στήν μνήμη της καί σήμερον ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσσίας τίς λυπηρές διαπιστώσεις τῆς Ἐκκλησίας της τότε γιά τήν δυσάρεστη κατάσταση τῶν σχέσεων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν: «Προβάλλοντες δέ πάντα τά ἀνωτέρω ἐκτεθέντα εἰς τήν ἀγάπην καί τήν πεπνυμένην ἀγαθήν κρίσιν (!) Ὑμῶν, οὐ δυνάμεθα μή ἐφελκύσαι τήν προσοχήν τῶν προϊσταμένων τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησιῶν καί ἐπί τοῦ λυπηροῦ τοῦδε φαινομένου, ὅτι δηλονοῦν καί έντός αὐτῆς τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας βλέπομεν δακρύων ἀξίαν στείρωσιν ἀγάπης, ἔριδας τε καί διαίρεσιν, μέχρι διαρρήξεως ἐνίοτε τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας χωροῦσαν.»

Καί καταλήγει ἡ Ἐκκλησία Ρωσσίας στήν ἀπάντησή της τότε πρός τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, ἀλλά καί μέ πλήρη ἐπικαιρότητα σήμερον: «Ὁλοψύχως δεόμενοι τοῦ Κυρίου καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἑδραιώσῃ ἐν τῇ ὁμοφροσύνῃ τήν ἁγίαν αὐτοῦ καθολικήν καί ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν, στηρίξῃ δέ ἐν αὐτῇ τήν ἀρχήν τῆς ἀμοιβαίας ἀγάπης καί κοινωνίας, τῇ ὑμετέρᾳ δέ Παναγιότητι καί τῇ περί αὐτήν ἁγίᾳ καί ἱερᾷ Συνόδῳ σύν ἁπάσῃ τῇ Μεγάλῃ Ἐκκλησίᾳ τῆς Κωνσταντινουπόλεως χαρίζηται εἰρήνην, εὐημερίαν καί ἐν πᾶσι προκοπήν, διατελοῦμεν μετ’ ἀδελφικῆς ἐν Χριστῷ ἀγάπης.»

Καί σήμερον; Σήμερον ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσσίας ἐνεργεῖ ὡσάν νά ἔχει μεταλλαχθεῖ καί ἔχει χάσει αὐτό τό πνεῦμα τῆς χριστιανικῆς ἀγάπης καί ἑνότητος καί ἀντ’ αὐτῶν, δέσμια μή χριστιανικῶν ἀρχῶν καί σκοπιμοτήτων, δημιουργεῖ δυστυχῶς μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν τήν ὀδυνηρή κατάσταση  «μέχρι διαρρήξεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας χωροῦσαν», πράγματι «δακρύων ἀξίαν στείρωσιν ἀγάπης» καί καταφέρεται κατά τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τοῦ προσώπου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου, πράγματι μέ ἀπαράδεκτες καί παράλογες μητροκτονικές διαθέσεις.

-Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἐδέχθη τήν Πατριαρχική καί Συνοδική Ἐγκύκλιο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί «Μετά πολλῆς τῆς ἐπιστάσεως καί ἐξαιρετικοῦ τοῦ διαφέροντος ἀνέγνω ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τήν καί αὐτῇ ἀπευθυνθεῖσαν πατριαρχικήν καί συνοδικήν Ἐγκύκλιον…» «Ὄντως τό ζήτημα, ὅπερ ἡ Ὑμετέρα Παναγιότης μετά τῆς περί Αὐτήν ἁγιωτάτης Συνόδου ὑπό σκέψιν προέθετο καί ταῖς κατά μέρος ὀρθοδόξοις Ἐκκλησίαις τῆς Ἀνατολῆς προὐβάλετο εἶναι οὐ μόνον σοβαρόν καί σπουδαῖον, ἀλλά καί συνᾷδον τῷπνεῦματι τῆς μιᾶς ἁγίας καθολικῆς καί ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ἧς κεφαλή Αὐτός ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Προθύμως δέ καί ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τά διά τῆς πατριαρχικῆς καί συνοδικῆς Ἐγκυκλίου ταύτης ἐπιστολῆς πρός αὐτήν προβληθέντα ζητήματα ὑπό διάσκεψιν θεμένη, ἐπιμελῶς δέ καί μετά πάσης τῆς προσηκούσης καί δυνατῆς ἐρεύνης εἰς ταῦτα ἐγκύψασα κατέληξεν εἰς τό συμπέρασμα…» Δέν εἶναι ἀπαραίτητος σχολιασμός γιά νά διαπιστωθεῖ, ὅτι καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος εὐχαρίστως ἀσχολήθηκε μέ τό περιεχόμενο τῆς Ἐγκυκλίου αὐτῆς καί ὅτι ἀπεδέχθη τήν προτροπή αὐτή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου πρός ἐντατική ἔρευνα τῶν τεθέντων σοβαρῶν ζητημάτων, στήν προσπάθειά του νά βελτιωθοῦν οἱ σχέσεις καί ἡ ἑνότητα τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.

– Ἡ Ἐκκλησία Ρουμανίας  ἐδέχθη τήν πρόταση-προτροπή αὐτή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μέ δοξολογία καί μέ ἱκεσία πρός τόν Τριαδικό Θεό ὑπέρ πάντων τῶν ἐκκλησιαστικῶν προϊσταμένων, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου καί τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. «Εἴη λοιπόν εὐλογητός Κύριος ὁ Θεός ὁ Παντοκράτωρ, ὅν ἐν Ἁγίᾳ Τριάδι μεγαλύνομεν: Πατέρα, Υἱόν καί Ἅγιον Πνεῦμα, καί ὅνπερ μετά ζήλου παρακαλοῦμεν, κατά πᾶσαν στιγμήν, ὑπέρ ὑγείας, εἰρήνης καί μακροημερεύσεως πάντων τῶν ὑπ’ Αὐτοῦ ὡρισμένων εἰς κυβέρνησιν τοῦ Ἁγίου θησαυροῦ τῆς διδασκαλίας καί χριστιανικῆς πίστεως, καί Ὅν αὖθις ἰδιαιτέρως νῦν μετ’ εὐλαβείας ἱκετεύομεν, ὅπως δορυφορῇ τήν Ὑμετέραν Παναγιότητα καί πᾶσαν τήν ἱεράν Σύνοδον τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας μεθ’ ἱκανῆς ἱσχύος, ὅπως ἐργάζηται εἰς ὅσα παρά Κυρίου εἰσί τεταγμένα εἰς δόξαν τῆς Ἑαυτοῦ Ἐκκλησίας, ἅτε αἰσθανομένη χαράν ἵνα ἴδῃ τούς καρπούς τῆς ἀποστολικῆς αὐτῆς ἐργασίας, νά μεγαλύνῃ τόν ἐν οὐρανοῖς Κύριον….» Καί ἡ κατακλείδα τῆς ἀπαντήσεως εἶναι προσευχή ὑπέρ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαχείου καί τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. «Τοῦτον τόν μέγα Βασιλέα (τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν) παρακαλοῦμεν καί αὖθις ὅπως διατηρῇ τήν Ὑμετέραν Παναγιότητα καί τήν ἱεράν Σύνοδον τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ἐν ὑγείᾳ καί προθυμίᾳ πρός πᾶν ἀγαθόν, διατελοῦμεν τῆς Ὑμετέρας Παναγιότητος λίαν ἀγαπητοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί καί συλλειτουργοί.»

– Ἡ ἀπάντησις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας εἶναι γραμμένη στό ἴδιο φιλικό πνεῦμα. «Τήν φιλάδελφον πρόσκλησιν τῆς Ὑμετέρας Παναγιότητος καί τῆς περί αὐτήν Ἱερᾶς Συνόδου ἀπό 30 Ἰουνίου παρελθόντος ἔτους καί ὑπ’ ἀριθ. 3636 ἐλάβομεν μετά πλήρους ἐν Κυρίῳ χαρᾶς.» Ἡ Ἐκκλησία Σερβίας ἀπεδέχθη τό αἴτημα τῆς Πατριαρχικῆς καί Συνοδικῆς Ἐγκυκλίου, τό ὁποῖον ἔγινε ἀντικείμενον συνοδικῆς ἐρεύνης. Ὁ ἀρχιεπίσκοπος Βελιγραδίου καί Μητροπολίτης Σερβίας Ἰννοκέντιος γράφει: «Ἡμεῖς ἀμέσως κατεστήσαμεν γνωστόν εἰς τούς Πανιερωτάτους τοῦ Κράτους Ἀρχιερεῖς τό περιεχόμενον τῆς ἐπιστολῆς τῆς Ὑμετέρας Παναγιότητος καί ἐχορηγήσαμεν αὐτοῖς τόν ἀπαιτούμενον καιρόν πρός μελέτην τῶν ζητημάτων, ἅτινα ἔχουσι μεγίστην σημασίαν διά τόν βίον τῶν χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν ἐν γένει.» Ὁ σεβασμός πρός τόν Παναγιώτατον Οἰκουμενικόν Παριάρχη ἐκφράζεται καί μέ τά ἑξῆς: «Παρακαλοῦμεν τήν Ὑμετέραν Παναγιότητα ὅπως ἐν ταῖς ἁγίαις Αὐτῆς πρός Κύριον δεήσεσι ἐπικαλεῖται τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ ἐπί τόν εὐσεβῆ καί φιλόχριστον Βασιλέα τῆς Σερβίας Πέτρον τόν Α΄, ἐπί τό εὐλαβές καί θεοσεβές ἔθνος τοῦ θεοσώστου Βασιλείου τῆς Σερβίας και ἐπί τήν ἐμήν καί τήν τῶν ἐμῶν Πανιερωτάτων Ἀρχιερέων ταπεινότητα.»

-Ἡ ἀπάντηση τῆς Ἐκκλησίας Μαυροβουνίου παρουσιάζει ἴδιαίτερον ἐνδιαφέρον.

Πρῶτον διότι ἡ Ἐκκλησία Μαυροβουνίου τήν ἐποχή ἐκείνη ἦταν Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία. Ἡ Πατριαρχική καί Συνοδιή Ἐγκύκλιος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐστάλη «Τοῖς μακαριωτάτοις καί ἁγιωτάτοις πατριάρχαις Ἀλεξανδρείας καί Ἱεροσολύμων καί ταῖς ἁγιωτάταις ἐν Χριστῷ ἀδελφαῖς αὐτοκεφάλοις Ἐκκλησίαις ταῖς ἐν Κύπρῳ, Ρωσσία, Ἑλλάδι, Ρουμανίᾳ, Σερβίᾳ καί Μαυροβουνίῳ.»

Ἡ συζήτηση ἐπί τῶν ἡμερῶν μας γιά πιθανή χορήγηση τοῦ Αὐτοκεφάλου είς τό ἀνεξάρτητον πλέον Κράτος τοῦ Μαυροβουνίου δέν εἶναι κάτι τό τελείως νέο. Τί θά προκύψει ἐγώ δέν γνωρίζω. Ἀπλῶς ἀναφέρω τό γεγονός, ὅτι ἡ Ἐκκλησία αὐτή ὑπῆρξε Αὐτοκέφαλη καί ὡς τέτοια ἔλαβε καλῶς τότε ἀπό τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον τήν Ἐγκύκλιο αὐτή, στήν ὁποία καί καλῶς ἀπήντησε.

Ἡ δεύτερη ἐνδιαφέρουσα παρατήρηση εἶναι, ὅτι ἡ ἀπάντηση τῆς Ἐκκλησίας Μαυροβουνίου εἶναι σχεδόν ταυτόσημη μέ τήν ἀπάντηση τῆς Ἐκκλησίας Ρωσσίας, τόσον στήν διατύπωση, ὅσον καί στό περιεχόμενο, γεγονός πούδημιουργεῖ ὑποθέσεις στενῆς συνεργασίας.

«Μετ’ ἰδιαιτέρας χαρᾶς καί ἀδελφικῆς ἀγάπης εἶχον τήν τιμήν νά δεχθῶ τά τιμιώτατα καί πνευματικά γράμματα τῆς Ὑμ. Παναγιότητος καί τῆς περί Αὐτήν Ἱερᾶς Συνόδου ὑπό χρον. 30 Ἰουνίου 1902 καί ἀριθ. Πρωτ. 3636, ἅτινα προερχόμενα ἐκ τοῦ περιπύστου θρόνου τοῦ μεγάλου Χρυσοστόμου φέρουσι τήν σφραγῖδα τοῦ ἐγνωσμένου ζήλου ὑπέρ τῆς προόδου καί τοῦ ἀγαθοῦ τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ, ἔτι δέ τήν σφραγῖδα τῆς πολυμερίμνου καί διαρκοῦς προσπαθείας ὑπέρ τῆς σωτηρίας πάντων τῶν τέκνων τῆς όρθ.  Ἐκκλησίας ἐξ  ὧν, χάρις τῷ Θεῷ καί τῇ ὑμετέρᾳ ἀγάπῃ , δέν ἐξαιρεῖται καί ἡ  Ἐκκλησία Μαυροβουνίου.» Στήν συνέχεια τονίζει, ὅτι θεωρεῖ τήν ἀπάντησιν πρός τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον «ἱερόν καθῆκον» στά ζητήματα, «ἅτινα τῇ ὑμετέρᾳ σοφῇ προσπαθείᾳ ηὐδοκήσατε νά μοί προτείνητε.»

Πλήρης σεβασμοῦ καί εὐγνωμοσύνης εἶναι καί ἡ κατάληξη τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Μητροπολίτου Μαυροβουνίου Μητροφάνη: «Ὑποβάλλων πάντα τά ἀνωτέρω ἐκτεθέντα εἰς τήν σοφήν κρίσιν τῆς Ὑμετέρας Παναγιότητος, ἐξ ὅλης ψυχῆς καί καρδίας δέομαι τοῦ Κυρίου καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ….. τῇ δέ Ὑμετέρᾳ Παναγιότητι καί τῇ καθ’ Ὑμᾶς Ἱερᾷ Συνόδῳ χαρίζηται εἰρήνην ἐπ’ ἀγαθῷ, ἔτι δέ ἀκμήν καί πρόοδον τῶν πιστῶν τέκνων τῆς ἁγίας καί ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐπί ὡς πλεῖστα ἔτη.

Βαθέως ὑποκλινόμενος πρό τῆςὙμετέρας Παναγιότητος ταπεινότατα ἐξαιτοῦμαι, ὅπως εὐδοκήσητε εὐμενῶς νά δεχθῆτε τήν ἔκφρασιν τοῦ βαθυτάτου σεβασμοῦ μου καί τῆς πλήρους ἀφοσιώσεως, μεθ’ ὧν ἔχω τήν ἰδιαιτέραν τιμήν νά διατελῶ.»

Οὐδεμία ἀμφιβολία προκύπτει ἀπό τίς ἀπαντήσεις τῶν Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὅτι ὁ ρόλος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί ἡ πανορθόδοξη φροντίδα καί διακονία του θεωροῦνται αὐτονόητα καί ἀπό ὅλους ἀποδεκτά.

Χορήγηση τοῦ Αὐτοκεφάλου ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο

Μέ τήν ἑδραιομένη αὐτή πανορθόδοξη πραγματικότητα χορήγησε τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο σέ ὅλες τίς Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες τῆς Β΄ χιλιετίας τό Αὐτοκέφαλον καί σέ μερικές καί την Πατριαρχική τιμή, ὡς ὁ μόνος θεσμός πού ἔχει τό δικαίωμα αὐτό. Οἱ Ἐκκλησίες αὐτές ἐζήτησαν τό Αὐτοκέφαλο ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, μερικές τό «ἐβίασαν», καί μετά τήν χορήγηση εὐχαρίστησαν τό Κέντρο τῆς Ὀρθοδοξίας καί ἄν ἀκόμα ὁρισμένες ἐξελίξεις ἀπό αὐτές δέν ἔγιναν χωρίς στενοχώριες!

Τελευταία, μέχρι τώρα, ὑπῆρξε ἡ κανονική καί δικαιωματική χορήγηση τῆς Αὐτοκεφαλίας στήν Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας.

Γιά συγκεκριμένους πολύ δυσάρεστους λόγους ἀναφέρω ἰδιαίτερα, ὅτι τό δικαίωμα αὐτό τό ἐγνώριζε καί ἀναγνώριζε καί ἡ Ρωσσική Ἐκκλησία καί ἡ Ρωσσική Πολιτεία, ὥστε τό 1589 ὁ Τσάρος τῆς Ρωσσίας Θεόδωρος ἀνάγκασε τόν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ἱερεμία τόν Β΄, ὅταν εὑρίσκετο στήν Μόσχα, νά παραχωρήσει τήν Αὐτοκεφαλία στήν Ρωσσική Ἐκκλησία ὡς Πατριαρχεῖο καί νά ὀνομάσει τόν Μητροπολίτη Ἰώβ ὡς τόν πρῶτο Πατριάρχη Μόσχας, διαφορετικά δέν τοῦ ἐπέτρεπε τήν ἀναχώρηση ἀπό τήν Μόσχα. Δηλ. τόν κρατοῦσε αἰχμάλωτο! Τήν εὐγνωμοσύνη τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, παρόλα ταῦτα, ἐξέφρασε ὁ Πατριάρχης Μόσχας Ἀλέξιος Α’ κατά τήν πρώτη ἐπίσκεψη Ρώσσου Πατριάρχου στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ἀπό τήν 23η μέχρι τήν 26η Δεκεμβρίου 1960.

Τήν 25η Δεκεμβρίου, ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων ἐτελέσθη ἡ Θεία Λειτουργία στόν Πατριαρχικό Ναό συλλειτουργούντων τῶν δύο Πατριαρχῶν, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα καί τοῦ Πατριάρχου Μόσχας Ἀλεξίου, ἄλλων Συνοδικῶν Ἀρχιερέων καί τῶν μελῶν τῆς ρωσσικῆς Ἀντιπροσωπείας. Στά Δίπτυχα καί στήν Μεγάλη Εἴσοδο ἐμνημόνευσε ὁ Μακαριώτατος Πατριάρχης Ἀλέξιος μόνον τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη ὡς «Ἀρχιεπισκόπου καί Πατριάρχου καί Πατρός ἡμῶν».

Μετά τό τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας, ὁ Πατριάρχης Μόσχας Ἀλέξιος Α΄ στήν ὁμιλίαν του ἐτόνισε:

«Ἀγαπητέ ἐν Κυρίῳ Ἁγιώτατε Δέσποτα…

Ἡ Ρωσσική Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία οὐδέποτε ἐπιλανθάνεται ὅτι πρό χιλίων περίπου ἐτῶν ἐπί τοῦ Ἁγίου Βλαδιμήρου ὁ Ρωσσικός Λαός παρέλαβε παρά τοῦ Βυζαντίου τόν μαργαρίτην τῆς χριστιανικῆς πίστεως.

Ἡ ἡμετέρα Ἐκκλησία εὐγνωμόνως μιμνήσκεται τῆς μητρικῆς μερίμνης τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως καί τῆς ἱστορικῆς ἡμέρας, ὅτε αὕτη, ὡς Μήτηρ Ἐκκλησία, ἐδωρήσατο αυτῇ τό Αὐτοκέφαλον

Δυστυχῶς σήμερον ἡ τότε δικαίως ἐκφρασθεῖσα εὐγνωμοσύνη ἔχει μετατραπεῖ σέ ἀχαριστία, φθόνο καί ἀπεριόριστη ἐχθρότητα μέ γεωπολιτικά κίνητρα καί μέ ἀπεριόριστες ἐπεκτατικές αὐθαιρεσίες, ἀλλά καί μέ ἐπαναλαμβανόμενες ἀθέμιτες προσπάθειες νά ὑποκαταστήσει  τό πρωτόθρονον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί νά ἀναλάβει τήν πρώτην θέση στήν Ὀρθοδοξία ὡς «Τρίτη Ρώμη». Ἐδῶ θέλω νά ἐπαναλάβω τίς διαπιστώσεις τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου Χρυσοστόμου:  «Θέλει (ὁ Πατριάρχης Μόσχας Κύριλλος) νά γίνει πρῶτος. Καί τοῦ εἶπα. Πρῶτος δέν θά γίνεις ποτέ. Οἱ 17 αἰῶνες πού πέρασαν ἔχουν τσιμεντώσει τόν Κωνσταντινουπόλεως ὡς τόν πρῶτο τῆς Ὀρθοδοξίας. Τελεία καί παῦλα. Μήν ἐθελοτυφλεῖς. Κατάλαβέ το. Ἀλλά ὁ ἐγωισμός δέν τόν ἀφήνει”.

Διαχρονική ἐκκλησιαστική φροντίδα καί διακονία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου γιά τήν ἑνότητα καί συγκρότηση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέχρι σήμερον

Θά πρέπει νά γραφεῖ εἰδική πραγματεία γιά τό θέμα αὐτό. Αὐτά τα ὁποῖα ἀνέφερα μέχρι τώρα στό παρόν σημείωμα καί εἰδικώτερα σχετικά μέ τήν Πατριαρχική καί Συνοδική Ἐγκύκλιο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τήν ὁποία ὑπέγραψε ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Ἰωακείμ ὁ Γ΄ πρός τίς Ὀρθόδοξες Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες καί οἱ ἀπαντήσεις των, μηδέ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσσίας τότε ἐξαιρουμένης, ἀποδεικνύουν χωρίς ἀμφιβολία τήν διαχρονική αὐτή φροντίδα καί τόν συντονιστικό ρόλο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου γιά τήν καθόλου Ὀρθοδοξία, ἀλλά καί τήν ἀναγνώριση καί εὐγνωμοσύνη τῶν Ἐκκλησιῶν αὐτῶν πρός τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο.

Ἀπό τήν ἐποχή ἐκείνη τοῦ 1902 τῶν δυσχερῶν συνθηκῶν τῆς βελτιώσεως τῶν σχέσεων τῶν Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν καί τῆς μή πραγματοποιήσεως καί τῶν έπιθυμητῶν καί ἀναγκαίων συνοδικῶν συναντήσεων, ὅπως ἀναφέρουν στίς ἀπαντήσεις των οἱ Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, μέχρι καί τῆς ἐποχῆς μας, παραμένει ἡ συνοδικά κατοχυρωμένη διακονία αὐτή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου διαχρονικά ἀμέριστος καί συνεχής, πάντα μέ κίνητρα ἐκκλησιολογικά ὡς διακονία στήν ὑπηρεσία ὁλοκλήρου τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.

Ἐπιγραμματικά ἀναφέρονται οἱ συγκλήσεις τῆς Πανορθοδόξων Ἐπιτροπῶν καί Διασκέψεων τοῦ 1923, τοῦ 1930, τοῦ 1961 καί τῶν πολλῶν ἑπομένων μέχρι καί τῆς προπαρασκευῆς τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλά καί τῶν πολύ σημαντικῶν Συνελεύσεων τῶν Ἀρχηγῶν τῶν Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν πάντα μέ πρωτοβουλίες τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου γιά τό καλόν τῆς Ὀρθοδοξίας καί μέ τό ἀναμφίβολλον δικαίωμα τῆς συγκλήσεως, τῆς Προεδρίας καί τοῦ συντονισμοῦ τῶν ἐργασιῶν, ὅπως πανορθόδοξα ἀπεφασίσθη καί γιά τήν Ἁγίαν καί Μεγάλην Σύνοδον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Τά πρακτικά καί οἱ ἀποφάσεις των ὁμιλοῦν ἀφ’ ἑαυτῶν.

Οἱ πρωτοβουλίες τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου διαχρονικά καί σήμερα συγκεκριμένα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου γιά τήν ἀποκατάσταση τῆς χριστιανικῆς ἑνότητας καί μέ τίς ἄλλες μή ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, οἱ παροτρύνσεις γιά καταλλαγή καί εἰρήνη μεταξύ τῶν Θρησκειῶν καί τῶν λαῶν καί οἱ διεθνῶς ἀνεγνωρισμένες δυναμικές πρωτοβουλίες του γιά τήν προστασία τῆς Δημιουργίας τοῦ Θεοῦ, σχετικά καί μέ τά σύγχρονα οἰκολογικά προβλήματα καί τῆς καθιερώσεως τῆς 1ης Σεπτεμβρίου ὡς ἐκκλησιαστικῆς ἡμέρας προσευχῶν γιά τήν Δημιουργία τοῦ Θεοῦ, πρωτοβουλίες μεγίστης σημασίας, ὀφελοῦν τά μέγιστα ὄχι μόνον τήν καθόλου Ὀρθοδοξία, ἀλλά ἀξιολογοῦνται δεόντως τόσον ἀπό τίς ἄλλες Ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖες ἔχουν ἀκολουθήσει τό παράδειγμα τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅσον καί ἀπό Κυβερνήσεις Κρατῶν καί διεθνεῖς Ὀργανισμούς ὡς πολύτιμη συμβολή τῆς Ὀρθοδοξίας γιά τήν λύση τῶν σημαντικῶν συγχρόνων προβλημάτων τῆς ἀνθρωπότητος. Μέ ὅλες αὐτές τίς σημαντικές πρωτοβουλίες τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί προσωπικά τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου ἐκπροσωπεῖται μέ ἄριστο τρόπο διεθνῶς καί παγκοσμίως ὁλόκληρη ἡ Ὀρθοδοξία, ἡ ὁποία θά ἔπρεπε νά εἶναι γιά τήν διακονία αὐτή εὐγνώμων γιά τό Πρῶτον Πατριαρχεῖον καί τόν Πρῶτον Πατριάρχη της!

Ἀποκορύφωμα τῆς διαχρονικῆς καί ἐντατικῆς αὐτῆς φροντίδας ἀποτελεῖ ἡ μέ μεγάλη ὑπομονή, ἀλλά καί μέ ἀμετακίνητη ἐπιμονή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου σύγκληση καί πραγματοποίηση τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τό μέγιστο ἐκεῖνο ἱστορικό γεγονός, παρά τίς ἀντιξοότητες καί τίς συνεχεῖς δυσκολίες, τίς ὁποῖες δημιουργοῦσε πρωταγωνιστικά καί ἀδιακόπως τό Πατριαρχεῖο Μόσχας μέχρι τήν τελευταία στιγμή, μέ σκοπό την ματαίωση τῆς συγκλήσεως τῆ Συνόδου αὐτῆς πρίν ἀπό 10 χρόνια, τόν Ἰούνιο τοῦ 2016 στήν Ὀρθόδοξη Ἀκαδημία στό Κολυμπάρι Κρήτης. Τά κείμενα τῆς Συνόδου αὐτῆς εἶναι πολύ σημαντικά, ὄχι μόνον γιά τήν ὀρθόδοξη Εκκλησία καί τήν ἑνότητά της, ἀλλά καί γιά τίς ἄλλες μή ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, τήν ἀποκατάσταση τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μεταξύ ὅλων τῶν Ἐκκλησιῶν, ἀλλά καί γιά τήν ἀντιμετώπιση τῶν συγχρόνων προβλημάτων τῆς κοινωνίας. Γιά τούς λόγους αὐτούς εἶναι ἀναγκαῖο τά κείμενα αὐτά νά ληφθοῦν σοβαρά ὑπ’ ὄψιν καί στις Ἐκκλησίες μας, νά πληροφορηθεῖ κατάλληλα καί ἀντικειμενικά τό πλήρωμα τῶν Ἐκκλησιῶν μας, ἀλλά καί νά ἐφαρμοσθοῦν καί στήν καθημερινή μας ζωή.

Κατακλείνοντας ἐπιθυμῶ νά τονίσω, ὅτι τό μῖσος καί οἱ συκοφαντίες κατά τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί κατά τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου προσωπικῶς, ἀπό ὅπου καί ἄν προέρχονται, ἀπό πολιτικές ἤ ἐκκλησιαστικές πλευρές, ἤ καί ἀπό τίς δύο, ἡ  δημοσίως ἤ καί σιωπηλῶς ἀποδοχή αὐτῶν τῶν συκοφαντιῶν ἀπό ὁρισμένους, ἤ καί ἡ ἐκκωφαντική σιωπή ὁρισμένων, ζημιώνουν τήν Ὀρθοδόδοξη Ἐκκλησία στό περιεχόμενο καί στήν δομή της γενικά. Πρέπει δέ νά γνωρίζουν ὅλοι, ὅτι αὐτά τά παράλογα καί ἀδικαιολόγητα πυρά ἐπιστρέφουν ἀργά ἤ γρήγορα «μπούμερανγκ» στά κέντρα ἐκεῖνα ἀπό τά ὁποῖα ἐκτοξεύονται.

Τέλος θέλω ἐδῶ νά ἐπαναλάβω τήν κατά πάντα ἐπίκαιρη καί ὀρθή προτροπή τοῦ γνωστοῦ ὀρθοδόξου θεολόγου Ἰωάννου Meyendorf: Ἡ Ὀρθοδοξία «ἔχει ἀνάγκη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου», μ. ἄ. ὡς «κέντρον συμφωνίας» καί «συντονισμοῦ». Μάλιστα «κατά τά νῦν χαώδη ἔτη, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία πρέπει ἀσφαλῶς νά κάμῃ χρῆσιν τῆς σοφῆς, ἀντικειμενικῆς καί αὐθεντικῆς ἡγεσίας  τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.»


[1] Ἡ περί τῶν σχέσεων τῶν Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί περί ἄλλων γενικῶν ζητημάτων Πατριαρχική καί Συνοδική Ἐγκύκλιος τοῦ 1902. Αἱ εἰς αὐτήν ἀπαντήσεις τῶν Ἁγίων Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί ἡ ἀνταπάντησις τοῦ Οἰκουμενιοῦ Πατριαρχείου, Ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐκ τοῦ Πατριαρχικοῦ Τυπογραφείου 1904.

Σχετικά άρθρα

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ