ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ
ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ Α’ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΛΕΩΝΤΟΣ ΙΔ’
Η ενότητα ως οντολογικό αίτημα του σύγχρονου κόσμου
Γράφει ο Δρ Κωνσταντίνος Β. Ζορμπάς,
Γενικός Διευθυντής της Ορθοδόξου Ακαδημίας Κρήτης και Πρόεδρος του Συνδέσμου των Θεολόγων της Κρήτης
Η πρόσφατη ιστορική συνάντηση του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου Α’ με τον Πάπα Λέων ΙΔ’, στην Άγκυρα (ως πολιτικό γεγονός), στη Νίκαια της Βιθυνίας και στο Φανάρι, αποτελεί μια στιγμή της εκκλησιαστικής ιστορίας και της ιστορίας του κόσμου γενικότερα με πολλαπλά μηνύματα για τον άνθρωπο του 21ου αιώνα. Αποτελεί το ΠΡΩΤΟ αποστολικό ταξίδι του Ποντίφικα, ένα τολμηρό ταξίδι, και επιλέγει να αρχίσει από την μεγάλη γέφυρα πάνω από τα Στενά των Δαρδανελίων για τη Μέση Ανατολή και συγκεκριμένα στο Λίβανο, που συμβολίζει την ένωση μεταξύ της Ανατολής και της Δύσης. Δείχνει με τον τρόπο αυτόν τις προτεραιότητές του στην Ανατολική Μεσόγειο, γεμάτος προσκλήσεις στον πληθυσμό της περιοχής, ο οποίος αιμορραγεί από τις πολεμικές συγκρούσεις.
Ο δεκάλογος των μηνυμάτων που ακολουθεί δίδει μια απάντηση στις αγωνίες του κάθε σκεπτόμενου ανθρώπου, ο οποίος είτε ως πολίτης είπε ως πιστός, κοιτάζει με ελπίδα το μέλλον και αποφεύγει τα λάθη του παρελθόντος για την ενότητα «του σύμπαντος κόσμου».
1. Η ενότητα ως μνήμη και ως μέλλον
Όταν ο Πάπας εισήλθε στο Φανάρι και μίλησε για τη συγκίνηση να ακολουθεί τα βήματα των προκατόχων του (1979, 2006, 2014), άγγιξε μια βαθιά αλήθεια: η ιστορία της Εκκλησίας δεν είναι αλυσίδα γεγονότων, αλλά τόπος μνήμης. Και η μνήμη, στην εκκλησιαστική παράδοση, δεν είναι παρελθόν· είναι παρόν που αναστέλλει τη λήθη. Η συνάντηση των δύο ηγετών φέρει αυτό το διττό φορτίο: τιμά όσους τόλμησαν την προσέγγιση στο παρελθόν και ταυτόχρονα καλεί σε ένα μέλλον όπου η ενότητα δεν θα είναι σύμβολο, αλλά πραγματικότητα.
Η κοινή απαγγελία του «Πιστεύω» της Νίκαιας χωρίς το filioque, δεν αποτελεί μόνο κίνηση θεολογικής εγκράτειας. Συνιστά πράξη «αναμνήσεως της ενότητας» — μια μνήμη που δεν παραπέμπει σε νοσταλγία αλλά σε προφητεία. Ο άνθρωπος είναι «ον της προσδοκίας» και βρίσκει εδώ την πλήρη εφαρμογή: η Εκκλησία, ως κοινότητα προσδοκίας, καλείται να θυμάται το μέλλον της.
2. Η Οικουμενική Σύνοδος της Νίκαιας ως αρχέτυπο
Η μετάβαση των δύο ηγετών στη Νίκαια δεν ήταν απλώς μια επετειακή τελετή. Ήταν μια αναζήτηση του αρχέτυπου της ενότητας. Οι Πατέρες της Νίκαιας δεν διατύπωσαν το Σύμβολο της Πίστεως ως θεωρητικό κείμενο, αλλά ως υπαρξιακή ομολογία μιας αλήθειας που νοηματοδοτεί την κοινή τους ζωή. Το «Πιστεύω» δεν είναι ιδεολογικό μανιφέστο· είναι εκκλησιολογικός προσδιορισμός του μέλλοντος και όχι του παρελθόντος.
Σήμερα, που ο λόγος έχει αποκοπεί από την κοινότητα και η αλήθεια συρρικνώνεται σε προσωπική άποψη, η επιστροφή σε αυτό το αρχέτυπο λειτουργεί ως αντιπρόταση: η αλήθεια δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς κοινότητα. Η ενότητα δεν είναι αποτέλεσμα θεσμικής συμφωνίας αλλά καρπός μιας οντολογικής σχέσης — μιας σχέσης που στηρίζεται στην ελευθερία και την αγάπη, όχι στην επιβολή.
Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος, καλώντας τους πιστούς «να ακούσουν όλες τις φωνές που ζητούν ενότητα», διατυπώνει μια βαθιά θεολογική θέση: η ενότητα είναι πολυφωνία που αρνείται τον θόρυβο της σύγκρουσης και αναζητά την αρμονία της συμφωνίας. Δεν είναι μονοφωνία, αλλά συμμετρία· δεν είναι ομοιομορφία, αλλά συν-ύπαρξη.
3. Ο διάλογος ως άρση της βίας
Στην κοινή δήλωσή τους, οι δύο Προκαθήμενοι απέρριψαν ρητά τη χρήση της θρησκείας ως εργαλείου βίας και στην οποία κυριαρχούν στρατηγικές στρατιωτικές, οικονομικής και στρατιωτικής ισχύος, πορεία που ο Πάπας Φραγκίσκος αποκαλούσε έναν κομματιασμένο Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Στο φιλοσοφικό επίπεδο, αυτή η θέση ενσωματώνει τη βαθειά χριστιανική αντίληψη ότι η αλήθεια δεν επιβάλλεται αλλά προσφέρεται. Η βία είναι πάντα προϊόν φόβου· ο διάλογος είναι έκφραση ελευθερίας. Η εκκλησιαστική παράδοση γνωρίζει ότι η βία δεν μεταμορφώνει· απλώς υποτάσσει.
Εδώ συναντώνται η χριστιανική και η φιλοσοφική σκέψη: για τον Εμμανουέλ Λεβινάς (1906-1995), ο φιλόσοφος της ευθύνης, ο Άλλος δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο· είναι πάντοτε απρόσιτος, φορέας ενός απείρου που με καλεί σε ηθική ευθύνη. Ο διάλογος των Εκκλησιών, λοιπόν, δεν είναι απλώς συζήτηση θεολόγων· αποτελεί τόπο όπου ο Άλλος γίνεται φορέας θείας φανέρωσης. Η αποδοχή του Άλλου, ακόμη και όταν διαφέρει, αποτελεί πράξη θεολογική, επειδή είναι πράξη αγάπης.
4. Η πορεία των δύο Εκκλησιών
Η ιστορία των σχέσεων Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως μοιάζει με εκείνο που ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης θα ονόμαζε «αργό θαύμα» (Το θαύμα της Καισαριανής). Χρειάστηκαν αιώνες για να αφαιρεθούν τα αναθέματα· χρειάστηκαν ακόμη περισσότεροι για να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη. Στον ορίζοντα της θεολογίας, ο χρόνος δεν μετριέται με την αμεσότητα της πολιτικής ή της διπλωματίας· μετριέται με την ωρίμανση της καρδιάς.
Ο διάλογος ξεκίνησε ως «διάλογος της αγάπης» και συνεχίστηκε ως «διάλογος της αλήθειας». Αυτή η μετάβαση είναι φιλοσοφικά ουσιώδης: καμία αλήθεια δεν νοείται χωρίς αγάπη, και καμία αγάπη δεν αντέχει χωρίς αλήθεια. Οι δύο ηγέτες, ακολουθώντας αυτή την παρακαταθήκη, δεν βαδίζουν προς μια εύκολη συμφωνία· βαδίζουν προς μια ειλικρίνεια που απαιτεί θάρρος να αντικρίσουν τις πληγές της ιστορίας.
Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος, μιλώντας για τη Χάλκη και τα ζητήματα του Πατριαρχείου στην Τουρκία, εξέφρασε «υπομονή, ελπίδα και προσευχή». Αυτές οι λέξεις φέρουν ένα βάρος που ξεπερνά τις πολιτικές περιστάσεις: αποτελούν τη θεολογία του χρόνου. Η υπομονή δεν είναι παθητικότητα· είναι πράξη εμπιστοσύνης στη θεία οικονομία. Η ελπίδα δεν είναι αφέλεια· είναι τρόπος ύπαρξης. Η προσευχή δεν είναι φυγή· είναι η βαθύτερη μορφή δράσης.
5. Η ενότητα ως κοσμικό αίτημα
Αυτό που καθιστά τη συνάντηση Βαρθολομαίου και Λέοντος ΙΔ’ τόσο καθοριστική δεν είναι μόνο η θεολογική της διάσταση. Είναι το ότι προσφέρεται στον σύγχρονο κόσμο ως εναλλακτική μορφή ζωής.
Ο σημερινός άνθρωπος ζει σε μια κατάσταση διάσπασης: πολιτικής, κοινωνικής, ψυχολογικής. Η ψηφιακή εποχή, ενώ υπόσχεται σύνδεση, δημιουργεί συχνά απομόνωση. Οι ταυτότητες γίνονται πεδία σύγκρουσης και όχι γέφυρες συνάντησης. Η ενότητα που προτείνουν οι δύο ηγέτες αντιστέκεται σε αυτή τη λογική: είναι ενότητα χωρίς κατάργηση της ετερότητας, κοινότητα χωρίς εξάλειψη της διαφοράς. Είναι αυτό που ο Φρίντριχ Χέγκελ ή Έγελος (1770-1831) θα ονόμαζε «συμφιλίωση» (reconciliation) — μια σύνθεση όχι της ισοπέδωσης, αλλά της αμοιβαίας αναγνώρισης.
Σε αυτό το πλαίσιο, η συνάντηση των δύο ηγετών δεν αφορά μόνο τους χριστιανούς· αφορά τον καθένα που αναζητά νόημα πέρα από τον θόρυβο της εποχής. Η ενότητα, ως οντολογικό αίτημα, είναι κλήση προς έναν τρόπο ύπαρξης, όπου ο Άλλος δεν είναι κίνδυνος αλλά δυνατότητα· όπου η διάλογος δεν είναι στρατηγική αλλά έκφραση της αλήθειας.
6. Η ενότητα ως ασκητική πράξη
Τελικά, η συνάντηση Βαρθολομαίου και Λέοντος ΙΔ’ δεν είναι εικόνα θριάμβου αλλά εικόνα ασκητικότητας. Η ενότητα δεν επιτυγχάνεται με διακηρύξεις, αλλά με καθημερινή προσπάθεια, με ταπεινοφροσύνη, με άρνηση του εγωισμού — προσωπικού, εκκλησιαστικού, πολιτισμικού. Είναι έργο που απαιτεί χρόνο, επιμονή και πνευματική διάκριση. Και όμως, κάθε τέτοια συνάντηση, κάθε τέτοια κοινή προσευχή, κάθε τέτοια αναφορά στη Νίκαια ως κοινή πατρίδα της πίστης, συνιστά μικρό άνοιγμα του κόσμου προς την αλήθεια. Σε έναν κόσμο όπου η διαίρεση έχει γίνει συνήθεια, η ενότητα αναδύεται ως πράξη αντίστασης — ως υπενθύμιση ότι η μορφή της ζωής που αξίζει να διατηρηθεί είναι εκείνη που αναγνωρίζει την αγάπη ως θεμέλιο και την κοινότητα ως σκοπό. Η συνάντηση των δύο ηγετών δεν μας υπόσχεται θαύματα· μας καλεί να συνεργαστούμε με το θαύμα. Μια προσπάθεια οι Εκκλησίες να «επανασυστηθούν» με τον κόσμο του παγκόσμιου Νότου σε μία προσπάθεια αλλαγής των συνειδήσεων (μετάνοια) και να προωθήσουν από κοινό τις αξίες σε ένα κόσμο της απανθρωπίας που θεωρεί «μαγκιά» κάθε τι τοξικό.
7. Η ενότητα ως παιδεία
Η ενότητα αποτελεί παιδαγωγία. Στην εποχή μας, όπου το βλέμμα συχνά γίνεται βιαστικό, αποσπασματικό και επιφανειακό, η συνάντηση των δύο Προκαθημένων λειτουργεί ως πρόσκληση σε μία νέα όραση του κόσμου. Ο Πατριάρχης και ο Πάπας μάς υπενθυμίζουν ότι η ενότητα προϋποθέτει πρώτα την ικανότητα να δω τον Άλλον ως πρόσωπο, όχι ως φορέα ενός δόγματος ή μιας θρησκευτικής παράδοσης.
Η Ορθόδοξη και η Καθολική παράδοση, παρά τις διαφορές τους, συναντώνται στον πυρήνα της χριστιανικής ανθρωπολογίας: ο άνθρωπος είναι «εικόνα Θεού». Και η εικόνα, για να αναγνωριστεί, χρειάζεται φως. Αυτό το φως προσφέρει η ενότητα, όχι ως απλή συνεργασία, αλλά ως μεταμόρφωση του τρόπου θέασης. Κάθε ενωτική κίνηση γίνεται έτσι πράξη αποκάλυψης: ο κόσμος δεν αποτελείται από απομονωμένες συνειδήσεις, αλλά από πρόσωπα που καθρεφτίζονται το ένα στο άλλο ως σχέση σε μία κοινότητα.
Ο Γάλλος φιλόσοφος Μορίς Μερλώ-Ποντύ (1908-1961) μιλούσε για μια «ορατότητα που αγγίζει». Σε αυτό το πνεύμα, η ενότητα γίνεται μορφή «επαφής» με τον Άλλον, όπου η σχέση προηγείται της κρίσης. Όταν οι Εκκλησίες βλέπουν η μία την άλλη με καθαρό, ασκημένο βλέμμα, τότε η αλήθεια παύει να είναι πεδίο αντιπαράθεσης και γίνεται κοινή πορεία.
8. Η ενότητα μέσα στη δοκιμασία του κόσμου
Οι δύο Προκαθήμενοι συναντήθηκαν σε μια ιστορική στιγμή όπου ο κόσμος δοκιμάζεται από πολέμους, κοινωνικές κρίσεις και υπαρξιακή κόπωση. Η αναφορά τους στους πρόσφυγες, στα παιδιά που υποφέρουν από τη βία, στις κοινότητες που διαλύονται από τη φτώχεια, δεν αποτελεί ρητορικό συμπλήρωμα της συνάντησης∙ είναι κεντρική της διάσταση.
Η ενότητα, εδώ, παίρνει μορφή διακονίας. Δεν περιορίζεται στο δόγμα∙ ενσαρκώνεται στη φιλανθρωπία του πλησίον. Η Εκκλησία καλείται να γίνει «χώρος θεραπείας», όπως έλεγε ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, όχι μόνο των πνευματικών πληγών αλλά και των κοινωνικών. Η κοινή φωνή των δύο ηγετών εκφράζει την πρόθεση μιας Εκκλησίας που δεν αρκείται στη θεωρία των προβλημάτων αλλά επιθυμεί να γίνει μέρος της θεραπείας.
Σε έναν κόσμο όπου η αδικία γίνεται συχνά ανεκτή και η ελπίδα σπανίζει, η ενότητα των Εκκλησιών προσφέρει μια σιωπηλή αλλά ισχυρή μαρτυρία: ότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνος, ότι η ιστορία δεν είναι αδιέξοδο, ότι η αγάπη μπορεί ακόμη να λειτουργήσει ως δημόσια δύναμη. Εδώ η θεολογία συναντά την κοινωνική ηθική και η πίστη μετατρέπεται σε πράξη.
9. Η ενότητα ως υπέρβαση της ιστορίας
Ένα από τα βαθύτερα υπαρξιακά ερωτήματα που θέτει η συνάντηση Βαρθολομαίου και Λέοντος ΙΔ’ είναι το εξής: μπορεί η ιστορία να ξεπεραστεί; Οι πληγές του παρελθόντος — οι διαμάχες, οι παρεξηγήσεις, οι δογματικές εντάσεις — έχουν αφήσει ίχνη που δεν εξαφανίζονται εύκολα. Κι όμως, η ενότητα προτείνεται ως μια νέα μορφή του χρόνου.
Η θεολογία της Εκκλησίας γνωρίζει ότι ο χρόνος δεν είναι απλώς γραμμικός∙ είναι και «καιρός», όπως τόνισε ο Παναγιώτατος, — ευκαιρία για μεταμόρφωση. Η συνάντηση των δύο ηγετών μοιάζει να ενεργοποιεί έναν τέτοιο καιρό: δεν καταργεί το παρελθόν, αλλά το μεταμορφώνει. Το βάρος της ιστορίας δεν εξαφανίζεται, όμως γίνεται σημείο συνείδησης και όχι εμπόδιο.
Ο φιλόσοφος Πώλ Ρικέρ (1913-2005) μιλούσε για τη «συνεχή αναδιήγηση» της παράδοσης, όπου η μνήμη δεν φυλακίζει αλλά απελευθερώνει. Σε αυτό το πνεύμα, η ενότητα των Εκκλησιών δεν είναι απόπειρα λήθης, αλλά δημιουργική ανασύνθεση. Όταν Ρώμη και Κωνσταντινούπολη συνομιλούν, αποδεικνύεται ότι ακόμη και το τραυματικό παρελθόν μπορεί να γίνει πηγή ειρήνης — εφόσον υπάρχει διάθεση συμφιλίωσης. Ίσως εδώ να τίθεται και το θέμα του εορτασμού του Πάσχα, όπως αυτό ορίζεται από την Α’ Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας (325) και μέσα από τον κοινό εορτασμό να βρούμε την ενότητά μας.
10. Η ενότητα ως άνοιγμα προς το Άγνωστο
Τέλος, η ενότητα — θεολογικά, φιλοσοφικά και υπαρξιακά — είναι πάντοτε άνοιγμα. Δεν πρόκειται για κλείσιμο σε μια κοινή αυτάρκεια, αλλά για δυναμική κίνηση προς το Άγνωστο του Θεού και προς το Απρόβλεπτο του ανθρώπου. Η ενότητα δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Είναι διαρκής πορεία, μια «έξοδος» από τον εαυτό μας, όπως θα έλεγε ο Λεβινάς, και ταυτόχρονα μία είσοδος σε έναν χώρο όπου ο Άλλος γίνεται αδελφός.
Η συνάντηση των δύο ηγετών αφήνει ανοιχτή αυτή την προοπτική. Δεν δίνει όλες τις απαντήσεις. Προσφέρει όμως το πιο ουσιαστικό: την υπόσχεση συνέχειας. Υπόσχεση να μιλήσει με τη βάση τον λαό του Θεού με τρόπο διδακτικό, προφητικό πειστικότητα και χωρίς βιαστικές κινήσεις να προβεί στην ενημέρωση, ώστε να μην έχουμε ακόμη ένα σχίσμα. Μιας συνέχειας που στηρίζεται όχι στην ανθρώπινη δύναμη, αλλά στην εμπιστοσύνη ότι το Άγιο Πνεύμα εργάζεται στον κόσμο ακόμη και όταν εμείς δεν το αντιλαμβανόμαστε.
Σε μια εποχή που ο άνθρωπος συχνά φοβάται το άγνωστο, η ενότητα των Εκκλησιών μας δείχνει έναν άλλο τρόπο: να μετατρέπουμε το άγνωστο όχι σε απειλή αλλά σε πρόσκληση. Να μην επιδιώκουμε να ελέγξουμε το μέλλον, αλλά να το εμπιστευθούμε ως χώρο χάριτος.
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ
Σε μια εποχή όπου η διάσπαση έχει καταστεί σχεδόν υπαρξιακή συνθήκη, η συνάντηση του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου Α’ και του Πάπα Λέοντος ΙΔ’ αναδεικνύεται σε γεγονός με ιδιαίτερο θεολογικό και φιλοσοφικό βάρος. Δεν πρόκειται απλώς για μια ακόμη διπλωματική σύναξη δύο χριστιανικών ηγετών· συνιστά μνημειακή στιγμή που μας αναγκάζει να αναστοχαστούμε το νόημα της ενότητας, όχι ως ιστορικής ανάμνησης ή μελλοντικού ιδανικού, αλλά ως υπαρξιακής αναγκαιότητας. Η συνάντηση αυτή δεν αποτελεί μόνο θεολογικό γεγονός. Γίνεται μυστήριο σχέσης. Γίνεται υπόμνηση ότι ο κόσμος παραμένει ανοικτός στη συμφιλίωση. Γίνεται κάλεσμα για έναν τρόπο ζωής όπου η ενότητα δεν είναι μόνο στόχος – είναι τρόπος ύπαρξης. Και κάθε σύναξη της Εκκλησίας είναι ουσιαστική. Η ενότητα, σε αυτό το πλαίσιο, παύει να αποτελεί ζητούμενο μόνο για τις Εκκλησίες· μετατρέπεται σε πρόταση για τον άνθρωπο, για τον κόσμο, για την ίδια τη μορφή της ζωής. Τα προβλήματα αυξάνονται και η παρουσία της Εκκλησίας στο δημόσιο χώρο πρέπει να είναι υπαρκτή με συγκεκριμένες κατευθύνσεις και συνεργασίες. Με βάση τις αξίες του Χριστού και του Ευαγγελίου η Εκκλησία οφείλει να παρεμβαίνει σταθερά στις κοινωνικές και πολιτικές υποθέσεις, υπερασπίζοντας την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τη δικαιοσύνη και την ενότητα του τόπου. Η ανάγκη για μία τέτοια παρέμβαση δεν περιορίζεται μόνο στα πνευματικά ζητήματα, αλλά επεκτείνεται και στη διαμόρφωση των πολιτικών εξελίξεων, τόσο τοπικών, εθνικών όσο και διεθνών.
