Επιμέλεια: Αρχιμ. Μιχαήλ Χ. Σταθάκης, αρχαιολόγος – θεολόγος
Μνήμη του Aγίου Mεγαλομάρτυρος Mερκουρίου
Eι και πατάσση Mερκούριε τω ξίφει,
Kαι νεκρός εχθρόν συ πατάσσεις Kυρίου.
Oύτος ήτον κατά τους χρόνους Δεκίου και Bαλλεριανού των βασιλέων, εν έτει σνε΄ [255], καταγόμενος μεν από την γην της Aνατολής, συναριθμημένος δε με το στράτευμα το ονομαζόμενον των Mαρτησίων. Kαι υιός υπάρχων τινός Σκύθου, Γορδιανού ονομαζομένου. Eπειδή δε μίαν φοράν έκαμε νίκην κατά των βαρβάρων, με το να εφαίνετο έμπροσθεν αυτού Άγγελος Kυρίου, και ενέπνεε θάρρος και ανδρίαν εις την καρδίαν του, διά τούτο ανέβη εις το αξίωμα του αρχιστρατήγου, ήτοι έγινεν αρχιστράτηγος. Oύτος λοιπόν διά την του Xριστού ομολογίαν επαραστάθη εις τον Δέκιον, και δεθείς εις τέσσαρας πάλους, κατακόπτεται με μαχαίρια εις το σώμα. Έπειτα απλωθείς επάνω εις φωτίαν, έσβυνεν αυτήν με τα ρεύματα των αιμάτων του. Eίτα δέρνεται, και κρεμάται κατακέφαλα. Kαι πέτρα βαρυτάτη κρεμάται από αυτόν. Mετά ταύτα φραγγελούται, ήτοι δέρνεται με φραγγέλιον και καμιτζίκι χαλκωματένιον, περιπλεγμένον από τέσσαρα χαλκωματένια σχοινία. Eίτα φερθείς εις την Kαισάρειαν της Kαππαδοκίας, αποκεφαλίζεται. Kαι ούτω λαμβάνει ο αοίδιμος του μαρτυρίου τον στέφανον. Ήτον δε ο Άγιος, όταν διά τον Xριστόν εμαρτύρησεν, εικοσιπέντε χρόνων. Mεγαλόσωμος, ωραίος εις την όψιν, ξανθός εις τα μαλλία. Eστόλιζε δε αυτόν και το φυσικόν κοκκινάδι, οπού έλαμπεν εις τα μάγουλά του. (Tον κατά πλάτος Bίον του Aγίου όρα εις τον Nέον Παράδεισον1.)
Σημείωση
1. Tο ελληνικόν αυτού Mαρτύριον συνέγραψεν ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Δέκιος ηνίκα». (Σώζεται εν τη Λαύρα, εν τη των Iβήρων και εν άλλαις.)
Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005.

Απόσπασμα από το βιβλίο του αρχαιολόγου Μανόλη Χατζηδάκη, Ο Κρητικός Ζωγράφος Θεοφάνης. Η τελευταία φάση της τέχνης του στις τοιχογραφίες της Ιεράς Μονής Σταυρονικήτα. Εκδ. Ιεράς Μονής Σταυρονικήτα, Άγιον Όρος 1997, σελίδες 106 και 107.
“…Οι ολόσωμοι στρατιωτικοί άγιοι που κρατούν σαν φύλακες και προστάτες την πρώτη κάτω σειρά στο καθολικό, στέκουν οι περισσότεροι σχεδόν μετωπικά, με ελαφρά στροφή του κορμού και με αντίρροπο γύρισμα της κεφαλής, σύμφωνα με την κλασική παράδοση (κοντραπόστο). Γι’ αυτό όλη η σύναξη αυτή εκφράζει κάποια ζωντανή ταραχή. Όμως, όλοι πατούν στερεά, φορούν θώρακες πολύπλοκους που ποικίλλουν στη σύνθεση και στα εξαρτήματά τους, είναι ζωσμένοι σπαθιά και φορτωμένοι με λόγχες, τόξα, ασπίδες. Στην πλάτη έχουν ριγμένο το αναπετάριν, τη χλαμύδα, δεμένο μπροστά με διάφορους τρόπους.

Όλες οι ψιλοδουλεμένες αυτές πανοπλίες είναι κληρονομιά της τέχνης των Παλαιολόγων και τα πρότυπά τους είναι ακόμη παλαιότερα. Αλλά οι στρατιωτικοί άγιοι που ξέρομε από τις εικόνες του Αγγέλου, του Τζαφούρη και άλλων ανωνύμων του 15ου αιώνα, είναι οι άμεσοι πρόγονοι των αγίων μας. Διαφέρουν όμως οι λεβέντες του Θεοφάνη από εκείνους, κυρίως στο στήσιμο της κορμοστασιάς. Σ’ εκείνους η αριστοκρατική επιδίωξη κάποιας κομψότητας, απόηχος του τρυφερού κλίματος του «διεθνούς στυλ» (1380-περ. 1430) μάλλον παρά της παλαιολόγειας χάρης, έκανε συχνά τις κορμοστασιές ελαφρές, ραδινές, μ’ ένα λύγισμα στη μέση, ώστε ν’ αποκτά το σώμα ελαφρά καμπύλο άξονα. Αυτός έχει χαθεί εδώ, και έτσι οι κορμοστασιές έχουν γίνει βαρύτερες. Εξάλλου, όσο και αν είναι ψιλοδουλεμένες οι πανοπλίες. με μιμήσεις χρυσογραφίας, με ψιλοκεντημένες παρυφές, με πλουμιστά υφάσματα, λείπει εδώ η λεπτομερειακή περιγραφή όλων των μικρών εξαρτημάτων που τόσο άρεσε στους ζωγράφους του 15ου αιώνα. Και ακόμη, τα χρυσά σειρήτια με τα ψευδοκουφικά γράμματα, που συνηθίζονταν γενικά τον 15ο αιώνα, εδώ μπαίνουν μόνο για να δηλωθεί η ανατολίτικη καταγωγή ορισμένων αγίων, όπως ο σύρος Μερκούριος και ο Μηνάς ο Αιγύπτιος.

Οι στρατιωτικοί άγιοι δεν λείπουν από τις εκκλησίες, εδώ όμως η συνολική εντύπωση από τη στρατιωτική αυτή παράταξη είναι ότι πρόκειται για ωραία αρχοντόπουλα που στολίστηκαν με τις ακριβές τους πανοπλίες σαν να πηγαίνουν στην παρέλαση. Θυμίζουν τ’ άλλα αρχοντόπουλα, εκείνα που κατεβαίνουν να κονταρομαχήσουν στη γκιόστρα του Ερωτόκριτου. Όσο χαίρεται ο Βιτσέντζος Κορνάρος να περιγράφει με όλες τις λεπτομέρειες τις αρματωσιές εκείνων, άλλο τόσο φαίνεται να χαίρεται και ο Θεοφάνης, ζωγραφίζοντας και ξομπλιάζοντας αυτούς τους μάρτυρες πολεμιστές, που η λαϊκή παράδοση τους θέλει και αυτούς λεβέντες, λαμπρούς και ωραίους. Παράδειγμα, η περιγραφή του Μερκούριου από τα συναξάρια: «Ήτον δε ο άγιος ότε διά Χριστόν εμαρτύρησεν, είκοσι πέντε χρόνων, μεγαλόσωμος, ωραίος την όψιν, ξανθός εις τα μαλλία, εστόλιζεν δε αυτόν και το φυσικόν κόκκινον χρώμα όπερ έλαμπεν εις τας παρειάς του».
Από μιαν άλλη άποψη, εντύπωση έντονη προκαλεί, ακόμη από την πρώτη ματιά, η παρουσία στο μοναστηριακό ναό της ζωηρής αυτής πολεμικής νεολαίας, καθώς όλα αυτά τα ολοζώντανα πρόσωπα περιβάλλουν και καρφώνουν αμέσως με τα εκφραστικά τους βλέμματα τον προσκυνητή.

Μια πιθανή ερμηνεία για την προτίμηση και την προβολή αυτής της πολεμικού χαρακτήρα στρατιωτικής παράταξης θα ήταν η αναφορά στα πατριωτικά αισθήματα του ενετοκρατούμενου Ελληνισμού. Καθώς ζούσε μέσα στις συνθήκες ανταγωνισμού Βενετίας-Τουρκίας, που ερμηνευόταν ως ανταγωνισμός Χριστιανισμού-Ισλαμισμού, αισθανόταν αδιάκοπα και άμεσα την απειλή του οθωμανικού κινδύνου. Δείγμα της στάσης του Θεοφάνη στο θέμα αυτό βρίσκομε σε μια λεπτομέρεια της τεράστιας Δευτέρας Παρουσίας στην τράπεζα της Λαύρας. Εκεί, ανάμεσα στα δύο ζεύγη αποκαλυπτικών βασιλέων, Ναβουχοδονόσωρ-Κύρος και Αλέξανδρος-Αύγουστος, παριστάνεται σε μικρή κλίμακα η συμπλοκή ενός μαύρου τράγου που έχει καταβάλει έναν άσπρο κριό. Δίπλα στο νικητή τράγο γράφει Αλέξανδρος, δίπλα στον ηττημένο κριό Δαρείος. Το θέμα αναφέρεται σε όραση του Δανιήλ (8, 3-14), όπου ο “τράγος των αιγών” καταβάλλει τον κριό και, όσο ξέρω, από το Θεοφάνη αποδίδεται εικαστικά η ερμηνεία που είχε δώσει από παλιά ο Θεοδώρητος επίσκοπος Κύρου (P.G. 81, στ. 1449) στην όραση του Δανιήλ. Σύμφωνα με αυτήν, προλέγεται η νίκη του Αλέξανδρου (τράγος) επάνω στο Δαρείο (κριός), κατά τα πρότυπα της εικονογράφησης των χρησμών. Είναι όμως καθαρή η σημασία που παίρνει εδώ ο Αλέξανδρος=Έλληνας και ο Δαρείος=Τούρκος. Η παρουσία του παρέμβλητου αυτού μοτίβου στη Δευτέρα Παρουσία, που θεωρούμε πρωτοβουλία του Θεοφάνη, υποστηρίζει την άποψή μας να συσχετιστεί η προτίμηση των στρατιωτικών αγίων για το καθολικό με τη σύγχρονη ιστορική συγκυρία στην πατρίδα του ζωγράφου”.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Στο Χριστό στο Κάστρο (1892)
Διήγημα Χριστουγεννιάτικον
Ἐν τῷ μέσῳ δὲ κρέμαται ὁ μέγας ὀρειχάλκινος καὶ πολύκλαδος πολυέλεος, καὶ ὁλόγυρα ὁ κρεμαστὸς χορός, μὲ τὰς εἰκόνας τῶν Προφητῶν καὶ Ἀποστόλων, ὑφ᾽ ὃν ἐτελοῦντο τὸ πάλαι οἱ σεμνοὶ γάμοι τῶν χριστιανικῶν ἀνδρογύνων. Καὶ ὁλόγυρα αἱ μορφαὶ τῶν Μαρτύρων, Ὁσίων καὶ Ὁμολογητῶν. Ἵστανται ἐπὶ τῶν τοίχων ἠρεμοῦντες, ἀπαθεῖς, ὁποῖοι ἐν τῷ Παραδείσῳ, εὐθὺ καὶ κατὰ πρόσωπον βλέποντες, ὡς βλέπουσι καθαρῶς τὴν Ἁγίαν Τριάδα. Μόνος ὁ Ἅγιος Μερκούριος, μὲ τὴν βαρεῖαν περικεφαλαίαν του, μὲ τὸν θώρακα, τὰς περικνημῖδας καὶ τὴν ἀσπίδα, φαίνεται ὀλίγον τι ἐγκαρσίως βλέπων καὶ κινούμενος καὶ δρῶν, εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ ναοῦ, ἐκεῖ ὅπου διατρυπᾷ μὲ τὸ δόρυ του τὸν ἐπὶ θρόνου καθήμενον ὠχρὸν Παραβάτην. Πελιδνὸς ὁ παράφρων τύραννος, μὲ τὸ βλέμμα σβῆνον, μὲ τὸ στῆθος αἱμάσσον, μάτην προσπαθεῖ ν᾽ ἀποσπάσῃ ἀπὸ τὸ στέρνον του τὸν ὀξὺν σίδηρον, καὶ ἐξεμεῖ μετὰ τῆς τελευταίας βλασφημίας καὶ τὴν μιαρὰν ψυχήν του. Γείτων τῆς τρομακτικῆς ταύτης σκηνῆς παρίσταται γλυκεῖα καὶ συμπαθεστάτη εἰκών, ὁ Ἅγιος Κήρυκος, τριετίζον παιδίον, κρατούμενον ἐκ τῆς χειρὸς ὑπὸ τῆς μητρός του, τῆς Ἁγίας Ἰουλίττης. Διὰ δώρων καὶ θωπειῶν ἐζήτει ὁ διώκτης Ἀλέξανδρος νὰ ἑλκύσῃ τὸ παιδίον, καὶ διὰ τοῦ παιδίου τὴν μητέρα. Ἀλλ᾽ ὁ παῖς καλῶν τὴν μητέρα του καὶ ὑποψελλίζων τοῦ Χριστοῦ τὸ ὄνομα, ἔπτυσε τὸν τύραννον κατὰ πρόσωπον, κ᾽ ἐκεῖνος ἐξαγριωθεὶς ἐκρήμνισε τὸ παιδίον ἀπὸ τῆς μαρμαρίνης κλίμακος, ὅπου συνέτριψε τὸ τρυφερὸν καὶ διὰ στεφάνους πλασθὲν κρανίον.



