27.5 C
Athens
Τετάρτη, 24 Ιουνίου, 2026

Η εκκλησιαστική εθιμοτυπία και πολιτική του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ι. ΤΣΙΑΝΙΚΛΙΔΗΣ

Δρ. Θεολογίας- Νομικός

«ΑΡΧΙΜ. ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΒΛΑΤΙΤΣΗΣ – Η εκκλησιαστική εθιμοτυπία και πολιτική του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου του Α΄ κατά την 30ετή Πατριαρχία του- Συμβολή στην εκκλησιαστική πολιτική και διπλωματία, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ , Θεσσαλονίκη 2023», σσ. 190.

Ἀπό τόν ἐκδοτικό οἶκο «ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ», μέ τήν ἐκπνοή τοῦ σωτηρίου ἔτους 2023 κυκλοφόρησε μιά νέα μελέτη μέ τόν τίτλο: «Η εκκλησιαστική εθιμοτυπία και πολιτική του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου του Α΄ κατά την 30ετή πατριαρχία του- Συμβολή στην εκκλησιαστική πολιτική και διπλωματία», πού συνέγραψε ὁ ἀκάματος ἐργάτης τοῦ πνεύματος ἀρχιμανδρίτης π. Γεράσιμος Βλατίτσης. Πρόκειται γιά μεταπτυχιακή διατριβή πού ὑποβλήθηκε τόν Ἰούλιο τοῦ  2022 ἀπό τόν σ. στό ΔΠΜΣ τοῦ ΑΠΘ  σέ συνεργασία μέ τό ΕΚΠΑ ὑπό τόν τίτλο: «Ἑλλάδα:  Ἐκκλησιαστική  Ἱστορία καί Πολιτισμός», ἡ ὁποία καί ἐγκρίθηκε μέ τόν βαθμό «ἄριστα». 

Ἡ παροῦσα πραγματεία ἀριθμεῖ 190 σσ., καί φέρει σχῆμα 0,24 Χ 0,17cm. Στό μέν ἔγχρωμο ἐξώφυλλο εἰκονίζεται ἡ ΑΘΠ ὁ Οἰκ. Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος, στό δέ ὀπισθόφυλλο δημοσιεύεται ἀπότμημα ἀπό τόν «Πρόλογο» τοῦ σ. Ἡ καλαίσθητη καί ἐπιμελημένη ἱστορικοθεολογική ἔκδοση ἀρχίζει κατά πρῶτον μέ τήν κάτωθι ἀφιέρωση: «Στην Α.Θ. Παναγιότητα Αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως και Νέας Ρώμης Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο» (σελ.5). Ἀκολουθοῦν τά « Περιεχόμενα» (σελ. 7) καί ὁ «Πρόλογος» τοῦ σ. ὅπου περιγράφεται τό κίνητρο πού τόν ὤθησε στήν σύνταξη τῆς παρούσης πραγματείας (σσ.9-10). Στήν συνέχεια, ἕπονται ἡ «Εἰσαγωγή» (σσ.11-12) καί οἱ «Συντομογραφίες» (σελ.13). Ἡ διαπραγμάτευση τοῦ θέματος πραγματοποιεῖται σέ ἕξι κεφάλαια.

Τό πρῶτο κεφάλαιο ὑπό τόν τίτλο: «Μία ευσύνοπτη αποτύπωση της προσωπικότητας του 270ου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης και Οικουμενικού Πατριάρχη της Ορθόδοξης Εκκλησίας κ.κ. Βαρθολομαίου», περιέχει τρεῖς ὑπότιτλους οἱ ὁποίοι κάνουν λόγο γιά τά βιογραφικά στοιχεῖα τοῦ ὡς ἄνω πατριάρχου, τόν ἐνθρονιστήριο λόγο τοῦ κ. Βαρθολομαίου, καθώς καί γιά τήν συμβολή του στόν διορθόδοξο, διαχριστιανικό καί διαθρησκευτικό διάλογο (σσ.15-35).

Τό δεύτερο κεφάλαιο τό τιτλοφορούμενο ὡς «Ο διορθόδοξος διάλογος Οικουμενικού Πατριαρχείου και των άλλων Εκκλησιών της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Σύνοδοι συναντήσεις και συνέδρια» (σσ. 37-74) ἁπαρτίζεται ἀπό ἕξι ὑπότιτλους. Ἀρχικά, στόν πρῶτο ὑπότιτλο ἐξετάζονται θέματα διοικητικῆς, ποιμαντικῆς, δογματικῆς, κ.λπ., σημασίας, τά ὁποῖα τέθηκαν στό τραπέζι τῶν διαπραγματεύσεων καί συζητήθηκαν κατά τήν διάρκεια τῶν ἐργασιῶν τῆς Πανορθοδόξου Συνόδου στό Κολυμπάρι Χανίων τῆς Κρήτης τό 2016 (σσ. 45-55). Στήν συνέχεια, ὁ σ. στούς παρακάτω ὑπότιτλους ἀπό τόν δεύτερο ἕως καί τόν πέμπτο καταγράφει ζητήματα πνευματικῆς καί διοικητικῆς δικαιοδοσίας τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως σχετίζοντα μετά τῶν Σλαβικῶν Ἐκκλησιῶν, ἐνῶ παράλληλα, ἐξιστοροῦνται, συνοπτικά ἀπό τόν 15ο αἰῶνα μέχρι τῶν ἡμερῶν μας πρόσωπα καί γεγονότα (σσ.56-71). Τέλος, στόν ἕκτο ὑπότιτλο τοῦ οἰκείου κεφαλαίου γίνεται λόγος γιά τόν τρόπο ἀντιμετώπισης τῆς ἐνδοεκκλησιαστικῆς κρίσης τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων ἀρχές τοῦ αἰῶνος μας.

Στήν συνέχεια, ἀκολουθεῖ τό τρίτο κεφάλαιο μέ τόν τίτλο: «Ο διαχριστιανικός διάλογος Οικουμενικού Πατριαρχείου και των Εκκλησιών των Παλαιοκαθολικών, των Μη Χαλκηδονίων και των Ρωαιοκαθολικών και η προσωπική συμβολή του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου», στό ὁποῖο καταγράφεται μιά ἱστορική ἐπιγραμματική ἀναδρομή ἀπό τά μέσα τοῦ 20οῦ αἰῶνος μέχρι σήμερα ἡ ὁποία ἀναδεικνύει τίς ἄοκνες καί φιλότιμες προσπάθειες, πού καταβάλλει ὁ Οἰκουμενικός Θρόνος μέ ἀποκορύφωμα τίς  προσωπικές πρωτοβουλίες τοῦ πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου πρός τήν κατέυθυνση τοῦ διαλόγου καί τῆς ἐπικοινωνίας μέ τίς παραπάνω χριστιανικές ὁμολογίες, ὥστε νά ξεπεραστοῦν τά θεολογικά ἐμπόδια καί προσκόμματα καί πάντα στήν βάση τῶν κανόνων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων νά ἐπιτευχθεῖ ἡ πλήρης μυστηριακή κοινωνία τῶν μνημονευθεισῶν Ἐκκλησιῶν (σσ.75-84).

Τό τέταρτο κεφάλαιο τό ὁποῖο ἄρχεται μέ τόν τίτλο: «Ο Διαθρησκειακός Διάλογος, το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, η οικουμενική κίνηση και η δράση του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως….», ἀριθμεῖ τρεῖς ὑπότιτλους. Στόν πρῶτο ὑπότιτλο ἑρμηνεύεται ὁ ὅρος «οἰκουμενική κίνηση» (ἱστορική προέλευση, ἐκκλησιαστική χρήση, κ.λπ.) καί παράλληλα, ἐξετάζεται ἡ ἔννοια τοῦ « διαθρησκειακοῦ διαλόγου» (προϋποθέσεις, σκοπός, κ.ἄ.) (σσ.85-89), ἀπ’ ἀρχάς τοῦ 20οῦ αἰῶνος μέχρι τῶν ἡμερῶν μας. Στόν δεύτερο ὑπότιτλο μνημονεύονται τά διάφορα συνέδρια ἀπό τό 1977 μέχρι τό 2017, πού ἔλαβαν χώρα ἀνά τόν κόσμο μεταξύ Ὀρθοδοξίας καί Ἰουδαϊσμοῦ. Ὁ τρίτος ὑπότιτλος καταγράφει σέ ἐκτενῇ ἀναφορά τούς κατά καιρούς ἀπό τό 1986 ἕως τό 2019 διαλόγους ἀνάμεσα στήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ἰσλαμισμό.

Τό πέμπτο κεφάλαιο πού τιτλοφορεῖται ὡς: «Ο πράσινος Πατριάρχης. Μία επισκόπηση επί τη βάσει συνεδρίων και συμποσίων» (σσ. 115-133) συγκροτεῖται ἀπό δύο ὑπότιτλους καί διαπραγματεύονται τίς παραπάνω οἰκολογικές συνδιασκέψεις οἱ ὁποῖες ἀναδεικνύουν ἀπό τό 1991 μέχρι σήμερα τό ἐνδιαφέρον τοῦ Οἰκ. Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου γιά τήν περιβαλλοντική προστασία. Ὁ πρῶτος ὑπότιτλος τοῦ παρόντος κεφαλαίου ἀσχολεῖται μέ τήν θεολογία τοῦ οἰκολογικοῦ λόγου του ὥς ἄνω πατριάρχου καί ὁ δεύτερος παρουσιάζει τήν περιβαλλοντική πολιτική τοῦ Οἰκ. Πατριαρχείου στό πλαίσιο τοῦ ΠΣΕ.

Τό ἕκτο κεφάλαιο τό ὁποῖο φέρεται μέ τόν τίτλο: «Κοινωνικό και φιλανθρωπικό έργο του Παναγιωτάτου κ.κ. Βαρθολομαίου. Θεωρία και πράξη» (σσ.135-142), ἀντιστοιχεῖ στό φιλεύσπλαχνο, ποιμαντικό καί κοινωνικό πρόσωπο τῆς Σεπτῆς Κορυφῆς τῆς Ὀρθοδοξίας τῆς ΑΘΠ τοῦ Οἰκ. Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου.

Μέ τά «Συμπεράσματα» (σσ. 143-145), τίς «Βιβλιογραφικές Πηγές» (σσ. 147-164), καθώς καί τό «ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ των Εγγράφων και των Εικόνων» (σσ. 165-190), ὁλοκληρώνεται ἡ παροῦσα πραγματεία.

Γιά νά κατανοηθοῦν σέ βάθος καί πλάτος τά μεγάλα ἱστορικοθεολογικά νοήματα τῆς παρούσης μελέτης ἐπιβάλλεται νά γνωρίσουμε τό περιβάλλον μέσα στό ὁποῖο γεννήθηκε καί γαλουχήθηκε ὁ σ. Ὁ π. Γεράσιμος Βλατίτσης εἶδε τό φῶς τῆς ἡμέρας στόν Ξηροπόταμο τῆς Δράμας ἀπό εὐσεβεῖς γονεῖς τόν Κωνσταντῖνο Βλατίτση καί τήν Καλλιόπη Χαρίσκου. Μετά τό πέρας τῶν ἐγκυκλίων σπουδῶν του, ἀπεφοίτησε ἐκ τῆς Ἀνωτάτης Ἐκκλησιαστικῆς Ἀκαδημίας Θεσσαλονίκης, καθώς καί ἐκ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς ἰδίας πόλεως. Εἰδικευθείς εἰς τόν Τομέαν τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας καί τοῦ Βυζαντινοῦ Πολιτισμοῦ, κατέστη ἀριστοβάθμιος Μεταπτυχιακοῦ Διπλώματος Πανεπιστημιακῶν Ἱδρυμάτων τῆς Ἑλλάδος καί τῆς Κύπρου. Τήν 16η Δεκεμβρίου 1998 ἔλαβε ὑπό τοῦ ἀειμνήστου μητροπολίτου Δράμας κυροῦ Διονυσίου Κυράτσου τό μοναχικό σχῆμα στήν Ἱερά Μονή Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Δράμας. Τήν ἑπομένη 17η Δεκεμβίου τοῦ ἰδίου ἔτους ἐνεδύθη τό ἔνδυμα τῆς ἱερωσύνης χειροτονηθείς ὑπό τοῦ ὥς ἄνω μητροπολίτου Διάκονος εἰς τόν Ἱερόν Μητροπολιτικόν Ναόν τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου Δράμας. Ἀκολούθως, τήν 30η Ἰουλίου 2006 ὑπό τοῦ ἀοιδίμου μητροπολίτου Δράμας κυροῦ Παύλου Ἀποστολίδου, χειροτονεῖται πρεσβύτερος εἰς τόν Ἱερόν Ναόν τῶν Ἁγίων 12 Ἀποστόλων, λαμβάνοντας ταυτόχρονα καί τό ὀφφίκιο τοῦ Ἀρχιμανδρίτου. Ἀπό τό 2002 ἀνέλαβε τήν ἐπίβλεψη τῆς ἀνέγερσης τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Χρυσοστόμου Σμύρνης μέχρι τήν ἀποπεράτωσή του τό 2016, ὅπου καί τό ἴδιο ἔτος ἐγκαινιάστηκε.  Παράλληλα, διακόνησε μέ σύνεση καί ἀποφασιστικότητα σέ διάφορες ἐπιτελικές θέσεις τῆς Ἱ. Μ. Δράμας. Τυγχάνει ἱδρυτής τοῦ νεανικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ συλλόγου ὑπό τήν ἐπωνυμία, «Κιβωτός». Καλλιεργεῖ τόν ἁγιοπνευματικό γραπτό καί προφορικό λόγο δίδοντας κατά καιρούς ὁμιλίες καί διαλέξεις γιά τήν πνευματική ἀνακαίνιση τῶν χριστιανῶν. Ἔχει συμμετάσχει σέ διάφορα συνέδρια καί ἡμερίδες θεολογικοῦ καί παιδαγωγικοῦ χαρακτήρος καί συγχρόνως δημοσιεύει στόν ἡμερήσιο καί περιοδικό τύπο ἄρθρα καί μελέτες ἱστορικοῦ καί θεολογικοῦ περιεχομένου. Σήμερα ὑπηρετεῖ ὡς ἱερατικός προϊστάμενος στόν παραπάνω Ναό, ἐπιδεικνύοντας ἀκραιφνές ὀρθόδοξο φρόνημα, ὀργανωτικό ζῆλο καί ὑψηλό αἴσθημα ἱεραποστολικοῦ καθήκοντος. Ὁ σ. προερχόμενος ἀπό ἐπαρχία τοῦ Οἰκ. Θρόνου ἐπέδειξε γιά τήν ἱστορία τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως ἰδιαίτερη ἀγάπη καί  ἐνδιαφέρον « για την Μητέρα Εκκλησία και τον Πατριάρχη του Γένους» (σελ. 9), – ὅπως ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ-  ἀφενός μέν, μέσα ἀπό τίς τακτικές του ἐπισκέψεις «στο Φανάρι ιδιωτικώς ή με αφορμή επίσημες αποστολές με νέους της Ιεράς Μητροπόλεως Δράμας» (σελ. 9), καί ἀφετέρου δέ, μέ τήν φυσική του παρουσία παρευρισκόμενος «σε διάφορες επισκέψεις του Πατριάρχη των Ρωμιών στον ορθόδοξο κόσμο» (σελ. 9). Ἡ παραπάνω ἀγάπη του ἐπισφραγίζει τήν πνευματική του προσήλωση στήν ΜτΧΕ  Εἰδικότερα, ὁ σ. μέσα ἀπό τά βιογραφικά στοιχεῖα πού παραθέτει γιά τόν κ. Βαρθολομαῖο θέλει νά γνωστοποιήσει στό εὐρύ κοινό σημαντικές πλευρές ἀπό τήν ποιμαντορική δράση τοῦ ὡς ἄνω πατριάρχου, ἡ ὁποία συμβάλλει στήν ἐκκλησιαστική πολιτική καί διπλωματία τοῦ Οἰκ. Πατριαρχείου.

Ἀκολούθως, ὁ σ. ταξινομεῖ ἐπιλεκτικά σέ πέντε ἑνότητες τήν πολυετή, πολυδιάστατη καί πολυποίκιλη δράση του κ. Βαρθολομαίου, σκιαγραφώντας κατ’ αὐτόν τόν τρόπο σέ γενικές γραμμές τήν εὐκλεῆ πατριαρχική του διακονία. Ἡ πρώτη ἑνότητα ἀφορᾶ τήν καλλιέργεια, ἐνίσχυση καί διατήρηση τῶν διορθοδόξων σχέσεων, οἱ οποῖες ἑδράζονται στόν διάλογο καί τήν ἐπικοινωνία. Γιά τόν λόγο αὐτό συνέστησε τόν πρωτοκορυφαῖο θεσμό τῶν Συνάξεων τῶν Ὀρθοδόξων Προκαθημένων μέ πρώτη τήν  Πανορθόδοξη Σύναξη στήν Κωνσταντινούπολη τό 1992 (13-15 Μαρτίου), ὅπου «επιβεβαιώθηκε η ενωτική, αγαπητική και πνευματική σχέση μεταξύ των Προκαθημένων καθώς και η αναγκαιότητα μετάδοσης του πνεύματος και των βαθύτερων νοημάτων της Ορθόδοξης διδασκαλίας ανά την οικουμένη με απώτερο σκοπό την επικράτηση της παγκόσμιας ειρήνης, της αρμονίας και της γαλήνη» (σ. 39). Στήν ἀρχική αὐτή Σύναξη μεταξύ ἄλλων, ἐξακριβώθηκε ἡ χρησιμότητα τοῦ διαλόγου, ὁ σεβασμός καί ἡ κατανόηση τῆς διαφορετικότητας τῶν ἑτεροδόξων χριστιανῶν καί παράλληλα, καταδικάστηκε ὁ προσηλυτισμός τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας σέ βάρος τῶν Ὀρθοδόξων χριστιανῶν (σσ. 39-40). Ἀκόμη, στό κοινό μήνυμα τῶν Προκαθημένων τονίστηκε ὅτι: «Η φαινομενική ευμάρεια, ο πλουτισμός, η αναζήτηση της ευτυχίας στα υλικά αγαθά και η κυριαρχία επί της φύσης δεν μπορούν να καλύψουν τις υπαρξιακές, πνευματικές και μεταφυσικές ανάγκες και αναζητήσεις του ανθρώπου» (σ. 39). Ἔκτοτε οἱ ἑπόμενες συνάξεις ἤ συναντήσεις Ὀρθοδόξων Προκαθημένων, πού ἀκολούθησαν ἀνά τόν κόσμο, ὅπως π.χ.: στήν Πάτμο (1995), στήν Θεσσαλονίκη (1997), στήν Κωνσταντινούπολη (2000), στό Σαμπεζύ (2009), κ.λπ. κινήθηκαν στό ἴδιο μῆκος κύματος μέ τίς ἀποφάσεις τῆς ἀρχικῆς Πανορθόδοξης Σύναξης τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἀξίζει νά σημειωθεῖ ὅτι ὁ Παναγιώτατος σέ μιά ἀπό τίς παραπάνω συνάξεις, στήν εἰσήγησή του ἀνέφερε τά κάτωθι: «Η ειρήνη μεταξύ τῶν Ορθοδόξων πιστών είναι η πεμπτουσία της πίστης και της ενότητας» (σ. 41), ἐνῶ σ’ ἄλλο σημεῖο τῆς ὁμιλίας του: «κατέκρινε τη διασπαστική τάση του Ρωμαιοκαθολικισμού κατά τη δεύτερη χιλιετία με το σχίσμα, τις Σταυροφορίες, την Ουνία, την καθυπόταξη της Εκκλησίας στην πολιτική σφαίρα και την εκκοσμίκευση, σε αντίθεση με την ορθόδοξη γνώση και διδασκαλία που είναι ασκητική και παράλληλα οντολογική» (σ. 41). Κορυφαία, ὅμως θέση στήν κατηγορία τῶν Συνάξεων κατέχει ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος ἡ ὁποία συγκροτήθηκε στό Κολυμπάρι Κισσάμου Χανίων τό 2026 (17-26 Ἰουνίου) μέ πρωτοβουλία τοῦ Παναγιωτάτου, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ ἐξῆρε στήν εἰσηγητική του ὁμιλία τήν «σημασία της συνοδικότητας ως θεμελιώδους θεσμού της Εκκλησίας ως υπηρέτριας της θεολογικής και δογματικής αλήθειας και της ενότητας, και ως ομολογίας στο Σύμβολο της πίστεως»( σ.47), ὑπογράμμισε μεταξύ ἄλλων τά ἑξής: «χωρίς συνοδικότητα υπάρχει διχόνοια και διάσπαση της ενότητας, χωρίς αγιότητα υπάρχει μόνο ηθική αρετολογία, χωρίς καθολικότητα ατομικισμός και χωρίς αποστολικότητα επικυριαρχεί η αίρεση και η πεπλανημένη ή και με δόλο αντικανονική ερμηνεία των Ιερών Γραφών» (σ.47). Περαιτέρω, στίς βασικές στοχεύσεις τῆς παραπάνω πρωτοβουλίας ἐντάσσονται: «η διακήρυξη της ενότητας της Ορθοδόξου Εκκλησίας στη βάση της Θείας Ευχαριστίας, πιστής στην Παράδοση των Αγίων Αποστόλων και στη μυστηριακή  εμπειρία και στην καθολικότητα των Συνόδων» (σ. 50). Ἐπίσης, στήν παραπάνω Σύνοδο, τονίσθηκε «η αξία των Συνάξεων των Προκαθημένων, η ανάγκη συνέχισης της ορθόδοξης μαρτυρίας και της πίστεως ανά την οικουμένη μέσω της διδασκαλίας και των μυστηρίων της Εκκλησίας, η συνέχιση του διαλόγου με ετεροδόξους και ετεροθρήσκους χωρίς, ασφαλώς, να σημαίνει και αποδοχή των θέσεων των άλλων ή την άρνηση του ορθόδοξου δόγματος, τουναντίον σήμαινε διάδοση της πατερικής διδασκαλίας και πεδίο συνδιαλλαγής και αλληλογνωριμίας» (σσ.50-51). Στήν αὐτή Σύνοδο ἐπιβεβαιώθηκε ἀκόμη: «η καταδίκη της βίας, των πολέμων, του θρησκευτικού εξτρεμισμού και η έκκληση για σεβασμό και προστασία των πολιτισμικών και θρησκευτικών μειονοτήτων όπου γης» (σελ.51). Τέλος, ἡ σύνοδος συμπεριέλαβε στά πρακτικά της διάφορα κοινωνικά θέματα, ὅπως π.χ., σχέσεις ἐπιστήμης καί θρησκείας, μεταναστευτικό, προσφυγικό, βιοηθική, φυσικό περιβάλλον, κ.ἄ. Ἡ δεύτερη ἑνότητα καλύπτει τόν διαχριστιανικό διάλογο ὁ ὁποῖος διεξάγεται σταθερά καί μέ εἰλικρίνεια μεταξύ Οἰκ. Πατριαρχείου καί ἐκπροσώπων χριστιανικῶν ὁμολογιῶν καί δογμάτων, ὅπως π.χ. Ρωμαιοκαθολικῶν, Ἀγγλικανῶν, κ.ἄ. Στόν εὐρωπαϊκό χῶρο, οἱ ὑπόλοιπες χριστιανικές ὁμολογίες θεωροῦν ὅτι ὁ Παναγιώτατος «ουδέποτε είδε τον εαυτό του ως πρώτο, αλλά με ταπεινότητα και σωφροσύνη εργάσθηκε άοκνα για την ενότητα, τον διάλογο και την συνεννόηση»(σελ.84). Στήν βάση τῶν παραπάνω ὁ Ἀρχηγός τῆς Ὀρθοδοξίας «Εφάρμοσε το primus inter pares, όχι ως πρωτείο εξουσιαστικής ισχύος ή υπεροχής , αλλά ως  πρωτείο διακονίας, ταπείνωσης και αδελφωσύνης» (σελ. 84). Ἡ τρίτη ἑνότητα περιλαμβάνει τόν διαθρησκειακό διάλογο πάνω στόν ὁποῖο ὁ κ. Βαρθολομαῖος ἐπένδυσε μέ σκοπό  «την ειρηνική συνύπαρξη των θρησκειών και λαών» (σελ. 103). Ἀκόμη, ἀνέλαβε πρωτοβουλίες γιά σύγκληση συνεδρίων και συναντήσεων» (σελ. 103), μεταξύ Ὀρθοδοξίας, Ἰουδαϊσμοῦ καί Ἰσλαμισμοῦ πού «προάγουν το διάλογο, τον σεβασμό, την ἀλληλογνωριμία, την αλληλοκατανόηση και τη συνεργασία» (σελ. 103). Ἐπίσης στό παραπάνω πλαίσιο τῶν δραστηριοτήτων του πρό τριακονταετίας «Απηύθυνε έκκληση ακόμη και στο ποίμνιο των Ορθοδόξων, των Ρωμαιοκαθολικών, των Προτεσταντών, των Εβραΐων, των Μουσουλμάνων, των Ινδουιστών, των Βουδιστών και των Κουμφουκιανών προκειμένου να συνασπίσουν τις δυνάμεις και τη βούλησή τους προκειμένου να συμβάλουν στη διάδοση των πνευματικών αρχών του οικουμενισμού, της ειρήνης, της αδελφοσύνης και της ένωσης εμπρός στο θείο Πνεύμα» (σελ. 95). Ὁλοκληρώνοντας  τήν παροῦσα ἑνότητα σέ γενικές γραμμές, συμβολικά νά ἀναφέρουμε, ἀκόμη, ὅτι στό ἴδιο πλαίσιο δράσης ὁ Παναγιώτατος συμετέχοντας στίς διάφορες ἀνά τόν κόσμο διαθρησκειακές συναντήσεις ἐξῆρε τόν ρόλο καί τήν ἀνεκτίμητη προσφορά τοῦ Π.Σ.Ε, τοῦ διεκκλησιαστικοῦ αὐτοῦ θεσμοῦ ὁ ὁποῖος προάγει τήν ἑνότητα καί τήν συνεργασία ὅλων τῶν Ἐκκλησιῶν μέ σκοπό τόν θεολογικό διάλογο, τήν ἀγάπη καί τήν ἀλληλεγγύη. Ἡ τέταρτη ἑνότητα κινεῖται γύρω ἀπό μιά σειρά δυναμικῶν ἐνεργειῶν καί πράξεων, πού στοχεύουν στήν προστασία καί φροντίδα τοῦ φυσικοῦ πειβάλλοντος. Ἀρχικά, καθιέρωσε τήν 1η Σεπτεμβρίου νά τιμᾶται ὡς ἡμέρα προσευχῆς γιά τήν προστασία τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος, ἀλλά καί στήν συνέχεια, μέ τήν ἀνάληψη πρωτοβουλιῶν πού ἀποσκοποῦσαν στήν διοργάνωση, σύγκληση καί διεξαγωγή διεθνῶν διεπιστημονικῶν οἰκολογικῶν συνεδρίων ἀνά τήν οἰκουμένη θέλησε νά προβάλλει τήν διαφύλαξη καί προστασία τῆς φύσης «ὡς θεῖο δημιούργημα εὐαισθητοποιώντας τήν κοινή γνώμη γιά τήν ἀπόκτηση τῆς περιβαλλοντικῆς συνείδησης» (σελ. 121). Δικαίως, λοιπόν, τό 1997 χαρακτηρίσθηκε ὡς ὁ «πράσινος πατριάρχης» (σελ. 121) ἀπό τόν τότε ἀντιπρόεδρο τῶν ΗΠΑ Αl Gore καί ἀργότερα, τό 2008, τό ἔγκριτο καί διεθνές ἀγγλικό περιοδικό «Time» κατέταξε τόν Παναγιώτατο σέ παγκόσμια κλίμακα ἀνάμεσα στίς 100 διάσημες προσωπικότητες μέ τό αἰτιολογικό ὅτι: «ανέδειξε την περιβαλλοντολογία ως πνευματική ευθύνη» (σελ.121). Ἡ πέμπτη ἑνότητα περιστρέφεται γύρω ἀπό τό κοινωνικό καί ποιμαντικό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας. Εὐαίσθητη ψυχή ὁ Παναγιώτατος ἀναλώνεται καθημερινά σέ θέματα ἀνθρωπιάς καί φιλανθρωπίας ἀγκαλιάζοντας ἀσθενεῖς καί πάσχοντας. Βασικό του μέλημα « ήταν και παραμένει η διαπαιδαγώγηση των παιδιών, η ενίσχυση νέων σπουδαστών με υποτροφίες για περάτωση σπουδών, αλλά και η καταπράυνση από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν άπορες οικογένειες με παιδιά, ιδίως εκείνων που ζουν σε εμπόλεμες περιοχές, που βιώνουν τον ξεριζωμό και την προσφυγιά, που είναι θύματα των στερήσεων, της πείνας και της κοινωνικής αδικίας» (σελ.136). Φρόντισε, ἐπίσης, γιά τήν ἀνέγερση καί ἀνακαίνιση ἱερῶν ναῶν, ἐκπαιδευτικῶν εὐαγῶν καί φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων, τόσο στήν Πόλη, ὅσο καί στήν ἰδιαίτερη πατρίδα του τήν Ἴμβρο, ἀλλά καί σέ διάφορα μέρη τῶν Ἐπαρχιῶν τοῦ Οἰκ. Θρόνου. Ἡ οἰκεία ἑνότητα κλείνει μέ τήν σύντομη καί περιεκτική ἀναφορά τοῦ ὁμοτίμου καθηγητοῦ καί Ἄρχοντος τοῦ Οἰκ. Πατριαρχείου κ. Δεληκωνσταντῆ Κωνσταντίνου γιά τό πρόσωπο τοῦ Παναγιωτάτου μέ τά παρακάτω λόγια: «Ὁ Πατριάρχης  δέν σιώπησε καί δέν σιωπᾷ ἀπέναντι στά φλέγοντα προβλήματα, ἀπέναντι στήν μισαλλοδοξία, τήν ἀδικία καί τήν ἀπανθρωπία τῆς βίας. Παραμένει ἄνθρωπος τῆς παράδοσης καί τῆς πρωτοπορίας, τῆς πράξης καί τοῦ λόγου, τῆς πραότητος καί τῆς ἀγωνιστικότητος, τῆς προσευχῆς  καί ἀκαταπόνητης στράτευσης γιά τόν ἄνθρωπο καί τόν κόσμο του, ἄνθρωπος ὄχι μόνον τῶν μεγάλων ὁραμάτων, ἀλλά καί τῶν ρελιστικῶν ἐπιλογῶν. Ξέρει νά ἀκούῃ, σέ μιά ἐποχή, ὅπου ἡ ἀκοή είναι ἡ χαμένη αἴσθησι. Φυλάσσει τόν τόπον, τό μαρτυρικό Φανάρι, ἁγιάζει τούς πιστούς, ἐμψυχώνει τό ποίμνιο του, μέ ἰδιαίτερη μέριμνα γιά τήν νεολαία σέ δύσκολους καιρούς, ὑπερασπίζεται τά δίκαια τῆς Ῥωμιοσύνης, ἀναλώνεται γιά τήν διάσωσι τῆς χριστιανικῆς κληρονομιᾶς στήν Μικρά Ἀσία, καί παράλληλα ταξιδεύει στά πέρατα τῆς γῆς, δίνοντας τήν καλή μαρτυρία τῆς ἀγάπης, τοῦ σεβασμοῦ τῆς διαφορετικότητας καί τοῦ οἰκουμενικοῦ πνεύματος, μέ ἀξιοθαύμαστη ἀπήχησι. Διαλέγεται γιά τήν εἰρήνη καί τήν δικαιοσύνη μέ πολιτικούς, μέ τήν διανόησι, μέ ἐκπροσώπους τῆς κοινωνίας τῶν πολιτῶν, συζητᾶ μέ τούς νέους  καί τούς καθημερινούς ἀνθρώπους γιά τήν ἀλληλεγγύη μέ τόν συνάνθρωπο καί γιά τήν προστασία τοῦ περιβάλλοντος» (σελ. 137).

Ὑπό τάς παραπάνω συνθήκας ἡ ἐρευνητική ἐνασχόληση τοῦ σ. κινεῖται μέ ξεχωριστό ζῆλο, γύρω ἀπό τήν ἱστορία τῆς Κωνσταντινουπολίτιδος Ἐκκλησίας καί ἔχει ὡς ἀντικείμενο τίς διορθόδοξες, διαχριστιανικές καί διαθρησκειακές σχέσεις. Ἐμβριθής θεολόγος καί βαθύς γνώστης τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας τοῦ Οἰκ. Πατριαρχείου, ἀφοῦ διερεύνησε ἐπιστημονικά καί μελέτησε μέ ἀντικειμενικότητα τίς ἀρχειακές πηγές τοῦ ἐσωτερικοῦ καί ἐξωτερικοῦ, καθώς καί τίς ἐκδεδομένες πηγές καί τήν ὑπάρχουσα βιβλιογραφία συνέθεσε ἀξιόλογη ἐργασία ἡ ὁποία κατατάσσεται στά ἐγχειρίδια τῆς θεολογικῆς ἐπιστήμης. Ὁ σ. ἁπλός καί μεθοδικός μέ παραστατικότητα καί σέ γλῶσσα τήν ρέουσα δημοτική ἐφαρμόζει τά δεδομένα τῆς κριτικῆς ἔρευνας ὡς πρός τήν διαπραγμάτευση τῶν προσώπων καί τῶν γεγονότων. Ὁ σ. ἐξετάζοντας διεξοδικά τήν πατριαρχική ἀλληλογραφία τῆς εὐκλεοῦς ποιμαντορίας τοῦ κ. Βαρθολομαίου προέβη σέ διαπιστώσεις (σσ. 22,29), κατέγραψε χαρακτηρισμούς (σσ. 22,23,49,73) διατύπωσε ἐπισημάνσεις (σσ. 52,76,97,108) καί κατέληξε σέ ἐπωφελῆ συμπεράσματα (σσ. 83,127,133). Ἀκάματος καί μή φειδόμενος κόπων καί μόχθων, ὁ σ. ὁλοκλήρωσε τήν πρωτότυπη αὐτή μελέτη δίδοντας στήν ἐπιστήμη χρήσιμα καί ἐπίκαιρα ἱστορικοθεολογικά στοιχεῖα γιά τήν μετέπειτα μελλοντική πορεία τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων τοῦ Οἰκ. Πατριαρχείου. Ὁ πραγματικός πλοῦτος τῶν παραπομπῶν καί ὑποσημειώσεων φανερώνουν τήν φιλότιμη ἐρευνητική προσπάθεια τοῦ σ. μέσα ἀπό τούς διορθοδόξους καί διαχριστιανικούς διαλόγους, τήν ἀστείρευτη πηγή τῶν πνευματικῶν βιωμάτων καί ἐμπειριῶν, καθώς καί τόν καθάριο σωτηριώδη θεολογικό λόγο πού καλλιεργεῖται στό πλαίσιο τῶν ἀνωτέρω διαλόγων.

         Μέ τά πατριαρχικά γράμματα τῆς παρούσης μελέτης ἐμπλουτίζεται ἡ ἐπιστήμη τῆς θεολογίας, ἀφοῦ βρίσκει στό πρόσωπο τοῦ Παναγιωτάτου ἕναν ἄξιο συνεχιστή τῶν μεγάλων Οἰκ. διδασκάλων καί πατριαρχῶν τοῦ Οἰκ. Θρόνου, ἕναν ἔγκριτο καί δόκιμο συγγραφέα θεολογικῶν καί ἱστορικῶν διδαγμάτων, ἕναν πιστό ἐκφραστή τῶν θείων δογμάτων, ἕναν ἄνθρωπο ἀδιάλειπτης προσευχῆς, γνήσιας καί βαθειάς ταπείνωσης, ἕναν ἄνδρα τῆς εὐσεβείας καί ἕνα φωτεινό παράδειγμα προσωπικῆς ἀσκητικῆς ζωῆς καί πολιτείας. Ἀκόμη, ἡ παραπάνω ἀλληλογραφία, ἀφοῦ μεταλαμπαδεύει τό ἀνέσπερο φῶς τοῦ Φαναρίου ἀνά τήν οἰκουμένη,  ἀναδεικνύει τόν σεβασμό στό φυσικό περιβάλλον καί μᾶς προτρέπει στήν ἀνάγνωση τῆς βιοτῆς τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας.

         Ὁλοκληρώνοντας τήν παροῦσα βιβλιοπαρουσίαση, θά θέλαμε νά ἀπευθύνουμε θερμά συγχαρητήρια κατά πρῶτον στήν ΑΘΠ τόν Οἰκ. Πατριάρχη κ. Βαρθολομαῖο γιά τήν πολυποίκιλη καί πολύχρονη ἀνεκτίμητη προσφορά του στήν Ἐκκλησία καί στόν κόσμο καί τοῦ εὐχόμαστε ἐκ βάθους καρδίας, ὅπως ὁ Πανοικτίρμων Θεός τόν ἐνδυναμώνει, ὥστε νά κλεΐζει  τόν Ἀποστολικό Θρόνο τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου γιά πολλά ἔτη, καί κατά δεῦτερον νά συγχαροῦμε τόν σ. π. Γεράσιμο Βλατίτση γιά τήν χρήσιμη καί ὠφέλιμη αὐτή ἔκδοση καί νά τοῦ εὐχηθοῦμε, ὅπως ὁ Δωρεοδότης Θεός νά τοῦ χαρίζει ὑγεία καί δύναμη, ὥστε νά συνεχίζει τήν διακονία τοῦ γραπτοῦ καί προφορικοῦ λόγου πρός δόξα  Θεοῦ καί ψυχική ὠφέλεια τῶν πιστῶν.

ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΑΘΠ: Αὐτοῦ Θειοτάτη Παναγιότητα

ΑΠΘ: Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

ΔΠΜΣ: Διϊδρυματικό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακῶν Σπουδῶν

ΕΚΠΑ:  Ἐθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν.

ΗΠΑ: Ἡνωμένες Πολιτεῖες Ἀμερικῆς

ΜτΧΕ.: Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία

Οἰκ.: Οἰκουμενι/κός/κοῦ/κῶν

ΠΣΕ: Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν

σ.: συγγραφέας

σελ.: σελίδα

σσ.: σελίδες

Ἀναδημοσίευση ἀπό τό Ἐπιστημονικό Περιοδικό τοῦ Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας καί Πάσης Ἀφρικῆς, ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΣ ΦΑΡΟΣ, ΤΟΜΟΣ ϟΒ΄ (2024 -2025) ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ 2024 -2025, σσ. 436-444.

Σχετικά άρθρα

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ