10.9 C
Athens
Πέμπτη, 22 Φεβρουαρίου, 2024

Γιώργος Βλαντής: Ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης και η ενότητα των χριστιανών

Γιώργος Βλαντής

Διευθυντής του Συμβουλίου Χριστιανικών Εκκλησιών (ACK) στη Βαυαρία, Επιστημονικός Συνεργάτης της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου

Θεολογία απαιτητική, μεταφράσιμη, ωραία

Ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης και η ενότητα των χριστιανών

Ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας (1931-2023) δέχθηκε στη μακρά διάρκεια του καλλίκαρπου θεολογικά βίου του πληθώρα υψηλών διακρίσεων από ορθόδοξες Εκκλησίες και ετερόδοξους, καθώς και από ακαδημαϊκούς και κοσμικούς φορείς, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Ίσως όμως κανένας θεολόγος της Ορθοδοξίας στην εποχή μας δεν υπήρξε στόχος τέτοιων και τόσων ύβρεων όπως ο Μητροπολίτης Ιωάννης. Δεν αναφέρομαι στην καλόπιστη κριτική, η οποία, άλλωστε, συνιστά τιμή και τεκμήριο ποιότητας για μια ρωμαλέα σκέψη. Εννοώ τον οχετό ασέβειας και προσβολών που επί δεκαετίες εκπορεύονται εναντίον του από τους ακραίους φονταμενταλιστικούς, αντιοικουμενικούς, «υπερλίαν ορθόδοξους» κύκλους. Ο πλέον αναγνωρίσιμος διεθνώς Ορθόδοξος θεολόγος, πρωτοπόρος στην προσπάθεια για την αποκατάσταση της ενότητας των χριστιανών, κατηγορούνταν συστηματικά από τους πολέμιους του οικουμενισμού ως προδότης της Ορθοδοξίας, ακριβώς λόγω της κομβικής συμβολής του στον διάλογο. Μια απλή αναζήτηση στο διαδίκτυο αρκεί ώστε να επιβεβαιωθεί το θλιβερά αληθές του λόγου.

Το παρόν κείμενο δεν αποσκοπεί, φυσικά, στην αναίρεση ανερμάτιστων ύβρεων. Επίσης, δεν φιλοδοξεί ούτε καν να συνοψίσει την προσφορά του Ιωάννη Ζηζιούλα στον οικουμενικό διάλογο. Επιχειρεί απλώς να υποψιάσει γι’ αυτήν, επισημαίνοντας ορισμένες πτυχές της και θέτοντας ερωτήματα για τις δυνατότητες πρόσληψης και τη δυναμική της συμβολής του κορυφαίου θεολόγου και ιεράρχη στον σύγχρονο διάλογο για την ενότητα των χριστιανών[1].

Ι. Στη διακονία της ενότητας: Βιοεργογραφικά ερεθίσματα

Ο τίτλος της περιώνυμης διδακτορικής διατριβής του Η ενότης της Εκκλησίας εν τη Θεία Ευχαριστία και τω επισκόπω κατά τους τρεις πρώτους αιώνας (1965) καθιστά πρόδηλη την κεντρικότητα της έγνοιας για την ενότητα των χριστιανών ήδη στις απαρχές της συγγραφικής δράσης του Ζηζιούλα. Ο πολλά υποσχόμενος θεολόγος ωριμάζει επιστημονικά αναζητώντας τα αποφασιστικά κριτήρια που πρέπει να διέπουν τον οικουμενικό διάλογο, αν θέλει να εμπνέεται από το παράδειγμα της αρχαίας Εκκλησίας. Ήδη στην εισαγωγή του έργου, στην αντιπαράθεση με τη δυτική θεολογία, καθίσταται σαφές ότι το ενδιαφέρον του νέου επιστήμονα δεν είναι ιστοριστικό. Μέριμνά του αποτελεί η προοπτική των διαχριστιανικών σχέσεων σήμερα. Άλλωστε, το θέμα της εργασίας του είναι άμεσα συνδεδεμένο με τις πολλά υποσχόμενες οικουμενικές εξελίξεις της δεκαετίας του 1960, τις οποίες σηματοδότησαν τόσο η προσχώρηση πλειάδας ορθόδοξων Εκκλησιών στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (ΠΣΕ· 1961), όσο και η Β´ Βατικανή Σύνοδος (1962-1965), με το άνοιγμα της Ρωμαιοκαθολικής προς τις άλλες Εκκλησίες, όπως αυτό αποτυπώνεται στο κείμενο Unitatis redintegratio[2].

Το ότι το ζήτημα της ενότητας είχε κομβική σημασία για τη διαμόρφωση της σκέψης του Ζηζιούλα τεκμαίρεται και από τη μακρόχρονη ενασχόλησή του, τουλάχιστον από τις σπουδές του στην Αμερική τη δεκαετία του 1950, με τη θεολογία του αγίου Μαξίμου του Ομολογητή. Ήδη o Hans Urs von Balthasar, με το κλασικό του έργο Kοσμική λειτουργία (1941, 19612), είχε υποδείξει την ενοποιητική δυναμική της αντίληψης του μεγάλου Πατρός για τον κόσμο. Γενικότερα, δεν είναι τυχαίο πως πολλοί Ορθόδοξοι θεολόγοι που εμπνέονται από τον άγιο Μάξιμο έχουν όχι μόνο τη διάθεση, αλλά αναπτύσσουν και θεολογικά εργαλεία για μια γόνιμη αναστροφή με τις άλλες Εκκλησίες.

Οι σπουδές του Ιωάννη Ζηζιούλα στο Bossey, στο Οικουμενικό Ινστιτούτο του ΠΣΕ, αλλά και στο Harvard, του έδωσαν την ευκαιρία ουσιαστικής γνώσης άλλων χριστιανικών παραδόσεων, όπως τις εκπροσωπούσαν διακεκριμένοι εκφραστές τους. Επί τριετία (1967-1970) θα εργαστεί ως Γραμματέας της Επιτροπής «Πίστη και τάξη» του ΠΣΕ και θα έχει την ευκαιρία της αναστροφής με τον Νίκο Νησιώτη. Οι θεολογικές προσεγγίσεις αμφοτέρων διέφεραν ενίοτε ως προς την προοπτική, συμφωνούσαν όμως ως προς την έγνοια της ενότητας και την επίγνωση της ευθύνης των Ορθοδόξων για την αποκατάστασή της. Ως καθηγητής της θεολογίας σε πανεπιστήμια του εξωτερικού, ο Ιωάννης Ζηζιούλας άρθρωσε εξ αρχής τη σκέψη του κατά έναν τρόπο που να διευκολύνει τον διάλογο με τις μη ορθόδοξες παραδόσεις. Η θεολογία του είναι μεταφράσιμη ως γλώσσα και ως νοοτροπία, όντας μακριά από τις ιδεολογικές, αντιδυτικές σχηματοποιήσεις και τους γλωσσικούς ακκισμούς άλλων εκπροσώπων της θεολογικής γενιάς του 1960.

Τόσο ως ακαδημαϊκός δάσκαλος, όσο και, πολύ περισσότερο, ως κορυφαίος ιεράρχης του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ο Περγάμου Ιωάννης έλαβε ενεργά μέρος σε ποικίλα όργανα της οικουμενικής κίνησης και σε διαχριστιανικούς διαλόγους, διμερείς και πολυμερείς, π.χ. ως Πρόεδρος της Διεθνούς Επιτροπής του Θεολογικού Διαλόγου της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τους Αγγλικανούς, Συμπρόεδρος της Διεθνούς Επιτροπής του Θεολογικού Διαλόγου της Ορθόδοξης και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΣΕ και της Επιτροπής «Πίστη και Τάξη», μέλος της αντιπροσωπείας του Οικουμενικού Πατριαρχείου στις Συνελεύσεις του Παγκοσμίου Εκκλησιών στην Uppsala (1968), στο Nairobi (1975), στο Vancouver (1983) και στην Canberra (1992).

Πολλές από τις μελέτες του Μητροπολίτη Ιωάννη συντάχθηκαν με αφορμή οικουμενικές συναντήσεις, όπου εξέπλητταν με τη φρεσκάδα της προσέγγισης ακροατήρια συνηθισμένα σε συμβολές εκπροσώπων μιας ορθόδοξης θεολογίας περισσότερο «σχολαστικής» και ακαδημαϊκής. Ήδη οι τίτλοι των αυτοτελών έργων του φανερώνουν πόσο κεντρική είναι η θεματολογία του διαλόγου και της ενότητας στη σκέψη του: Πέρα από τη διατριβή του μπορεί κανείς να σκεφτεί π.χ. Το είναι ως κοινωνία, το Κοινωνία και ετερότηταΟ ένας και οι πολλοίΗ ευχαριστιακή κοινωνία και ο κόσμος[3].

Εκτός από τις συμβολές που φέρουν την υπογραφή του, ο Ιωάννης Ζηζιούλας παρήγαγε μεγάλο αριθμό κειμένων ή, έστω, των βασικών τους σχεδιασμάτων, τα οποία υιοθετήθηκαν ως επίσημα κείμενα θεολογικών διαλόγων. Τα βασικότερα κείμενα, π.χ., του διαλόγου Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών των τελευταίων δεκαετιών θα ήταν αδιανόητα δίχως τη συμβολή του, η επίδραση της σκέψης και της γραφής του είναι όμως ορατή και σε κείμενα Επιτροπών όπου δεν συμμετείχε ως μέλος.

Ο Ζηζιούλας επηρέασε, αλλά και επηρεάστηκε από την οικουμενική κίνηση και την προβληματική της. Ω άνθρωπος του διαλόγου είχε την ικανότητα δεξίωσης ουσιαστικών ερεθισμάτων από τους ετερόδοξους και της επεξεργασίας τους κατά τρόπο που να τα γονιμοποιεί για την ορθόδοξη σκέψη. Η προσέγγισή του στον διάλογο δεν ήταν απολογητική, ούτε προσερχόταν σε αυτόν με έναν φτηνό ομολογητισμό. Ήταν ο θεολόγος που έχει έγνοια για το θεμελιωμένο στη Βίβλο και στην εν γένει Παράδοση επιχείρημα, το οποίο πρέπει να αρθρωθεί κατά τρόπο που να φανερώνει την υπαρξιακή του βαρύτητα για τον σύγχρονο κόσμο. Σε αντίθεση με πολλά στεγνά και άνευρα κείμενα διμερών διαλόγων, όσα επεξεργάστηκε ο ίδιος έχουν μια δυναμική ιδιαίτερη. Διαβάζονται σαν πραγματείες, όπου αποκρυσταλλώνεται ελπιδοφόρα η μέχρι τώρα συμφωνία των Εκκλησιών σε κομβικά ζητήματα της ζωής τους.

Ο Μητροπολίτης Περγάμου αποσύρθηκε σε βαθύ γήρας από την ενεργό συμμετοχή στους διαλόγους, κάτι που δείχνει το μέγεθος της προσφοράς του και της εμπιστοσύνης που του έτρεφε το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αλλά και την τραγική λειψανδρία της Ορθοδοξίας σε ό, τι αφορά ικανούς εκπροσώπους στην οικουμενική κίνηση, ανθρώπους που να μπορούν να διακονήσουν πρωτοποριακά ως θεολόγοι στην προσπάθεια για την ενότητα.

ΙΙ. Η δυναμική της θεολογίας του Περγάμου Ιωάννη στον οικουμενικό διάλογο

Ο Ιωάννης Ζηζιούλας δεν ήταν συγγραφέας εγχειριδίων. Εντάσσεται στη μεγάλη παράδοση των σημαντικών Ορθόδοξων θεολόγων, οι οποίοι προτιμούν το άρθρο ή το δοκίμιο για την άρθρωση της σκέψης τους, με τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που συνεπάγεται μια τέτοια επιλογή. Ωστόσο, ο Μητροπολίτης Ιωάννης δεν πρόσφερε απλώς ψηφίδες, αποσπασματικές προσεγγίσεις, αλλά ήταν εκφραστής μιας πρότασης, η οποία αγκάλιαζε το όλον της θεολογίας, από την τριαδολογία, τη χριστολογία και την πνευματολογία, ως την κτισιολογία και την εσχατολογία, την εκκλησιολογία, τη θεολογία των μυστηρίων, αλλά και την ανθρωπολογία. Η ποιότητα των ερεθισμάτων του και η μεταφρασιμότητα του τρόπου εκφοράς τους τα καθιστά γόνιμα και για τον δυτικό χριστιανισμό, όπως καταδεικνύεται και από την ασυνήθιστη πληθώρα των διδακτορικών διατριβών και εν γένει εργασιών που αναφέρονται στο έργο του.

  1. Η κεντρικότητα της ευχαριστίας και ο επίσκοπος

Η έμφαση που δίνει ο Περγάμου Ιωάννης στην ευχαριστία ως την κατεξοχήν έκφραση της ενότητας της Εκκλησίας και στον επίσκοπο ως τον αυθεντικό εγγυητή της καλωσορίζεται ιδίως από τη ρωμαιοκαθολική και την αγγλικανική θεολογία. Δεν είναι τυχαίο πως μεγάλος αριθμός ετερόδοξων μελετητών του έργου του ανήκουν σε αυτές τις παραδόσεις.

Στα χριστιανικά περιβάλλοντα που εμμένουν στη θεώρηση της ευχαριστίας απλώς ως συμβόλου ενότητας, δίχως να δέχονται κάποια μεταβολή των στοιχείων, και όπου εκλαμβάνεται ο ρόλος του επισκόπου μάλλον λειτουργιστικά, είναι δύσκολο να πείσουν εμφατικά μυστηριακές κατανοήσεις. Σε ό,τι αφορά την ευχαριστία, το ερώτημα που τίθεται σε τέτοια περιβάλλοντα, και όχι μόνο, είναι κατά πόσον αυτή πρέπει να εκλαμβάνεται ως επίστεψη της ενότητας ή, περισσότερο, ως μέσον ενίσχυσης στον δρόμο για την επίτευξή της. Οι υποστηρικτές του δεύτερου ενδεχόμενου προκρίνουν επιτακτικά τη διακοινωνία (intercommunio), κάτι που επιδιώκουν όχι μόνο προτεστάντες, αλλά και όλο και περισσότεροι ρωμαιοκαθολικοί. Γενικότερα, ιδίως σε ομολογιακώς μεικτά δυτικοευρωπαϊκά περιβάλλοντα, διαπιστώνεται μια όλο και εντονότερη ανυπομονησία ως προς το ζήτημα της ευχαριστιακής κοινωνίας, αλλά και μια ορισμένη ένταση ανάμεσα στην παραδοχή της κεντρικότητας της Ευχαριστίας στην εκκλησιαστική ζωή και στην ταυτόχρονη παραγνώριση ή, τουλάχιστον, ανανοηματοδότηση της σημασίας των θεολογικών της προϋποθέσεων, όχι κατ’ ανάγκην προς την κατεύθυνση που θα επιθυμούσε ο Μητροπολίτης Ιωάννης.

Ο ρόλος του επισκόπου συζητιέται επί δεκαετίες στην οικουμενική κίνηση, τόσο στους πολυμερείς, όσο και στους διμερείς εκκλησιαστικούς διαλόγους. Η σκέψη του Ιωάννη Ζηζιούλα προσέφερε, ιδίως στη ρωμαιοκαθολική θεολογία, ουσιαστικά ερεθίσματα για την ανατίμηση του ρόλου του επισκόπου, του οποίου όμως η σημασία συνεχίζει να προσδιορίζεται από την εκκλησιολογική κεντρικότητα του Ρωμαίου ποντίφηκα. Πάντως, ακόμη και στις παραδόσεις όπου τα λειτουργήματα δεν νοηματοδοτούνται αμιγώς λειτουργιστικά, τονίζονται όλο και περισσότερο τα όρια της επισκοπικής αυθεντίας. Οι ολοένα και πιο σοκαριστικές αποκαλύψεις για τις διαστάσεις των σκανδάλων παιδεραστίας στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία πείθουν όλο και περισσότερους με ιδιαίτερη ενάργεια ότι είναι αναγκαίος ο έλεγχος, το λόγον διδόναι, και ότι αυτό δεν δύναται να λαμβάνει χώρα μόνον εντός των ορίων μιας συνόδου επισκόπων. Η θεολογία του Ιωάννη Ζηζιούλα, με τις μαξίμειες προϋποθέσεις της, επισημαίνοντας τα χαρίσματα της κοινότητας, δύναται να αναπτυχθεί περαιτέρω, προκειμένου να προβληθούν εμφατικότερα και κατά τρόπο χρήσιμο στον οικουμενικό διάλογο όλα εκείνα τα στοιχεία που τονίζουν τον ρόλο και των λαϊκών, ο οποίος δεν δύναται να περιορίζεται στο «Αμήν» της λειτουργίας. Επισκοπομονιστικές κατανοήσεις (ή, μάλλον, παρανοήσεις) της θεολογίας του Ιωάννη Ζηζιούλα δεν δύνανται να προσφέρουν πολλά στον διάλογο των χριστιανών.

Πέραν τούτου, καίριο από οικουμενική σκοπιά παραμένει το ερώτημα για τη συμβατότητα ενός εκκλησιολογικού μοντέλου που επιμένει στο τοπικό-γεωγραφικό κριτήριο ως όρο συγκρότησης της Εκκλησίας, με την πραγματικότητα της ομολογιακής διαίρεσης και αντίστοιχης συνύπαρξης σε έναν τόπο χριστιανικών κοινοτήτων που διαφοροποιούνται κατά την ομολογία. Σε ποιο βαθμό το επισκοπικό λειτούργημα και η ορθή πίστη αποτελούν κριτήρια εκκλησιακότητας; Επίσης, αν δεχτεί κανείς πως το πολίτευμα της Εκκλησίας δεν ήταν εξ αρχής πλήρως προσδιορισμένο, αλλά καρπός μιας ορισμένης εξέλιξης, ποιες είναι οι εκκλησιολογικές συνέπειες της αποδοχής της εξέλιξης των λειτουργημάτων της Εκκλησίας; Και, το κυριότερο, το πλέον αποφασιστικό ερώτημα: Ποιος είναι ο εκκλησιολογικός χαρακτήρας των μη ορθόδοξων Εκκλησιών;

ii. Πρόσωπο, κοινωνία και διάλογος

Κομβική υπήρξε η συμβολή του Μητροπολίτη Περγάμου στην ανατίμηση της έννοιας του προσώπου, με την κατάδειξη της βαρύτητάς του όχι μόνο στην τριαδολογία, αλλά και στη θεολογική ανθρωπολογία. Οι σχετικές θέσεις του βρήκαν ευρεία απήχηση, μολονότι εξαιρετικά απαιτητικές και αντλούμενες από ένα εννοιολογικό οπλοστάσιο διόλου αυτονόητο, αν αναλογιστεί κανείς τα ποικίλα συναφειακά περιβάλλοντα από τα οποία προέρχονται οι φορείς της οικουμενικής κίνησης.

Προσωποκρατικές συμβολές από την παράδοση της Ορθοδοξίας δύνανται όντως να συμβάλλουν στην ανθρωπολογική συζήτηση που λαμβάνει χώρα με ένταση στον διαχριστιανικό διάλογο, σε βαθμό μάλιστα ορισμένοι να θεωρούν ότι το ανθρωπολογικό ερώτημα υπερέχει ως προς τη βαρύτητά του έναντι του εκκλησιολογικού. Σε εποχές που υπογραμμιζόταν από πολλές πλευρές η σημασία της ιεραρχίας και της κάθετης αυθεντίας, ήταν απελευθερωτική η σκέψη του Ιωάννη Ζηζιούλα, ο οποίος επέμεινε στις έννοιες της αλληλοπεριχώρησης και της κοινωνίας εν γένει. Η σημασία των θέσεών του για μια γόνιμη ορθόδοξη προσέγγιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και για τον διάλογο με τη νεωτερικότητα και των εν γένει προκλήσεων της εποχής μας μόλις που είναι ανάγκη να επισημανθεί.

Το διακύβευμα όμως σήμερα είναι η αξιοποίηση αυτής της δυναμικής κατά τρόπο που δεν θα προκρίνονται ανέξοδες εξιδανικεύσεις του γεγονότος της σχέσης, κάτι από το οποίο πάσχουν πολλές θεολογικές προσεγγίσεις, οι οποίες παραμένουν ιδιαζόντως εναρμονιστικές και καταφατικές. Προσωποκρατικές προσπελάσεις καθίστανται οικουμενικά γόνιμες όταν προσφέρουν και στην κατηγορία της άρνησης τον ρόλο που της πρέπει. Η άρνηση είναι και ανθρωπολογική κατηγορία, η οποία συνδέεται στενά με την κριτική και την ελευθερία. Η συνάντηση των προσώπων, τουλάχιστον στο επίπεδο της ιστορίας, δεν τελείται μόνο ως κατάφαση, αλλά εμπεριέχει και το στοιχείο της άρνησης. Μια στάση ουσιαστικά οικουμενική οφείλει να επιτρέπει χώρο όχι μόνο για τον Άλλο, αλλά και για τη σύγκρουση ακόμη με τον Άλλο. Η δημιουργία δομών και η διαμόρφωση χαρακτήρων που θα δύνανται να διαχειρίζονται υπάρχουσες διαφορές, αλλά και κρίσεις που προκύπτουν στην πορεία, συνιστά μέριμνα ουσιαστική της οικουμενικής κίνησης. Όμως και μέσα σε μία και μόνο Εκκλησία προκύπτει το ερώτημα: ποιες είναι οι θεσμικές δομές που μπορούν να αντέξουν την άρνηση, τη σύγκρουση και ενδεχομένως να την αξιοποιήσουν παραγωγικά; Η σκέψη του Ζηζιούλα τόνισε τη σημασία του διαλόγου, της κοινωνίας, τόσο ενδορθοδόξως, όσο και στο διαχριστιανικό επίπεδο. Επιβάλλεται να εργαστούμε επιτακτικότερα για τις δομές του.

iii. Η κτίση

Ενωρίτατα, κατά κάποιον τρόπο προφητικά, με το δοκίμιο «Η ευχαριστιακή θεώρηση του κόσμου και ο σύγχρονος άνθρωπος» (1967), ο Ιωάννης Ζηζιούλας εξέθεσε δημιουργικά τις ορθόδοξες θέσεις για το οικολογικό ζήτημα. Οι καθοριστικές μελέτες του τόμου Η κτίση ως ευχαριστία εκφωνήθηκαν ως διαλέξεις (1989) σε μια εποχή, όπου αιτήματα του οικολογικού κινήματος είχαν βρει τη δέουσα απήχηση στην οικουμενική κίνηση. Οι εργασίες αυτές δεν αποτελούν καρπούς μόνο της ευχαριστιακής σκέψης του Περγάμου, αλλά και της ικανότητάς του να αντιλαμβάνεται τα σημεία των καιρών και να τα προσλαμβάνει δημιουργικά. Οι μελέτες του Μητροπολίτη Ιωάννη συνέβαλαν καθοριστικά στην άρθρωση ενός ορθόδοξου λόγου για την κτίση, ο οποίος έμελλε να βρει τεράστια απήχηση και στο πλαίσιο του διαχριστιανικού διαλόγου. Ίσως να πρόκειται για τη συμβολή της Ορθοδοξίας στον οικουμενικό διάλογο με την πλέον ευρεία απήχηση, όπως δείχνει η υιοθέτηση της «Ημέρας της Δημιουργίας» ή αντίστοιχων πρωτοβουλιών τόσο από οικουμενικά όργανα, όσο και από επί μέρους Εκκλησίες. Ενδεικτική ως προς αυτό είναι η εγκύκλιος Laudato si του Πάπα Φραγκίσκου, όπου προσλαμβάνονται ουσιαστικά οικολογικά ερεθίσματα της ορθόδοξης σκέψης. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μητροπολίτης Ιωάννης, ένας μη ρωμαιοκαθολικός, κλήθηκε να συμβάλει με εισήγηση στην επίσημη παρουσίαση της εγκυκλίου στο Βατικανό, γεγονός πρωτόγνωρο για τα βατικάνεια θέσμια, αλλά και ενδεικτικό του κύρους του ιεράρχη στη λατινική Εκκλησία.

Μολονότι δικαίως τονίζεται η προσωπική συμβολή του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου στον οικολογικό τομέα, δεν επιτρέπεται να υποτιμάται ο ρόλος του Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη, ο οποίος προσέφερε τη θεολογική τεκμηρίωση, αλλά και ανέλαβε την ευθύνη για φιλόδοξες προσπάθειες διαλόγου (συμπόσια, συνέδρια κ.ά.) με τις άλλες Εκκλησίες, τις θρησκείες και την κοινωνία εν γένει στη βάση της οικολογικής μέριμνας.

Ο κίνδυνος που εγκυμονείται, σε ό, τι αφορά την οικουμενική παρουσία των Ορθοδόξων, αναφέρεται στο ενδεχόμενο η ρηξικέλευθη θεολογία του Περγάμου για την κτίση να χρησιμοποιείται ως μανιέρα. Τα οικολογικά ερεθίσματα δύνανται να λειτουργήσουν και ως εύκολη λύση, ως άλλοθι, προκειμένου να αποφεύγεται η έκθεση απέναντι σε ζητήματα πιο απαιτητικά, ίσως και δυσάρεστα. Όσο σπουδαίο είναι να συνεχιστεί μετ’ επιτάσεως η δραστηριοποίηση της Εκκλησίας στα οικολογικά ζητήματα, τόσο προβληματική θα ήταν ενδεχόμενη ταύτιση της Ορθοδοξίας, ιδίως στον πολυμερή οικουμενικό διάλογο, μόνο με τα θέματα αυτά. Ο μη ορθόδοξος κόσμος δικαιούται να περιμένει και άλλες συμβολές από την Ανατολική Εκκλησία.

iv. Τα έσχατα

Πολλοί γνωρίζουν ότι τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Μητροπολίτης Περγάμου αφιερώθηκε στη συγγραφή ενός έργου που θα πρόσφερε μια εκ νέου ανάγνωση της θεολογίας από την προοπτική της εσχατολογίας. Αν και η ανατίμηση του λόγου για τα έσχατα πράγματα και τα έσχατα γεγονότα χαρακτηρίζει σε μεγάλο βαθμό σύνολη τη θεολογική σκέψη του 20ού αιώνα, λίγες ήταν οι προσπάθειες στην κατεύθυνση που φιλοδόξησε να δώσει ο Περγάμου, δηλαδή στην κατεύθυνση της ανασυγκρότησης του χριστιανικού μηνύματος από την προοπτική των εσχάτων. Έστω κι αν το πολλά υποσχόμενο έργο παρέμεινε ημιτελές, ο Ιωάννης Ζηζιούλας εξέθεσε σε πολυάριθμες ήδη δημοσιευμένες μελέτες βασικές θέσεις του για την κεντρικότητα της εσχατολογίας.

Χάρη και στις δικές του προσπάθειες, ο περί εσχατολογίας λόγος γίνεται όλο και πιο διακριτός σε οικουμενικά κείμενα της εποχής μας. Ήδη αυτό αποτελεί κατάκτηση, όμως από την άλλη δεν πρέπει κανείς να παραβλέπει και τη διαφορά των ομολογιακών προϋποθέσεων, οι οποίες οδηγούν τις Εκκλησίες και σε διαφορετικές συνεπαγωγές για τη ζωή και την οικουμενική δράση τους. Ενδείκνυται, άραγε, η διακοινωνία ως πρόγευση, στο εδώ και τώρα του διχασμού, της εσχατολογικής ενότητας, όπως θεολογικές φωνές εισηγούνται; Τι σημαίνει η «εσχατολογική επιφύλαξη» για την εγκυρότητα των ηθικών κρίσεων που εκφέρονται στο όνομα του χριστιανισμού; Πόσο τεκμηριωμένες γνωσιολογικά είναι οι κανονιστικές συνέπειες μιας «εικονολογικής οντολογίας», όπως αυτής του Ιωάννη Ζηζιούλα; Τι αλλάζει πρακτικά στη θεώρηση ακόμη και κλασικών ζητημάτων του οικουμενικού διαλόγου, όπως αυτό της αποστολικής διαδοχής, αν προκριθεί η προοπτική μιας εσχατολογικής της θεώρησης, την οποία πολύ νωρίς μελέτησε ο Περγάμου;

Από την άλλη πλευρά, ο τονισμός του καθ’ οδόν της Εκκλησίας δύναται να λειτουργήσει λυτρωτικά ενάντια στον ομολογητισμό, προσφέροντας στον ετερόδοξο Άλλο τον χώρο εκείνο και την αξιοπρέπεια εκείνη, που είναι εκ των ουκ άνευ για τον διάλογο. Η εσχατολογική προοπτική του Περγάμου προσφέρει εργαλεία για την υπέρβαση του ιδρυματισμού και των εκκρεμοτήτων μιας καθαρά θεσμικής και ιστορικής προσέγγισης της Εκκλησίας, ενάντια στις οποίες συνεχίζει να πολεμάει ο δυτικός χριστιανισμός και όχι μόνο.

***

O Μητροπολίτης Περγάμου άρθρωσε μια βαθιά παραδοσιακή ορθόδοξη θεολογία ανοικτών οριζόντων. Αφιέρωσε τη ζωή του στη διακονία της ενότητας, τόσο με το πολυσχιδές του έργο όσο και δραστηριοποιούμενος στην οικουμενική κίνηση, εκπροσωπώντας την Ορθοδοξία σε πολυάριθμους και σημαντικότατους πολυμερείς και διμερείς διαχριστιανικούς διαλόγους. Με την έμφασή της στην ευχαριστία και στον επίσκοπο, η σκέψη του βρήκε απήχηση ιδίως στον ρωμαιοκαθολικό και τον αγγλικανικό κόσμο. Η σημασία που προσέδωσε στο πρόσωπο, στην κτίση και στα έσχατα γονιμοποίησε και άλλα θεολογικά περιβάλλοντα. Απαλλαγμένη από κάθε λογής εθνικισμό ή αντιδυτικισμό, η σκέψη του είναι σίγουρα μεταφράσιμη, συνάμα όμως και απαιτητική. Ο Ιωάννης Ζηζιούλας δεν ήταν εκφραστής ενός μονομερώς ακτιβιστικού οικουμενισμού, δεν υποτιμούσε, στο όνομα της κοινής μαρτυρίας στην κοινωνία, τη σημασία της θεολογίας, αλλά επιδίωκε μια ενότητα βαθιά θεολογική στην ουσία και την προοπτική της. Σε εποχές όπου ο λόγος της οικουμενικής κίνησης γίνεται όλο και πιο τετριμμένος, κοινότοπος και ακαλαίσθητος, θυμίζει ότι η αναζήτηση της χριστιανικής ενότητας δύναται να γίνει αφορμή να παραχθεί θεολογία απαιτητική, γόνιμη, ελπιδοφόρα, ωραία.


[1] Τεκμηριωμένες πληροφορίες για τον βίο και το έργο του Μητροπολίτη Ιωάννη, λεπτομερή εργογραφία του, εκτενή βιβλιογραφία για τη σκέψη και την οικουμενική συμβολή του προσφέρεται στον πολύτιμο τόμο: Ιωάννης Ζηζιούλας, Έργα. Α´: Εκκλησιολογικά Μελετήματα, Δόμος: Αθήνα 2016. Είθε το μεγαλεπίβολο εκδοτικό εγχείρημα να ολοκληρωθεί επιτυχώς το ταχύτερο.

[2] Η επιλογή του θέματος συναρτάται και προς το πρόσωπο του επιβλέποντος καθηγητή του, Γεράσιμου Κονιδάρη, ο οποίος δεν ήταν μόνο εκκλησιαστικός ιστορικός, μελετητής της εξέλιξης του πολιτεύματος της Εκκλησίας, αλλά και δραστήριος εκπρόσωπος ορθόδοξων Εκκλησιών στον διαχριστιανικό διάλογο. Η επίδραση του Γεράσιμου Κονιδάρη στον Ιωάννη Ζηζιούλα δεν έχει ανιχνευτεί επαρκώς από την έρευνα.

[3] Ένα από τα σημαντικότερα desiderata σε ό, τι αφορά το έργο του είναι η μετάφραση στα ελληνικά ποικίλων εργασιών του, οι οποίες αναφέρονται στην οικουμενική κίνηση και την προβληματική της. Μεγάλο μέρος της συμβολής του Ζηζιούλα στον διαχριστιανικό διάλογο παραμένει άγνωστο στο ελληνικό κοινό.

Πηγή

Σχετικά άρθρα

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ