25.1 C
Athens
Δευτέρα, 4 Ιουλίου, 2022

Ειδήσεις από την Αρχιεπισκοπή Αυστραλίας (26-27 Μαΐου)

Την Πέμπτη, 26 Μαΐου, ο Σεβασμιώτατος Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας κ.κ. Μακάριος συμμετείχε ως κεντρικός ομιλητής στο 3ο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με τίτλο «Συγχρονικές και Διαχρονικές Όψεις της Ελληνικής Διασποράς», το οποίο συνδιοργανώνεται κατά το τρέχον τριήμερο (26-28 Μαΐου) από το αυστραλιανό Πανεπιστήμιο Charles Darwin και τα ελληνικά Πανεπιστήμια Αιγαίου και Μακεδονίας. Το θέμα που ανέπτυξε ο Σεβασμιώτατος αμέσως μετά την επίσημη έναρξη του Συνεδρίου, ήταν: «Η Ορθόδοξη Εκκλησία και η αποστολή της στον κόσμο».

Κατά την εισαγωγή του, ο Αρχιεπίσκοπος συνεχάρη τους διοργανωτές του Συνεδρίου και ονομαστικά τον Καθηγητή του Πανεπιστημίου Charles Darwin, κ. Γεώργιο Φραζή, ενώ μετέφερε τις πατρικές ευχές και ευλογίες του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου.

Στη συνέχεια, αναφέρθηκε στον καθοριστικό ρόλο που διαδραμάτισε διαχρονικά η Ελληνορθόδοξη Εκκλησία της Αυστραλίας στο ιερό έργο της διατήρησης της ταυτότητας και της συνοχής των Ελλήνων μεταναστών στην πέμπτη ήπειρο. Περιέγραψε δε επιγραμματικά ορισμένες από τις πολυσχιδείς δραστηριότητες της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αυστραλίας, οι οποίες εστιάζονται στον ποιμαντικό, τον κοινωνικό, τον εκπαιδευτικό, τον πολιτιστικό και τον πνευματικό τομέα.

Στο κυρίως μέρος της ομιλίας του, ο Σεβασμιώτατος κ.κ. Μακάριος παρουσίασε το θεολογικό όραμα της Εκκλησίας, επί του οποίου βασίζονται όλες οι πρωτοβουλίες και δραστηριότητές της. «Από τη φύση της η Εκκλησία είναι εν κοινωνία και αποστολική», υπογράμμισε, για να αναλύσει ακολούθως τις δύο αυτές διαστάσεις της φύσεως και της αποστολής της.

Αναφερόμενος στην εν κοινωνία φύση, περιέγραψε την ενωτική δύναμη της Εκκλησίας, δεδομένου ότι «ως ζωντανή παρουσία του σώματος του ενσαρκωμένου Λόγου του Θεού, φέρνει τους πιστούς σε κοινωνία με τον Χριστό και μεταξύ τους».

Εξάλλου, εστιάζοντας στον αποστολικό της χαρακτήρα, ο Αρχιεπίσκοπος επισήμανε ότι η Εκκλησία είναι παρούσα στις σύγχρονες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα, προβάλλοντας τη διδασκαλία των Ιερών Ευαγγελίων, και ουσιαστικά συνεχίζει το έργο των Αποστόλων, συμφώνως με την εντολή που εκείνοι έλαβαν από τον Χριστό. Προς επίρρωση δε τούτου, υπενθύμισε το περιεχόμενο των σχετικών αποφάσεων της Αγίας και Μεγάλης Πανορθοδόξου Συνόδου, η οποία έλαβε χώρα στην Κρήτη το 2016.

Κατά την ολοκλήρωση της ομιλίας του, ο Σεβασμιώτατος κ.κ. Μακάριος σκιαγράφησε εν συντομία το όραμά του και τον υφιστάμενο σχεδιασμό για τον μελλοντικό ρόλο της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας στην Αυστραλία, προβαίνοντας, μεταξύ άλλων, στην περιγραφή του μεγαλόπνοου σχεδίου ανάπτυξης των κεντρικών εγκαταστάσεων της Ιεράς Αρχιεπισκοπής στο Σύδνεϋ. Με την παράθεση μίας φράσης του Αποστόλου Πέτρου: «λίθον ἀκρογωνιαῖον ἐκλεκτὸν ἔντιμον», ο Αρχιεπίσκοπος κατέθεσε την προσδοκία η Ιερά Αρχιεπισκοπή να καταστεί δυναμικός πυρήνας για τους ελληνορθόδοξους πιστούς, ώστε να συνδεθούν ισχυρότερα με τις παραδόσεις και τα έθιμα της ελληνορθόδοξης κληρονομιάς τους. Επιπροσθέτως, το όραμα για το μέλλον περιλαμβάνει τη δυνατότητα η Ελληνορθόδοξη Εκκλησία να αποκτήσει μια περαιτέρω εξωστρέφεια και να δίδει την καλή μαρτυρία στην ευρύτερη Αυστραλιανή κοινωνία, προβάλλοντας τον πλούτο της ανεκτίμητης κληρονομιάς μας – την Ορθόδοξη πνευματικότητά μας, τον πολιτισμό μας, τη γλώσσα και τις παραδόσεις μας. «Πετυχαίνοντας αυτό, θα έχουμε μείνει πιστοί στον πυρήνα του ενωτικού και αποστολικού χαρακτήρα της Εκκλησίας», κατέληξε.

Μήνυμα του Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας για την Εβδομάδα Εθνικής Συμφιλίωσης 2022

Στις 28 Μαΐου του έτους 2000, ένας πρωτοφανής αριθμός Αυστραλών (περίπου 250.000 άνθρωποι) διέσχισε τη διάσημη γέφυρα Harbour Bridge του Σύδνεϋ και προσέδωσε μία νέα δυναμική στην πορεία προς την ουσιαστική συμφιλίωση του Αυστραλιανού Έθνους. Είχαν προηγηθεί σημαντικά βήματα προς την ίδια κατεύθυνση, αρχής γενομένης από το δημοψήφισμα – ορόσημο της 27ης Μαΐου 1967, το οποίο άνοιξε τον δρόμο ώστε να συμπεριλαμβάνονται στην πληθυσμιακή απογραφή οι Αβορίγινες και οι κάτοικοι των Νήσων Torres Strait, και με κρίσιμο σταθμό την ιστορική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αυστραλίας, στις 3 Ιουνίου 1992, δια της οποίας αναγνωρίστηκαν τα δικαιώματα γης των Πρώτων Κατοίκων της χώρας.

Βεβαίως, εκτός από τα ιστορικού χαρακτήρα αυτά γεγονότα, πολλές ακόμη, μικρότερες αλλά εξίσου γενναίες προσπάθειες, συνέθεσαν την ευλογημένη πορεία προς τη συμφιλίωση της ευρύτερης Αυστραλιανής κοινότητας με τους Αυτόχθονες. Στο διάβα των τελευταίων δεκαετιών, αμέτρητοι συμπολίτες μας, από όλες τις εθνοτικές και πολιτισμικές καταβολές, συμπεριλαμβανομένων των μελών της Ελληνικής Ομογένειας, αγωνίστηκαν για την εξάλειψη των ανισοτήτων και των διαχωριστικών γραμμών, για την καλλιέργεια ενός πνεύματος αλληλοσεβασμού και δικαιοσύνης.

Αξίζουν τον έπαινό μας όλοι όσοι διαχρονικά υπηρέτησαν τον συγκεκριμένο σκοπό – όχι μόνο αυτοί που πρωτοστάτησαν σε ευρύτερες πρωτοβουλίες, αλλά κι εκείνοι που τόλμησαν να δώσουν προσωπικούς αγώνες για τη συμφιλίωση, επιτρέποντας, πρωτίστως, στους εαυτούς τους να γνωρίσουν και να κατανοήσουν την ιστορία των Πρώτων Κατοίκων της Αυστραλίας και μοιραζόμενοι, κατόπιν, τις γνώσεις, τις ιδέες και τις αγωνίες τους με τους ανθρώπους του οικογενειακού, φιλικού και κοινωνικού τους περιγύρου.

Όμως, η ευλογημένη πορεία προς την ουσιαστική συμφιλίωση είναι ένας αδιάκοπος αγώνας δρόμου, όπου δεν επιτρέπεται οπισθοχώρηση, συμβιβασμός ή εφησυχασμός. Τα κεκτημένα των περασμένων δεκαετιών -οι αποστάσεις που μίκρυναν, οι ανισότητες που αμβλύνθηκαν και οι αδικίες που άρθηκαν- μάς ενθαρρύνουν να συνεχίσουμε με ακόμα μεγαλύτερη αποφασιστικότητα. Θα ήταν ευχής έργο αν, με την ευκαιρία της φετινής Εβδομάδας Εθνικής Συμφιλίωσης, περισσότεροι άνθρωποι, με περισσότερο ζήλο και μεγαλύτερη ένταση, αφιερώσουμε τη διάθεση και τον χρόνο μας για να γνωρίσουμε, να εμπεδώσουμε και να μεταλαμπαδεύσουμε τα ευγενή μηνύματα του συγκεκριμένου θεσμού.  

Αυτή είναι η πατρική προτροπή μου προς το πλήρωμα της καθ’ ημάς Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αυστραλίας και προς κάθε άνθρωπο που ενστερνίζεται τις θεμελιώδεις αρχές της Πίστεώς μας, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται ο σεβασμός στον πλησίον, η αλληλεγγύη και η δικαιοσύνη.

Message of the Archbishop of Australia for National Reconciliation Week

The milestones, as well as the smaller but equally courageous efforts that paved the way for the reconciliation of the wider Australian community with the Aborigines and the inhabitants of the Torres Strait Islands, reports His Eminence  Archbishop Makarios of Australia, in his message at the beginning of National Reconciliation Week 2022 (May 27-June 3).

“Over the past decades, countless of our fellow citizens, from all ethnic and cultural backgrounds, including members of the Greek Diaspora, have fought to eliminate inequalities and dividing lines, to cultivate a spirit of mutual respect and justice,” His Eminence stated. He makes special mention of those who dared to give personal trials for reconciliation in their close social environment, while urging everyone to continue to fight with more determination, without retreating, compromise or complacency.

Following is the full Message from the Archbishop of Australia for  National Reconciliation Week:

On the 28th of May, 2000, an unprecedented number of Australians (approximately 250,000 people) crossed the famous Sydney Harbour Bridge and set the impetus for the substantive reconciliation of the Australian nation. Significant steps in the same direction had already been taken with the landmark referendum of 27th May 1967, which paved the way for the Aboriginal and Torres Strait Islander population to be included in the census, and with the crucial historic decision of the Supreme Court of Australia on the 3rd June 1992, by which the land rights of the First Peoples of Australia were recognised.

Certainly, in addition to these historic events, many more, smaller but equally courageous efforts have paved the way for the reconciliation of the wider Australian community with Indigenous people. Over the past decades, countless of our fellow citizens from all ethnic and cultural backgrounds, including members of the Greek community, have fought to eliminate inequalities and divisiveness and for the cultivation of a spirit of mutual respect and justice.

All those are praise-worthy, who have pursued this goal – not only pioneers in broader initiatives, but also those who dared to wage personal struggles for reconciliation, allowing themselves, first and foremost, to get to know and understand the history of the First Peoples of Australia and then sharing their knowledge, ideas and concerns with members of their family, friends and within their community networks.

But the blessed path to meaningful reconciliation is an uninterrupted road race that does not allow for retreat, compromise or complacency. The achievements of the past decades – the distances that have been reduced; the inequalities that have been removed; and the injustices that have been lifted – encourage us to continue with even greater determination. It would be a good outcome if, on the occasion of this year’s National Reconciliation Week, more people, with greater zeal and intensity, had the inclination to dedicate their time to get to know, consolidate and transmit the noble messages that arise from the themes of this Week.

This is my paternal exhortation to the plenitude of our Holy Archdiocese of Australia and to every person who embraces the fundamental principles of our Faith, which include respect for our neighbour, solidarity and justice.

Σχετικά άρθρα

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ