13 C
Athens
Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου, 2022

Ο π. Αυγουστίνος Μπαϊρακτάρης για την Πατριαρχική Επίσκεψη στην Ουκρανία

Τι το προσδωκόμενον;

Πρωτοπρεσβ. Αυγουστίνου Μπαϊρακτάρη

Αναπλ. Καθηγητή Π.Α.Ε.Α.Κ.

Με αφορμή την επικείμενη επίσημη επίσκεψη του Οικουμενικού Πατριάρχη κ. κ. Βαρθολομαίου στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας, προκειμένου να προεξάρχει των ιερών ακολουθιών, για να τιμήσει με την υψηλή παρουσία του τις εκδηλώσεις για τα 30 χρόνια ανεξαρτησίας της χώρας της Ουκρανίας θα ήθελα να καταθέσω ορισμένες σκέψεις.

Η παρουσία του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου και κυρίως το γεγονός της από κοινού τέλεσης της ευχαριστιακής σύναξης με τον προκαθήμενο της αυτόνομης Εκκλησίας της Ουκρανίας, Μακαριώτατο Μητροπολίτη Κιέβου κ. Επιφάνιο, αποδεικνύει εν τοις πράγμασι ότι η ενότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας αποτυπώνεται κυρίως λειτουργικά, και όχι διαπιστωτικά μέσω κάποιων θεσμικών διατυπώσεων ή ανακοινώσεων.[1] Η οποιαδήποτε διαφωνία από αδελφή Εκκλησία δεν θα έπρεπε και δεν πρέπει να αποτελεί αιτία διάσπασης και αλλοίωσης του ευχαριστιακού οράματος της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ο συνοδικός, δηλαδή ο λειτουργικός θεσμός, ιστορικά ήταν πάντοτε ο πιο ενδεδειγμένος τρόπος επίλυσης των όποιων σοβαρών εκκλησιαστικών και εκκλησιολογικών προβλημάτων που εμφανίζονταν στο σώμα της Εκκλησίας εντός της ιστορίας. Η από κοινού λοιπόν έκφραση της συνοδικής αυτοσυνειδησίας των τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών επιβεβαιώνεται στο γεγονός της συμμετοχής τους στη θεία ευχαριστία και στην από κοινού κλάση του άρτου και στο μοίρασμα του ποτηρίου. Αυτό αποτελεί γεγονός κεφαλαιώδους εκκλησιαστικής σημασίας.[2]

Αυτό επιβεβαιώθηκε και με τη σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Συγκεκριμένα, η λήψη της απόφασης, η πολύχρονη επεξεργασία των θεμάτων και εν τέλει η πραγματοποίηση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου στο Κολυμπάρι της Κρήτης στις εγκαταστάσεις της Ο.Α.Κ. το καλοκαίρι του 2016, αποτέλεσε ένα πρώτης τάξεως «ερέθισμα» στην Ορθόδοξη θεολογική σκέψη, προκειμένου να στραφεί επί των πηγών της δικής της συνοδικής και λειτουργικής παραδόσεως και ιστορίας. Σκοπός της ήταν: α) η επιβεβαίωση της ενότητας του πληρώματος των πιστών, β) η διακήρυξη της μοναδικότητας της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας κ γ) η μαρτυρία της Ορθοδόξου Εκκλησίας στο σύγχρονο κόσμο.[3] Τα προβλήματα που ανέκυψαν λίγο πριν τη σύγκληση της Συνόδου ήταν κυρίως αποτέλεσμα των ιδιαίτερων πολιτικών – εκκλησιαστικών συνθηκών που επικρατούσαν σε ορισμένες Ορθόδοξες Εκκλησίες και στις ιδιαίτερες σχέσεις τους με τα πολιτικά καθεστώτα και όχι αποτέλεσμα κάποιων θεολογικών λόγων. Δηλαδή η Σύνοδος αυτή καθαυτή έθεσε στα ίδια τα μέλη των τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών το οξύ ερώτημα της αυτοκριτικής σχετικά με την αναγκαιότητα σύγκλησης ή μη της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.

Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος αποτέλεσε μία ευκαιρία πρώτης τάξεως, προκειμένου επί τόπου και επί πανορθοδόξου βάσεως να συζητηθούν τα όποια ζητήματα, αξιοποιώντας έτσι τη μακραίωνη συνοδική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας που ξεκινά από τα μετα-αποστολικά χρόνια ήδη με την καταπολέμηση του Μοντανισμού και της έριδας για το Πάσχα. Συνοδικότητα και ευχαριστιακή σύναξη αποτελούν μέρη του αυτού πράγματος, δηλαδή της Μίας Εκκλησίας, καθώς δεν μπορούν να διαχωριστούν πλήρως. Μπορούν ωστόσο να διακριθούν, αλλά όχι να διαχωριστούν. Η λύση που δόθηκε λοιπόν στο Κολυμπάρι, ή έστω η επεξεργασία αυτών, παρείχε αυθεντικό χαρακτήρα για όλες τις αυτοκέφαλες τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες, αποδεικνύοντας ότι η σύγκληση αυτής ήταν μονόδρομος.[4]

Τα προβλήματα που ανέκυψαν λοιπόν από τη μη προσέλευση ορισμένων τοπικών αυτοκέφαλων Εκκλησιών δημιούργησαν διοικητικές αντιθέσεις και διενέξεις. Κάποιοι ενώπιον των ιστορικών ευθυνών που έπρεπε να αναλάβουν, δεν προσήλθαν στην τράπεζα. Η πρόσκληση είχε αποσταλεί προς όλους, όμως η δυνατότητα της άρνησης μέσω της ελεύθερης επιλογής επικράτησε σε κάποιους εκκλησιαστικούς κύκλους επί ζημία της ενότητας αυτής. Έτσι φανερώθηκε μία πληγή εντός της Ορθοδοξίας, ότι πολλές φορές η εκκλησιαστική συνείδηση δεν είναι ελεύθερη από τις ιδεολογικές δομές και άλλες φορές αναδιπλώνεται προς μία μορφή ιδρυματικού τοπικισμού. Η ιστορία ωστόσο συνεχίζεται, όπως φανερώνεται και στην ευαγγελική περικοπή, όπου ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός. Έπρεπε λοιπόν κάποιοι να φροντίσουν να έχουν εξασφαλίσει το αναγκαίο λάδι, ώστε το φως της κανδήλας τους να μείνει ακέραιο και άσβεστο. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρξε καμία συντριβή της ελευθερίας από κάποια εξωτερική εξουσία, όμως υπήρξε και μία λανθασμένη ερμηνεία του τι εστί ελευθερία. Στην χριστιανική θεολογία ελευθερία σημαίνει «αντιμετάδοση της αγάπης με τον Πατέρα», γι’ αυτό, όπως σημειώνει ο ίδιος ο Οικουμενικός Πατριάρχης, «στην Εκκλησία η ελευθερία θα έπρεπε να είναι εμπιστοσύνη, διακονία και θα μπορούσε κανείς να πει υπακοή προς όλους… η ελευθερία είναι να θέλεις την ετερότητα του άλλου, όπως την θέλησε ο Χριστός: μέχρι Σταυρού».[5]

Η ευχαριστιακή σύναξη λοιπόν που θα λάβει χώρα σε λίγες ημέρες στο Κίεβο θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι αποτελεί όχι μόνο συνέχεια της απονομής του τόμου της αυτοκεφαλίας, που χορήγησε πριν σχεδόν από τρία χρόνια το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως όφειλε προς την τοπική Εκκλησία της Ουκρανίας, η οποία είχε υποβάλλει σχετικό αίτημα εδώ και πολλά χρόνια, αλλά επίσης αποτελεί καρπό του πνεύματος της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Η αυτόνομη Ουκρανική Εκκλησία αποτελεί καρπό της αναγεννήσεως και της ανανεώσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας που συντελέστηκε διά της παρουσίας του Παρακλήτου, που προήδρευε των εργασιών. Μόνο όποιος αντιλαμβανόταν την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο ως αποτέλεσμα των ανθρωπίνων υπολογισμών και των συμπεφωνημένων εξαρχής λύσεων δεν μπόρεσε να αντιληφθεί την ωραιότητα και τη μοναδικότητα του εκκλησιαστικού αυτού γεγονότος. Αν δεν αποδεχθούμε την παρουσία και τη λειτουργία του Παρακλήτου στις συνοδικές εργασίες, τότε υποβιβάζεται αυτόματα η Σύνοδος σε Συνέδριο. Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος λοιπόν λειτούργησε ως υπερασπιστής και προάγγελος της αλήθειας, της ευθύτητας, της ιεράς τόλμης, της ορθοπραξίας και της ορθοδοξίας, διάκονος των οποίων είναι το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος επιδίωξε να ενώσει την ελευθερία με την έννοια του θείου μυστηρίου, τη συνύπαρξη του προσώπου με την κοινωνία των προσώπων και το μυστήριο της Μίας Εκκλησίας με την ιστορική καθιέρωση των  πολλών τοπικών αυτοκέφαλων Εκκλησιών. Όποιος δεν αποδέχεται αυτά τα χαρακτηριστικά αδυνατεί να παρακολουθήσει και να δεχθεί τόσο τις προγενέστερες, όσο και τις μεταγενέστερες εξελίξεις.

Με άλλα λόγια η συνάντηση αυτή στο Κίεβο θ’ αποτελέσει μία θεμελιώδη εκκλησιολογική και εκκλησιαστική πραγματικότητα της συνοδικής συνείδησης της Εκκλησίας. Όπως λοιπόν στο ζήτημα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου το Οικουμενικό Πατριαρχείο έδειξε στάση ευθύνης και διακονικής τόλμης, χωρίς να διστάσει να θυσιαστεί υπέρ των πολλών, έτσι και τώρα το Οικουμενικό Πατριαρχείο στο πρόσωπο της Σεπτής Κορυφής αυτού υποδεικνύει μία ορθή και υπεύθυνη εκκλησιολογικά στάση, αποτυπώνοντας στην ιστορία ανεξίτηλη τη σφραγίδα της φύσεως και της ουσίας του συνοδικού χαρακτήρα της Εκκλησίας που πραγματώνεται λαμπρά στο μυστήριο της θείας ευχαριστίας. Εκεί λοιπόν στο μυστήριο της θείας ευχαριστίας οι δύο προκαθήμενοι θα δηλώσουν την αυτή πίστη στο ιερό σύμβολο «εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν», διακηρύττοντας το αδιάσπαστο της συνοδικότητας εντός του μυστηρίου της Εκκλησίας και διασφαλίζοντας την καθολικότητα από τις εθνικές επιδιώξεις και από τα ομαδικά συμφέροντα. Παράλληλα δε, θα αποτυπώσουν το ομοθυμαδόν, την ομοφροσύνη και τη συμφωνία στην αυτή πίστη που ενώνει την Εκκλησία, αλλά και θα προστατέψουν την κανονική κληρονομιά της Ορθοδόξου Παραδόσεως.[6]

Τι λοιπόν το προσδωκόμενον από τη συνάντηση αυτή; Η διατράνωση της εκκλησιαστικής ενότητας και παράλληλα η απόδειξη της κοινωνίας του Αγίου Πνεύματος. Βάσει του συνοδικού θεσμού είναι η θεία ευχαριστία, και η φύση της Εκκλησίας είναι συνοδική, δηλαδή ευχαριστιακή. Οι δύο λοιπόν εκκλησιαστικοί ηγέτες θα αποδείξουν για άλλη μια φορά ότι το «συνέρχεσθαι επί το αυτό» συνιστά χαρακτηριστικό της υγιούς εκκλησιαστικής ζωής, ενώ το αίσθημα της εκκλησιαστικής αυτάρκειας οδηγεί ορισμένες επιμέρους Εκκλησίες σε συμπεριφορές εσωστρέφειας και εγωκεντρισμού.[7]

Είναι γνώρισμα σοφίας κάποιος να μπορεί να διακρίνει όταν αναφύεται ένα πρόβλημα μεταξύ του ουσιώδους εκκλησιολογικού πυρήνα και του επουσιώδους εκκλησιαστικού περιτυλίγματος. Δηλαδή μεταξύ της ουσίας και της μορφής, του αναγκαίου και του μη αναγκαίου. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο και συγκεκριμένα ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος ακολουθώντας τα ιστορικά πατήματα των προκατόχων του ανέδειξε στο έπακρο την προοπτική της αυθεντικής έκφρασης της συνοδικής εκκλησιαστικής συνείδησης. Είναι κρίμα που ορισμένοι δεν μπόρεσαν να αντιληφθούν το όραμά του για την Ορθόδοξη Εκκλησία, και έμειναν ιδία βουλήσει εκτός. Όμως η βία δεν αρμόζει, όπως δεν αρμόζει και η βίαιη επιβολή των απόψεων του κέντρου προς τα μέλη. Στο σημείο αυτό ταιριάζει ο λόγος του Κυρίου: «Ουδέ εγώ σε κατακρίνω. Πορεύου και από του νυν μηκέτι αμάρτανε».[8]

Τι λοιπόν το αναμενόμενον; Ο Οικουμενικός Πατριάρχης μπορεί να μην έχει απαντήσεις για όλα, καθώς δεν επιχειρεί να πολλαπλασιάζει τις συνταγές μαγικού τύπου, αλλά βοηθά τον σύγχρονο χριστιανό να στοχάζεται, ν’ αναζητά το νόημα της αγάπης, της συγχωρητικότητας και της συμπάθειας ακόμη και προς αυτούς που τον λοιδορούν, παροτρύνει τον άνθρωπο να επιδιώκει την αλληλεγγύη και ν’ αγωνίζεται εναντίον του θανάτου, χωρίς να αποθαρρύνεται.[9] Ο Οικουμενικός Πατριάρχης θα κομίσει επίσης  την άνεση να μιλά, αλλά και ν’ ακούει, προκειμένου να οικοδομήσει γερά τα θεμέλια της ήδη υπαρκτής εκκλησιαστικής ενότητας με την Ουκρανική Εκκλησία. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο μεριμνά για όλους χωρίς να αφανίζει την ιδιαιτερότητα και την διαφορά. Αυτά τα στοιχεία θα μεταφέρει στον ουκρανικό λαό, διότι γνωρίζει καλά ότι ο Τριαδικός Θεός δεν είναι ο Θεός απών, αλλά ο Θεός παθών! Το Οικουμενικό Πατριαρχείο λοιπόν καθοδηγούμενο από την σταυροαναστάσιμη εμπειρία του, από την ιστορική του μνήμη και από τη σύνολη συνοδική συνείδησή του συνταυτίστηκε με τους συνοδικούς παλμούς της Ουκρανικής Εκκλησίας και ανέτρεξε προκειμένου να ανακουφίσει το ποίμνιο, μπορεί βέβαια όχι όλο τον ουκρανικό λαό, αλλά σε ποια τοπική εκκλησία όλος ο λαός ανήκει στο ίδιο ποίμνιο;;


[1] Μητρ. Μεσσηνίας Χρυσόστομου Σαββάτου, Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας έκφρασις της συνοδικής αυτοσυνειδησίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Αθήνα 2017, σ.32.

[2] «Εν Συνόδω», στο Απόστολος Τίτος, παράρτημα αρ.3,  (2016), σ.11.

[3] Ευάγγελου Υφαντίδη, Λόγος Συνόδου – Τα Κείμενα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας Κρήτη 2016, εκδ. Επτάλοφος, Αθήνα 2017, σ.25. Βλ. και την έκδοση των αποφάσεων της Συνόδου στις εκδόσεις CEMES 11 με τις ευλογίες του Οικουμενικού Πατριάρχου.

[4] Μητρ. Μεσσηνίας Χρυσόστομου Σαββάτου, Σημαινόμενα για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας – Τα υπέρ και τα κατά στο πριν και στο μετά της Συνόδου, Αθήνα 2017, σ.9.

[5] Olivier Clement, Η αλήθεια ελευθερώσει υμάς – Συνομιλώντας με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο Α΄, (μτφρ.) Καίτη Χιωτέλλη, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1997, σ. 160.

[6] Αριστείδη Πανώτη, Η Διορθόδοξη Πορεία προς την Μεγάλη Σύνοδο (1872-2016), εκδ. Επτάλοφος, Αθήνα2017, σ.144.

[7] Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου, Πατριαρχικός Λόγος περί την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον, (επιμ.) Θεόδωρος Μεϊμάρης & Κωνσταντίνος Δεληκωσταντής, εκδ. Αδελφότητος Οφφικιάλιων του Οικουμενικού Πατριαρχείου «Παναγία η Παμμμακάριστος», Αθήναι 2017, σσ. 60-63. Πρβλ. Μητρ. Μεσσηνίας Χρυσόστομου Σαββάτου, Σημαινόμενα για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας – Τα υπέρ και τα κατά στο πριν και στο μετά της Συνόδου, σ.34.

[8] Ιωαν. 8, 10-11.

[9] Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, Συνάντηση με το Μυστήριο, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2011, σ.230.

Σχετικά άρθρα

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ