Γράφει ο Γεβχέν Φιλιπίσιν, διευθυντής του Κέντρου παρακολούθησης και ανάλυσης κοινωνικών εξελίξεων στο Κίεβο
Την άνοιξη του 2025, άρχισε να δραστηριοποιείται στις Ηνωμένες Πολιτείες ένα νέο αγγλόφωνο ενημερωτικό μέσο με την ονομασία “Union of Orthodox Journalists” (Ένωση Ορθοδόξων Δημοσιογράφων, ουκρανική απόδοση: Σπίλκα Πραβοσλάβνιχ Ζουρναλίστιβ). Αυτοπαρουσιάζεται ως ένα μέσο ενημέρωσης που «καλύπτει αντικειμενικά τη ζωή των Ορθόδοξων κοινοτήτων» και «υπερασπίζεται την Κανονική Ορθοδοξία». Για πολλούς Ορθόδοξους χριστιανούς στη Βόρεια Αμερική, και μόνο η ονομασία «Ένωση Ορθοδόξων Δημοσιογράφων» μπορεί να εμπνέει εμπιστοσύνη.
Στην Ουκρανία, όμως, όπου το ενημερωτικό αυτό μέσο δημιουργήθηκε και αναπτύχθηκε, η Ένωση Ορθοδόξων Δημοσιογράφων είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με μια συγκεκριμένη εκκλησιαστική και πολιτική πραγματικότητα και έχει διαδραματίσει ενεργό ρόλο στην οξύτατη αντιπαράθεση που εκτυλίχθηκε τόσο στο εκκλησιαστικό πεδίο όσο και στον χώρο της ενημέρωσης.
Καθώς η Ένωση Ορθοδόξων Δημοσιογράφων επιδιώκει πλέον να απευθυνθεί και στο αμερικανικό κοινό, εύλογα μπορούν να προκύψουν κάποια ερωτήματα: Τι είδους ενημερωτικό μέσο μπορεί να είναι; Ποιον ρόλο διαδραμάτισε στην Ουκρανία κατά την περίοδο των σημαντικών εκκλησιαστικών εξελίξεων από το 2015 έως το 2022; Και τι μπορεί να συμπεράνει όποιος διαβάσει σήμερα τα δημοσιεύματά της;
Για την καλύτερη κατανόηση του ζητήματος, ακολουθεί μια αναλυτική επισκόπηση που εκπονήθηκε στην Ουκρανία κατόπιν αιτήματος της σύνταξης του Public Orthodoxy.
Οι απαρχές: Η Ένωση Ορθοδόξων Δημοσιογράφων στα πρώτα χρόνια της κρίσης (2014–2015)
Μετά τα γεγονότα του Ευρωμαϊντάν, που είναι γνωστά στην Ουκρανία ως «Επανάσταση της Αξιοπρέπειας», τον χειμώνα του 2013-2014, η χώρα βρέθηκε όχι μόνο σε ανοιχτή σύγκρουση με τη Ρωσία, αλλά και σε μια περίοδο βαθιάς αναδιαμόρφωσης της εθνικής της ταυτότητας. Συνεπακόλουθα και η θρησκεία αποτέλεσε αντικείμενο μιας ευρύτερης δημόσιας συζήτησης που είχε να κάνει με την εθνική κυριαρχία, την ιστορική μνήμη και τον γεωπολιτικό προσανατολισμό της χώρας.
Μετά την ανατροπή του Προέδρου Βίκτορ Γιανουκόβιτς το 2014 και τη φυγή του στη Ρωσία, η Ουκρανία στράφηκε αποφασιστικά προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Μέσα σε αυτό το νέο πολιτικό περιβάλλον, οι Εκκλησίες βρέθηκαν στο επίκεντρο της εθνικής κρίσης. Μια μελέτη του Pew Research Center επισήμανε ότι η αυξανόμενη ένταση ανάμεσα στις ουκρανικές και των ρωσικές εκκλησιαστικές κοινότητες δεν θα μπορούσε να αποσυνδεθεί από τον πόλεμο μεταξύ των δύο κρατών, καθώς η θρησκευτική αντιπαράθεση εξελισσόταν παράλληλα με την ένοπλη σύγκρουση.
Η μεγαλύτερη θρησκευτική κοινότητα της Ουκρανίας, η ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία του Πατριαρχείου της Μόσχας, βρέθηκε ξαφνικά σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση. Αν και διοικητικά αυτόνομη, παρέμενε Κανονικά συνδεδεμένη με το Πατριαρχείο Μόσχας, γεγονός που επικρίθηκε από μια μερίδα της ουκρανικής κοινωνίας εξαιτίας της πραγματικής ή της εικαζόμενης αφοσίωσής της στη Ρωσία. Την ίδια στιγμή, η ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία του Πατριαρχείου του Κιέβου και άλλες εκκλησιαστικές δομές που υποστήριζαν τη δημιουργία μιας διεθνώς αναγνωρισμένης αυτοκέφαλης Εκκλησίας κέρδιζαν ολοένα και περισσότερο έδαφος.
Παρότι η ονομασία της παραπέμπει σε μια επαγγελματική «ένωση δημοσιογράφων», στην πράξη δεν είχε τέτοιο χαρακτήρα. Από την πρώτη στιγμή, δραστηριοποιήθηκε ως μια ενημερωτική πλατφόρμα που απευθυνόταν κυρίως στο κοινό της ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Πατριαρχείου της Μόσχας, προβάλλοντας την εικόνα του υπερασπιστή της «Κανονικής Εκκλησίας».
Με άλλα λόγια, η Ένωση Ορθοδόξων Δημοσιογράφων δεν λειτούργησε πρωτίστως ως κάποιο ουδέτερο μέσο ενημέρωσης. Στην ουσία, συμμετείχε ενεργά στις αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό της ουκρανικής Ορθοδοξίας και, σε ορισμένες περιπτώσεις, τις πυροδοτούσε.
Η συντακτική της γραμμή διαμορφώθηκε γύρω από ορισμένους βασικούς άξονες:
- την υπεράσπιση του Κανονικού καθεστώτος της ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Πατριαρχείου Μόσχας
- την κριτική προς το κίνημα υπέρ της αυτοκεφαλίας,
- την καταγραφή των πιέσεων που, σύμφωνα με την ίδια, ασκούνταν στις ενορίες της της ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Πατριαρχείου Μόσχας.
- την προβολή της εκκλησιαστικής σύγκρουσης ως προσπάθειας διαφύλαξης της «αληθινής παράδοσης».
- την προβολή των πιο αιχμηρών θεμάτων με ύφος που θύμιζε «ανταποκρίσεις από την πρώτη γραμμή» μιας θρησκευτικής σύγκρουσης.
Στα δημοσιεύματα της Ένωσης Ορθοδόξων Δημοσιογράφων, η ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία του Πατριαρχείου Μόσχας παρουσιάζεται σταθερά ως μια «διωκόμενη Εκκλησία», που υφίσταται πιέσεις από το κράτος και από τους Ουκρανούς εθνικιστές. Η αφήγηση αυτή βρήκε απήχηση σε πολλούς πιστούς, οι οποίοι ένιωθαν ότι οι ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις κλόνιζαν το αίσθημα της θρησκευτικής ασφάλειας.
Ένα από τα πρώτα χαρακτηριστικά παραδείγματα ήταν ο τρόπος με τον οποίο η Ένωση Ορθοδόξων Δημοσιογράφων κάλυψε τη διαμάχη για τη δικαιοδοσία μιας ενορίας στο χωριό Πτιτσία. Η υπόθεση παρουσιάστηκε ως ένας «θρησκευτικός πόλεμος», στον οποίο μια νομική διαφορά μετατρεπόταν σε σύγκρουση μεταξύ ανθρώπων, δημιουργώντας την εντύπωση ότι η έννομη τάξη δεν αρκούσε για να αποτρέψει τη θρησκευτική αντιπαράθεση. Δεν επρόκειτο απλώς για μια δημοσιογραφική κάλυψη. Ο αναγνώστης καλούνταν να δει τα γεγονότα μέσα από το πρίσμα μιας κοινότητας που αισθανόταν ότι βρισκόταν υπό πολιορκία: αφού «οι δικοί μας» εκτοπίζονται, εμείς «έχουμε ανάγκη από μια ισχυρή δική μας φωνή».
Η άνοδος της Ένωσης και το ενημερωτικό τοπίο (2016–2017)
Στα μέσα της δεκαετίας του 2010, το τοπίο της θρησκευτικής ενημέρωσης στην Ουκρανία ήταν ιδιαίτερα κατακερματισμένο. Υπήρχαν οι επίσημες ιστοσελίδες των επισκοπών, μικρές ενημερωτικές πλατφόρμες, αμέτρητες αναδημοσιεύσεις, ενώ η πρωτογενής δημοσιογραφική έρευνα ήταν ελάχιστη. Η Ένωση Ορθοδόξων Δημοσιογράφων είχε διαλέξει ένα διαφορετικό μοντέλο, στο οποίο η εκκλησιαστική αντιπαράθεση δεν αποτελούσε απλώς ένα θέμα της επικαιρότητας, αλλά το σταθερό αφηγηματικό πλαίσιο που ενίσχυε τους δεσμούς με το αναγνωστικό κοινό. Κάποιες υποθέσεις σε τοπικό επίπεδο, όπως εκείνη στο Πτιτσία, μετατρέπονταν σε «συμπτώματα της χώρας ολόκληρης», ενώ ο αναγνώστης τοποθετούνταν εξαρχής στο πλευρό μιας παράταξης που έπρεπε να υπερασπιστεί.
Το 2016, η Ένωση Ορθοδόξων Δημοσιογράφων κάλυψε εκτενώς την πανουκρανική λιτανευτική πομπή που διοργάνωσε η ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία του Πατριαρχείου Μόσχας, δίνοντας παράλληλα βήμα σε ειδικά δημόσια πρόσωπα: οι παρεμβάσεις τους θόλωναν, κάθε φορά, τα όρια ανάμεσα στον εκκλησιαστικό σχολιασμό και την πολιτική ανάλυση. Σε ένα άρθρο που συνόψιζε τα γεγονότα της πομπής, γινόταν αναφορά στο τηλεοπτικό δίκτυο Inter και στον Ουκρανό τηλεπαρουσιαστή – πολιτικό αναλυτή, Βιατσεσλάβ Πιχόβσεκ, καθώς και σε ρωσικά εκκλησιαστικά μέσα ενημέρωσης που προωθούσαν τη δική τους την αφήγηση γύρω από το γεγονός και χρησιμοποιούσαν διατυπώσεις που δημιουργούσαν σύγχυση. Από εκείνη την περίοδο κιόλας, η εκκλησιαστική θεματολογία είχε αρχίσει να παίρνει μορφή μέσα σε ένα έντονα ανταγωνιστικό περιβάλλον ενημέρωσης, όπου το ερώτημα «ποιος παρουσιάζει τα γεγονότα και για ποιον λόγο» αποτελούσε πλέον μέρος της ίδιας της ορθόδοξης αντιπαράθεσης.
Ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα του ύφους της Ένωσης Ορθοδόξων Δημοσιογράφων ήταν η προβολή κάποιων αρθρογράφων που συνέδεαν ευθέως τα εκκλησιαστικά ζητήματα με την ευρύτερη πολιτική ανάλυση. Σε σχόλια του Πιχόβσεκ, για παράδειγμα, γινόταν λόγος για μια «υψηλή πιθανότητα θρησκευτικού πολέμου» στην Ουκρανία. Η επιχειρηματολογία αυτών των άρθρων δεν περιοριζόταν στην περιγραφή μιας ήδη υπάρχουσας σύγκρουσης. Καλλιεργούσε την αντίληψη ότι η κλιμάκωση ήταν σχεδόν αναπόφευκτη: εφόσον οι «καταλήψεις ναών» παρουσιάζονταν ως ένα καθημερινό φαινόμενο, η περαιτέρω όξυνση μπορούσε να εκληφθεί ως μία σχεδόν μοιραία εξέλιξη, ενώ η ευθύνη αποδιδόταν ολοένα και λιγότερο σε συγκεκριμένες αποφάσεις ή σε πρόσωπα και περισσότερο σε μια ευρύτερη, σχεδόν μοιρολατρική, ιστορική πορεία.
Την ίδια χρονιά, η Ένωση Ορθοδόξων Δημοσιογράφων και ο Πιχόβσεκ δημοσίευσαν σχόλια στα οποία η στροφή της Ουκρανίας προς την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες αποδιδόταν σε σχετικές «πιέσεις της Δύσης» και ότι αργότερα επικράτησε απογοήτευση, καθώς η Δύση δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες που είχαν καλλιεργηθεί. Με αυτόν τον τρόπο, μια γεωπολιτική ερμηνεία περί «δυτικών πιέσεων» είχε περάσει στον εκκλησιαστικό λόγο κάμποσα χρόνια πριν από τη χορήγηση του Τόμου, το 2018-2019, και αργότερα χρησιμοποιήθηκε για να αποδώσει την εκκλησιαστική κρίση στην «παρέμβαση της Ουάσιγκτον».
Όσο αυξανόταν η απήχηση της Ένωσης Ορθοδόξων Δημοσιογράφων, τόσο εντείνονταν και οι επικρίσεις εναντίον της. Το 2016, η Υπηρεσία Θρησκευτικής Ενημέρωσης της Ουκρανίας, επικαλούμενη δηλώσεις του Άντον Χεραστσένκο, ο οποίος ήταν τότε αρμόδιος για θέματα δημόσιας ασφάλειας, κάλεσε τις ουκρανικές υπηρεσίες ασφαλείας να εξετάσουν τη δραστηριότητα της Ένωσης. Στο ίδιο δημοσίευμα, η Ένωση χαρακτηριζόταν σε μεγάλο βαθμό ανώνυμη και χειραγωγική, ενώ ορισμένοι επικριτές της έφτασαν να την χαρακτηρίσουν ακόμη και «φιλοκρεμλινική».
Θα μπορούσε κανείς να διαφωνήσει με τον τόνο αυτής της κριτικής. Ένα γεγονός, όμως, δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί: ήδη από τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας της, η Ένωση Ορθοδόξων Δημοσιογράφων δεν αντιμετωπιζόταν ως «μία ακόμη θρησκευτική ιστοσελίδα». Βρισκόταν διαρκώς στο επίκεντρο της δημόσιας αντιπαράθεσης σχετικά με τον χαρακτήρα της αποστολής της και τις πολιτικές της τοποθετήσεις.
Η απάντηση της αποτέλεσε ένα είδος «συμφώνου εμπιστοσύνης» με το αναγνωστικό της κοινό. Στη σελίδα «Σχετικά με εμάς» παρουσίαζε το έργο της ως κάποια απάντηση στην «εκκλησιαστική και πολιτική κρίση» και υπογράμμιζε την ανάγκη για «νέα πρόσωπα στον Ορθόδοξο χώρο», ενώ παράλληλα υποσχόταν πως θα έκανε «αντικειμενική αξιολόγηση» για να «αποτρέψει κάθε είδους χειραγώγηση», προβάλλοντας μια συντηρητική αξιακή ταυτότητα.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η Ένωση Ορθοδόξων Δημοσιογράφων δεν λειτούργησε ως ένα απλό ενημερωτικό μέσο. Από την πρώτη στιγμή, αυτοπροβλήθηκε ως μια δημοσιογραφική πρωτοβουλία που εξέφραζε και υποστήριζε μια συγκεκριμένη συντηρητική τάση της σύγχρονης Ορθοδοξίας.
Μέσα σε δύο ή τρία χρόνια, η Ένωση Ορθοδόξων Δημοσιογράφων είχε εξελιχθεί σε ένα από τα πλέον προβεβλημένα Ορθόδοξα μέσα ενημέρωσης στην Ουκρανία. Η απήχησή της στηρίχθηκε στη σαφή στόχευση του περιεχομένου της. Παράλληλα με τα πολεμικά άρθρα της, δημοσίευε και ποιμαντικά, κατηχητικά κείμενα, ακολουθώντας μια συνήθη στρατηγική «ήπιας περιβολής» του περιεχομένου. Ο αναγνώστης μπορούσε να επισκεφθεί την ιστοσελίδα αναζητώντας μια απλή ενημέρωση πάνω σε θέματα Ορθοδοξίας και, χωρίς να το αντιλαμβάνεται απαραίτητα, να έρχεται σε επαφή με συγκεκριμένες γεωπολιτικές ερμηνείες, οι οποίες στην αρθρογραφία της παρουσιάζονταν ως μια φυσική προέκταση της Ορθόδοξης διδασκαλίας.
Η ιστοσελίδα δημοσίευε καθημερινά δεκάδες ειδήσεις, συνεντεύξεις, αναλύσεις και βιντεοσκοπημένα μηνύματα κληρικών. Μια μελέτη του Εθνικού Πανεπιστημίου «Ακαδημία του Όστροχ», ενός από τα σημαντικότερα πανεπιστήμια ανθρωπιστικών σπουδών της Ουκρανίας, είχε επισημάνει ότι, στις 5 Ιανουαρίου 2022, η σελίδα της Ένωσης Ορθοδόξων Δημοσιογράφων στο Facebook αριθμούσε 56.080 ακολούθους. Η ίδια μελέτη διαπίστωνε ότι στις αναρτήσεις της χρησιμοποιούνταν μια συστηματικά συγκρουσιακή ορολογία και πρόβαλλαν χαρακτηρισμοί που απέβλεπαν στην απονομιμοποίηση των αντιπάλων της. Κατά τους συντάκτες της μελέτης, η σελίδα εξέφραζε το «πλέον ριζοσπαστικό τμήμα» της ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Πατριαρχείου της Μόσχας.
Σύμφωνα με στοιχεία της αμερικανικής υπηρεσίας ανάλυσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, Social Blade, το κανάλι της Ένωσης Ορθοδόξων Δημοσιογράφων στο YouTube, το οποίο δημιουργήθηκε στις 9 Μαρτίου 2015, έχει συγκεντρώσει δεκάδες εκατομμύρια προβολές και δεκάδες χιλιάδες συνδρομητές, ενώ ένα βίντεο με θέμα τις «καταλήψεις των ναών» και τις συγκρούσεις γύρω από τις ενορίες διαδόθηκε πολύ πέρα από τα σύνορα της Ουκρανίας. Συνολικά, τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η Ένωση Ορθοδόξων Δημοσιογράφων δεν θα ήταν δυνατό να θεωρηθεί ως κάποιο περιθωριακό ιστολόγιο, αλλά αντιθέτως, ως μια σημαντική επικοινωνιακή υποδομή που προωθούσε με συνέπεια μια συγκεκριμένη ερμηνευτική γραμμή.
Ο Τόμος, η εκκλησιαστική κρίση και η κλιμάκωση της αντιπαράθεσης (2018–2019)
Η ίδρυση της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας, το 2018, και η χορήγηση του Τόμου Αυτοκεφαλίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το 2019, αποτέλεσαν ένα σημείο καμπής. Η ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία αντέδρασε διακόπτοντας την ευχαριστιακή κοινωνία με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Έτσι, οι εκκλησιαστικές εξελίξεις στην Ουκρανία εντάχθηκαν πλέον σε μια ευρύτερη αντιπαράθεση που αφορούσε ολόκληρο τον Ορθόδοξο κόσμο.
Αναλυτές του αμερικανικού ερευνητικού ιδρύματος, Carnegie Endowment for International Peace, εκτίμησαν ότι η κίνηση αυτή αποτελούσε μια σαφή ένδειξη της βαθιάς δυσαρέσκειας της Μόσχας απέναντι στις ενέργειες του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Για τους απλούς πιστούς, αυτό σήμαινε ότι οι διαμάχες για τη δικαιοδοσία κάποιων ενοριών στα ουκρανικά χωριά εκτυλίσσονταν πλέον στο πλαίσιο μιας ευρύτερης κρίσης που αφορούσε την παγκόσμια Ορθοδοξία· ένα περιβάλλον ιδιαίτερα πρόσφορο για τα μέσα ενημέρωσης που μετέφεραν τα ζητήματα του Κανονικού δικαίου με τη ρητορική της πολιορκίας.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η Ένωση Ορθοδόξων Δημοσιογράφων εδραιώθηκε πλήρως ως ένας φορέας ενημέρωσης που αντλούσε τη δυναμική του από τη συνεχιζόμενη αντιπαράθεση. Αντί να παρουσιάζει τη σύνθετη πραγματικότητα του θρησκευτικού τοπίου της Ουκρανίας, πρόβαλλε μια ιδεολογικά φορτισμένη αφήγηση, η οποία όριζε ποιοι ήταν οι «Κανονικοί» και ποιοι οι «σχισματικοί», ποιοι τα «θύματα» και ποιοι οι «θύτες», γιατί το κράτος «ασκεί πιέσεις» και με ποιον τρόπο «παρεμβαίνει η Δύση». Η αφήγηση αυτή επισκίαζε, σε αρκετές περιπτώσεις, κάποιες συγκρατημένες και ισορροπημένες προσεγγίσεις της επικαιρότητας.
Τον Ιανουάριο του 2019, η Ένωση Ορθοδόξων Δημοσιογράφων δημοσίευσε ένα εκτενές άρθρο του Κίριλ Αλεξάντροφ, στο οποίο υποστηριζόταν ότι ο Τόμος του Οικουμενικού Πατριαρχείου δεν παραχωρούσε στην Ουκρανία πραγματική αυτοκεφαλία, αλλά δημιουργούσε μια νέα μορφή εξάρτησης, με κεντρικό επιχείρημα την έννοια της «Εξαρχίας». Το κείμενο αποτελούσε ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα της δημοσιογραφικής μεθόδου που ακολουθούσε η Ένωση: ήταν ένα σύνθετο Κανονικό κείμενο που παρουσιαζόταν ως κάποια «αποκάλυψη» και που υποσχόταν στον αναγνώστη την πρόσβαση σε κάποιο κρυφό νόημα που, υποτίθεται, «οι άλλοι επιχειρούσαν να αποκρύψουν».
Την ίδια περίοδο, η Ένωση Ορθοδόξων Δημοσιογράφων καλλιεργούσε συστηματικά ένα κλίμα διαρκούς ανησυχίας. Τον Δεκέμβριο του 2018, δημοσίευε άρθρα που έκαναν λόγο για «πρωτοφανείς πιέσεις» σε βάρος της ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Πατριαρχείου Μόσχας και προέβλεπαν ακόμη εντονότερους διωγμούς μετά την «Ενωτική Σύνοδο». Κείμενα αυτού του είδους δημιουργούσαν σταδιακά την αίσθηση ότι κάθε νέα εκκλησιαστική εξέλιξη προμήνυε ακόμη μεγαλύτερους κινδύνους, καθιστώντας την Ένωση ένα βασικό σημείο αναφοράς για εκείνους πουθεωρούσαν ότι βρίσκονταν «στην πρώτη γραμμή».
Την ίδια περίοδο, η Ένωση δημοσίευσε επίσης άρθρα στα οποία γινόταν λόγος για «πιέσεις του Στέιτ Ντιπάρτμεντ προς το Φανάρι», ενώ υποστηριζόταν ότι η αποδοχή του αυτοκέφαλου της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας ισοδυναμούσε με πίστη «στην παντοδυναμία των Ηνωμένων Πολιτειών». Για τους ισχυρισμούς αυτούς δεν παρατίθενταν ανεξάρτητα αποδεικτικά στοιχεία. Η πρόθεσή τους, ωστόσο, ήταν σαφής: επεδίωκαν να παγιώσουν στον αναγνώστη την αντίληψη ότι «οι σημαντικές εκκλησιαστικές αποφάσεις λαμβάνονται υπό αμερικανικές πιέσεις». Για πολλούς παρατηρητές, μια τέτοια επιχειρηματολογία γεννά εύλογα ερωτήματα αναφορικά με την επιλεκτική παρουσίαση των γεγονότων και τη χειραγώγηση του αναγνώστη, καθώς παρουσιάζει τις Ηνωμένες Πολιτείες ως ένα βασικό παράγοντα εκκλησιαστικών εξελίξεων, χωρίς να παραθέτει και αντίστοιχα τεκμήρια για αυτό.
Αντιπαραθέσεις, επικρίσεις και θεσμικές σχέσεις
Καθ’ όλη αυτή την περίοδο, η Ένωση Ορθοδόξων Δημοσιογράφων βρέθηκε σε διαρκή αντιπαράθεση με το Υπουργείο Πολιτισμού και Ενημερωτικής Πολιτικής της Ουκρανίας, με την Θρησκευτική Υπηρεσία Ενημέρωσης της Ουκρανίας, καθώς και με δημοσιογράφους που υποστήριζαν την αυτοκεφαλία. Οι εκατέρωθεν κατηγορίες περί χειραγώγησης της κοινής γνώμης και διαστρέβλωσης των στοιχείων έγιναν σχεδόν καθημερινό φαινόμενο. Οι επικριτές της υποστήριζαν ότι χρησιμοποιούσε μια συναισθηματικά φορτισμένη γλώσσα και παρουσίαζε τα γεγονότα μέσα από μια μονομερή οπτική, η οποία όξυνε τον κοινωνικό διχασμό.
Έως το 2018, η αντιπαράθεση γύρω από την Ένωση είχε πλέον εξελιχθεί σε ανοιχτή σύγκρουση. Το ουκρανικό πρακτορείο ειδήσεων Ουνιάν είχε μεταδώσει κάποιες δηλώσεις εκπροσώπων της Ένωσης, οι οποίοι έλεγαν ότι μέλη της ακροδεξιάς ουκρανικής εθνικιστικής οργάνωσης Σιτς 14 (С14) είχαν αποκλείσει τα γραφεία της, παρεμπoδίζοντας τη λειτουργία τους και παρενοχλώντας το προσωπικό. Η διευθύντρια της Ένωσης, Άννα Ποντούμπνα, έκανε λόγο για κουκουλοφόρους που είχαν εισβάλει στον χώρο, αλλά και για μια ανεπαρκή και καθυστερημένη αντίδραση των αρχών. Για ένα μέσο που στηρίζει σε μεγάλο βαθμό την αξιοπιστία του στην αφήγηση περί «διωγμού», περιστατικά αυτού του είδους λειτουργούν ως επιβεβαίωση αυτής της εικόνας: εφόσον «δεχόμαστε επίθεση», τότε «λέμε και την αλήθεια».
Την άνοιξη του 2018, επικρίσεις διατυπώθηκαν και από την ίδια την πολιτεία. Η Θρησκευτική Υπηρεσία Ενημέρωσης της Ουκρανίας είχε αναδημοσιεύσει μια ανακοίνωση του Υπουργείου Πολιτισμού και Ενημερωτικής Πολιτικής της Ουκρανίας, στην οποία γινόταν λόγος για «κλιμάκωση της συγκρουσιακής ρητορικής» στις δημοσιεύσεις της Ένωσης. Ως παραδείγματα παρατίθενταν τίτλοι που παρουσίαζαν τα γεγονότα ως κάποια έκφραση θείας τιμωρίας, του τύπου: «Ο Θεός τιμώρησε τους καταληψίες…». Σύμφωνα με το Υπουργείο, το ζήτημα δεν ήταν μόνο η πολιτική στάση της Ένωσης, αλλά και ο κίνδυνος, η συγκεκριμένη ρητορική να υποκινήσει το μίσος και να καλλιεργήσει τη διχόνοια.
Η Ένωση απάντησε με μια αντεπίθεση, κατηγορώντας το κράτος ότι εφαρμόζει δύο μέτρα και δύο σταθμά: από τη μια, αποσιωπά τις πιέσεις σε βάρος της ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Πατριαρχείου Μόσχας, και από την άλλη, επικρίνει και την ίδια την Ένωση επειδή καταγράφει τις συγκρούσεις. Μια τέτοια τακτική αποτελεί χαρακτηριστικό στοιχείο της ρητορικής της. Αντί να εξετάζεται αν η γλώσσα της αποδίδει με ακρίβεια τα γεγονότα, η συζήτηση μετατοπίζεται στο ερώτημα: «Γιατί αποσιωπάτε τα δικά μας δεινά;». Για ένα κοινό που έχει ήδη πειστεί ότι ζει σε ένα «πολιορκημένο φρούριο», μια τέτοια επιχειρηματολογία αποδεικνύεται συχνά πιο πειστική από μια συζήτηση γύρω από τις αρχές της δημοσιογραφικής δεοντολογίας.
Δεν υπάρχουν δημόσια διαθέσιμα έγγραφα που να χαρακτηρίζουν επισήμως την Ένωση Ορθοδόξων Δημοσιογράφων ως όργανο της ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Πατριαρχείου Μόσχας. Διακρίνονται εδώ, ωστόσο, κάποια στοιχεία που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως μηχανισμοί θεσμικής νομιμοποίησης. Η ίδια η Ένωση ανέφερε ότι δραστηριοποιούνταν στον Ορθόδοξο χώρο και ότι επεδίωκε να επηρεάσει πρόσωπα που διαμόρφωναν την κοινή γνώμη. Παράλληλα, συμμετείχε σε ενημερωτικές εκδηλώσεις που συνδέονταν με την ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία του Πατριαρχείου Μόσχας, και διοργάνωνε τηλεμαραθωνίους και συζητήσεις με κληρικούς και λαϊκούς, μέσα από τις οποίες προβαλλόταν μια δεδομένη αφήγηση των γεγονότων.
Ερευνητές και δημοσιογράφοι έχουν αναφέρει ως πρόσωπο που συνδέθηκε με την Ένωση τον επιχειρηματία Βίκτορ Βισνιεβέτσκι, ιδρυτή της εταιρείας Coal Energy και της ιστοσελίδας της Ένωσης, καθώς και τον αρχισυντάκτη Αλεξέι Ζόστσουκ, τη διευθύντρια Άννα Ποντούμπνα, όπως και άλλους συντάκτες και συνεργάτες. Τα κείμενά τους συγκρότησαν τον ιδεολογικό πυρήνα του μέσου. Ορισμένοι από αυτούς συνεργάζονταν παράλληλα με τα επίσημα εκκλησιαστικά μέσα ενημέρωσης της ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Πατριαρχείου Μόσχας, συμμετείχαν σε συνέδρια και εμφανίζονταν σε εκπομπές, συγκροτώντας έναν ευρύτερο κύκλο εκκλησιαστικών σχολιαστών γύρω από αυτήν.
Από τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας της, η Ένωση κατηγορήθηκε ότι προωθούσε αφηγήσεις, οι οποίες συνέπιπταν σε μεγάλο βαθμό με τις θέσεις της ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και την επίσημη ρωσική κρατική ρητορική. Στις δημοσιεύσεις της, η ουκρανική αυτοκεφαλία και το Οικουμενικό Πατριαρχείο παρουσιάζονταν συχνά μέσα από το σχήμα της «δυτικής παρέμβασης», ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίζονταν ως ο βασικός παράγοντας στήριξης της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας. Η προσέγγιση αυτή παρουσιάζει σημαντικές ομοιότητες με την ευρύτερη ρωσική αφήγηση περί ενός «γεωπολιτικού σχεδίου». Κατά την εκτίμηση πολλών παρατηρητών, από το σημείο αυτό και έπειτα, η συζήτηση γύρω από την Ένωση υπερέβαινε τα στενά όρια των εκκλησιαστικών ή δογματικών ζητημάτων και επεκτεινόταν στον χώρο μιας πολιτικής αφήγησης, η οποία επηρέαζε τον τρόπο με τον οποίο οι πιστοί αντιλαμβάνονταν τόσο τις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και την εκκλησιαστική κατάσταση στην Ουκρανία.
Το αμερικανικό Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών (Center for Strategic and International Studies – CSIS), στην έκθεσή του The Kremlin Playbook 3: Keeping the Faith, εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο η Ρωσία αξιοποιεί τη θρησκεία και τις «παραδοσιακές αξίες» ως μέσα άσκησης μιας κακόβουλης επιρροής. Αναφέρεται ρητά και στην Ένωση Ορθοδόξων Δημοσιογράφων, συνδέοντάς την με τη στήριξη προς τον Μητροπολίτη Ονούφριο (Μπερεζόφσκι), Προκαθήμενο της ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Πατριαρχείου Μόσχας, ενώ κάνει επισημάνσεις για τις αναξιόπιστες πληροφορίες που είχε διαδώσει η Ένωση σχετικά με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Για πολλούς ειδικούς σε θέματα δημόσιας πολιτικής, η αναφορά αυτή αποτελεί μια ένδειξη ότι η Ένωση μπορεί να εξεταστεί ως μέρος ενός ευρύτερου οικοσυστήματος ρωσικής πληροφοριακής επιρροής, χωρίς αυτό, ωστόσο, να σημαίνει ότι η ακριβής θέση και ο ρόλος της μέσα στο οικοσύστημα αυτό έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως.
Πόλεμος, κυρώσεις και αποκλεισμός
Μετά τη γενικευμένη εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, τον Φεβρουάριο του 2022, οι ουκρανικές αρχές ενέτειναν την εποπτεία των μέσων ενημέρωσης που θεωρούνταν ότι διέδιδαν φιλορωσικές αφηγήσεις. Στο πλαίσιο αυτό, οι δραστηριότητες της Ένωσης Ορθοδόξων Δημοσιογράφων τέθηκαν στο μικροσκόπιο τόσο των διωκτικών όσο και των αρμόδιων ρυθμιστικών αρχών.
Στο πλαίσιο προδικαστικής έρευνας που άνοιξε η Υπηρεσία Ασφαλείας της Ουκρανίας, στις 21 Ιουλίου 2023 (υπόθεση υπ’ αριθ. 22023101110000608), οι ερευνητές υποστήριξαν ότι οι ενέργειες των στελεχών της Ένωσης εντάσσονταν σε ένα «εγκληματικό σχέδιο» με στόχο την υποκίνηση θρησκευτικής έχθρας, τη στήριξη του κράτους-επιτιθέμενου, την υπονόμευση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς το ουκρανικό κράτος και την επανένταξη της Ουκρανίας στη θρησκευτική, πολιτιστική και πολιτική σφαίρα επιρροής της Ρωσίας.
Σύμφωνα με την Υπηρεσία Ασφαλείας της Ουκρανίας, η Ένωση συνέβαλε στη διάδοση πληροφοριών επιζήμιων για την κρατική και πληροφοριακή ασφάλεια της χώρας και, κατ’ επέκταση, διευκόλυνε τις υπονομευτικές ενέργειες του ρωσικού παράγοντα στον θρησκευτικό και τον ενημερωτικό τομέα.
Ύστερα από σχετικό αίτημα της Υπηρεσίας Ασφαλείας της Ουκρανίας, η αρμόδια κρατική υπηρεσία για τις ειδικές επικοινωνίες και την προστασία πληροφοριών εξέδωσε στις 15 Νοεμβρίου 2024 την υπ’ αριθ. 920/2725 απόφαση, με την οποία υποχρεώνονταν οι πάροχοι υπηρεσιών διαδικτύου να αποκλείσουν, εντός της ουκρανικής επικράτειας, την πρόσβαση σε μια σειρά από ιστότοπους, ανάμεσα στους οποίους ήταν και εκείνοι που συνδέονταν με την Ένωση Ορθοδόξων Δημοσιογράφων.
Το 2024, τα ουκρανικά μέσα ενημέρωσης δεν περιορίστηκαν στο να αναφερθούν μόνο στον αποκλεισμό ιστοσελίδων. Το ουκρανικό μέσο ενημέρωσης, Detector Media, ανέφερε ότι η Ένωση Ορθοδόξων Δημοσιογράφων είχε γνωστοποιήσει ότι η Υπηρεσία Ασφαλείας της Ουκρανίας πραγματοποίησε έρευνες στα γραφεία της, ενώ, σύμφωνα με πηγές, επρόκειτο για μια έρευνα που είχε στόχο τη δράση ρωσικού «δικτύου πρακτόρων» στον χώρο της ενημέρωσης. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν έχουν μέχρι σήμερα κριθεί από τη Δικαιοσύνη και, ως εκ τούτου, δεν συνιστούν δικαστική απόφαση. Καταδεικνύουν, ωστόσο, ότι στην Ουκρανία η Ένωση αντιμετωπιζόταν ολοένα και περισσότερο όχι απλώςως ένα θρησκευτικό ενημερωτικό μέσο, αλλά ως ένα μέσο που είχε ενδεχομένως ρόλο σε διάφορες δραστηριότητες άσκησης επιρροής, οι οποίες εκτιμάτο ότι επηρέαζαν την εθνική ασφάλεια.
Αργότερα, το 2025, ουκρανικά μέσα ενημέρωσης ανέφεραν ότι το Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας και Άμυνας της Ουκρανίας επέβαλε κυρώσεις, στις οποίες περιλαμβανόταν και η ιστοσελίδα της Ένωσης Ορθοδόξων Δημοσιογράφων. Οι κυρώσεις αυτές αποτελούν πολιτική απόφαση και όχι δικαστική ετυμηγορία. Παρ’ όλα αυτά, εκφράζουν τη θεσμική εκτίμηση του κράτους ως προς τον βαθμό επικινδυνότητας της υπόθεσης. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι, πριν από το 2022, δεν υπήρχαν δημόσιες αναφορές για δικαστική απαγόρευση της λειτουργίας της Ένωσης και ότι μόνο μετά τη ρωσική εισβολή, έγιναν οι περιορισμοί αυστηρότεροι.
Για τους υποστηρικτές της Ένωσης, οι εξελίξεις αυτές αποτέλεσαν μία ακόμη επιβεβαίωση της αφήγησης περί «διωγμού της Κανονικής Ορθοδοξίας». Για τους επικριτές της, αντίθετα, συνιστούσαν την αναμενόμενη κατάληξη μιας μακρόχρονης δημοσιογραφικής στάσης. Όπως και αν αξιολογήσει κανείς τα γεγονότα, από τη στιγμή που η Ένωση επιδιώκει να αποκτήσει παρουσία στον αμερικανικό χώρο ενημέρωσης, η πορεία της κατά την περίοδο 2015-2022 παύει πλέον να αποτελεί μια «εσωτερική ουκρανική υπόθεση»: είναι ένα ζήτημα που αφορά τη γενικότερη αξιοπιστία της στα μάτια των Ορθόδοξων κοινοτήτων στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως και αλλού.
Συμπεράσματα
Η είσοδος της Ένωσης Ορθοδόξων Δημοσιογράφων στον αμερικανικό χώρο ενημέρωσης γίνεται μέσα σε ένα διαφορετικό νομικό και κοινωνικό περιβάλλον. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η ελευθερία της έκφρασης προστατεύεται ιδιαίτερα, ενώ η εκκλησιαστική ζωή έχει διαμορφωθεί μέσα από μια ιστορική πορεία διαφορετική από εκείνη της Ουκρανίας και της Ευρώπης. Ωστόσο, το βασικό ερώτημα παραμένει το ίδιο: μπορεί η Ένωση να θεωρηθεί ουδέτερη και αξιόπιστη πηγή ενημέρωσης, εάν λάβουμε υπόψιν την πορεία της στην Ουκρανία;
Η μέχρι σήμερα διαδρομή της δείχνει ότι δεν περιορίστηκε στον ρόλο του παρατηρητή, αλλά συμμετείχε ενεργά στις ενδορθόδοξες αντιπαραθέσεις, έχοντας έναν σαφή ιδεολογικό προσανατολισμό. Οι δημοσιεύσεις της επικεντρώνονταν σταθερά στην υπεράσπιση μιας συγκεκριμένης εκκλησιολογικής θέσης, αμφισβητώντας κάθε άλλη εναλλακτική προσέγγιση αναφορικά με την εκκλησιαστική διοίκηση. Η επιχειρηματολογία της διατυπωνόταν συχνά με μιασυναισθηματικά φορτισμένη γλώσσα, υιοθετώντας τη λογική του «πολιορκημένου φρουρίου».
Η πορεία της Ένωσης στην Ουκρανία δείχνει τον τρόπο με τον οποίο η θρησκευτική δημοσιογραφία μπορεί να εμπλακεί σε μια ευρύτερη σύγκρουση γύρω από την πληροφόρηση και πώς αντιπαραθέσεις που ξεκινούν σε μια χώρα μπορούν να μεταφερθούν και σε άλλες. Στη σημερινή εποχή των παγκόσμιων μέσων ενημέρωσης, φορείς ενημέρωσης όπως η Ένωση μπορούν εύκολα να αλλάζουν γλώσσα και κοινό, διατηρώντας, ωστόσο, το ίδιο ερμηνευτικό πλαίσιο.
Για τις Ορθόδοξες κοινότητες στις Ηνωμένες Πολιτείες, το ζητούμενο δεν είναι η λογοκρισία ούτε ο περιορισμός του δημόσιου διαλόγου. Αυτό που προέχει, αντίθετα, είναι η κριτική προσέγγιση και η κατανόηση του ιστορικού και πολιτικού πλαισίου μέσα στο οποίο διαμορφώθηκε η εκκλησιαστική και η ιδεολογική ταυτότητα της ΈνωσηςΟρθοδόξων Δημοσιογράφων.
Το βασικό ερώτημα, επομένως, είναι το εξής: πρόκειται για ένα ανεξάρτητο Ορθόδοξο δημοσιογραφικό μέσο ή για έναν φορέα ενημέρωσης με σαφή ιδεολογικό προσανατολισμό, η ταυτότητα του οποίου διαμορφώθηκε μέσα στο κλίμα μιας οξείας πολιτικής και εκκλησιαστικής αντιπαράθεσης; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό προϋποθέτει λιγότερο συναισθηματισμό και μεγαλύτερη γνώση της ιστορίας. Η περίοδος 2015–2022 στην Ουκρανία θα πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψιν κάθε φορά που η Ένωση τείνει να προβληθεί ως μια φωνή της «παγκόσμιας Ορθόδοξης κοινότητας» για να μη μεταφερθεί και σε άλλες Ορθόδοξες κοινότητες η αντίληψη που βλέπει παντού «εσωτερικούς εχθρούς» τροφοδοτώντας τις διαιρέσεις, όπως έγινε στην Ουκρανία.
Ο Γεβχέν Φιλιπίσιν είναι αναλυτής και ερευνητής, διευθυντής του Κέντρου παρακολούθησης και ανάλυσης κοινωνικών εξελίξεων στο Κίεβο. Ειδικεύεται στη συλλογή και ανάλυση πληροφοριών από δημόσια διαθέσιμες πηγές, καθώς και στη μελέτη των ρωσικών δικτύων επιρροής, της εκκλησιαστικής διπλωματίας και των υβριδικών απειλών στην Ευρώπη. Γεννήθηκε το 1973 στο Νεμίριβ, στην περιφέρεια Βίνιτσια της Ουκρανίας, και μεγάλωσε στο Λβιβ. Σπούδασε ρωμανική και γερμανική φιλολογία στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο της Βίνιτσια. Έχει επίσης παρακολουθήσει προγράμματα εξειδικευμένης εκπαίδευσης στην Ουκρανία και στο εξωτερικό, μεταξύ άλλων στο George C. Marshall European Center for Security Studies, στο Γκάρμις-Παρτενκίρχεν της Γερμανίας, στο Διεθνές Ινστιτούτο Αντιτρομοκρατίας στη Χερτσλία του Ισραήλ και στο πρόγραμμα «100 Champions» (Ουκρανία–ΝΑΤΟ).
