Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης Εὐγένιος Α‘ γεφυροποιός μεταξύ Βενετίας καί Κρήτης – μεταξύ τῶν «ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν» Ἀνατολῆς καί Δύσεως
Μέ τήν εὐκαιρία τῆς ἐπετείου 60 χρόνια μετά τήν ἐπανακομιδή τῆς τιμίας Κάρας τοῦ Ἁγίου Τίτου στό Ἡράκλειο
Γρηγορίου Λαρεντζάκη
Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Graz Αὐστρίας, Ἄρχοντος Μεγάλου Πρωτονοταρίου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου
Εὐχαρίστως ἀνταποκρίνομαι στήν πρόταση τοῦ σεβαστοῦ καί ἀγαπητοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κρήτης κ. Εὐγενίου Β΄ νά ἀσχοληθῶ ἰδιαίτερα μέ τό ἱστορικό γεγονός τῆς ἐπανακομιδῆς τῆς τιμίας Κάρας τοῦ Ἁγίου Τίτου ἀπό τήν Βενετία στό Ἡράκλειο Κρήτης πρίν ἀπό 60 χρόνια.
1ον διότι κατ’ ἀρχήν ἀποτελεῖ τιμή γιά μένα νά ἀσχοληθῶ ἰδιαίτερα μέ τόν πρῶτο ἐπίσκοπο τῆς Ἐκκλησίας μας στήν Κρήτη καί
2ον διότι τό θέμα αὐτό καθεαυτό ἀποτελεῖ γιά πολλούς λόγους ἕναν σημαντικό σταθμό στήν Ἐκκλησία μας μέ πολλές πτυχές γιά τήν ἱστορία τοῦ τόπου μας στήν συγκεκριμένη ἐποχή τῆς Βενετοκρατίας, γιά τίς σχέσεις τῶν δύο Ἐκκλησιῶν Ἀνατολῆς καί Δύσεως κατά τήν ἐποχή ἐκείνη στήν Κρήτη καί ἰδιαίτερα γιά τίς θετικές ἐξελίξεις τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν σχέσεων καί τελικά καί τῆς ἀναβιώσεως τῆς πλήρους ἐκκλησιαστικῆς Κοινωνίας τῶν δύο «ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν», οἱ ὁποῖες εὑρίσκονται ἀκόμα ἐν διαστάσει καί ἀκοινωνησία.
Τό θέμα εἶναι πολύ σημαντικό καί πολυδιάστατο καί ἀπαιτεῖται ἐντατική καί εὐρύτερη μελέτη, πρᾶγμα τό ὁποῖο δέν εἶναι δυνατόν νά γίνει στήν ἐργασία αὐτή. Ὅμως θά προσπαθήσω νά δώσω μία γενική εἰκόνα τῶν θεμάτων αὐτῶν βάσει τῶν κειμένων τοῦ ἱστορικοῦ ἐκείνου γεγονότος καί κυρίως τῶν ὁμιλιῶν τοῦ τότε Μητροπολίτου Κρήτης Εὐγενίου Α΄. Ὡς συνέπεια θά φανεῖ, ὅτι ὁρισμένες ἀπόψεις ἔχουν ἐξελιχθεῖ μονόπλευρα καί κυρίως μέ ἀρνητικές καί πολεμικές τάσεις καί οἱ ὁποῖες, βάσει τῆς ἐπανεξετάσεώς των, ἐπαναφέροντας στήν μνήμη καί τίς ἀπόψεις τοῦ Μητροπολίτου Εὐγενίου Α΄, θά πρέπει νά ἀποκατασταθοῦν στήν ἱστορική τους πραγματικότητα.
Ὡ ἐκ τούτου καί γιά τούς σοβαρούς αὐτούς λόγους ἀποτελεῖ ἡ πρωτοβουλία τοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ ἱστορικοῦ ἐκείνου γεγονότος τῆς ἐπανακομιδῆς τῆς Τιμίας Κάρας τοῦ Ἁγίου Τίτου στήν Κρήτη 60 χρόνια μετά, πολύ σημαντικό καί χρήσιμο γεγονός. Ἀνάμνηση, ἀλλά καί δυναμική προτροπή γιά συνέχιση τῆς πορείας πρός καταλλαγή καί ἑνότητα τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου Ἀνατολῆς καί Δύσεως. Εὐχαριστῶ, λοιπόν, θερμά τόν Σεβασμιώτατο Ἀρχιεπίσκοπο Κρήτης Εὐγένιο Β΄ γιά τήν πρόταση αὐτή, ἀλλά καί τόν συγχαίρω γιά τήν πρωτοβουλία αὐτή τοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ ἱστορικοῦ ἐκείνου γεγονότος 60 χρόνια μετά.
Στήν παρούσα ἐργασία θά ἀναφερθῶ κυρίως στήν προσωπικότητα τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κρήτης Εὐγενίου Α΄, στό ἀνοικτό οἰκουμενικό πνεῦμα του καί στήν δυναμική στάση του γιά τήν προώθηση τοῦ ἱεροῦ αἰτήματος τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μεταξύ τῶν ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν, μακράν ἀπό κάθε προκατάληψη καί πολεμική.
Γιά τήν ἐπεξεργασία τῶν θεμάτων αὐτῶν θά στηριχθῶ κυρίως στά δημοσιευμένα κείμενά του, τά ὁποῖα ἔχομε στήν διάθεσή μας κατά κύριο λόγο στό Ἀναμνηστικό Τεῦχος τοῦ περιοδικοῦ τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης «Ἀπόστολος Τίτος», ἀλλά καί στόν Τιμητικό Τόμο «Εὐγένιος Ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης. Ὑγιαίνουσα διδασκαλία», ὁ ὁποῖος ἐξεδόθη Προνοία Σεβ. Μητροπολίτου Πέτρας Νεκταρίου καί ἐπιμελεία Ἀρχιμ. Εὐγενίου Ἀντωνοπούλου, νῦν Ἀρχιεπισκόπου Κρήτης Εὐγενίου Β΄.
Ἡ Ἐκκλησία Κρήτης καί ὁ πρῶτος ἐπίσκοπός της ὁ Ἅγιος Τίτος
Ἡ Ἐκκλησία Κρήτης, ἡ «Ναυαρχίδα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου», ὅπως τήν ἀποκαλεῖ ὁ Οἰκουμενικός μας Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, καί ὅπως θά παραμείνη καί στό μέλλον, ὑπῆρξεν εὐθύς ἐξ ἀρχῆς, ἀπό τούς πρώτους χρόνους τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀφετηρία καί προπύργιο τῆς μεταδόσεως καί ἑδραιώσεως τῆς χριστιανικῆς μαρτυρίας. Ἡ Κρήτη εἶχε τό προνόμοιο νά δεχθῆ τό χριστιανικό μήνυμα ἤδη ἀπό τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, κατά τήν ὁποία ἦσαν καί Κρῆτες παρόντες, οἱ ὁποῖοι ἐπιστρέφοντες στήν Κρήτη μετέφεραν καί τό μήνυμα τοῦ Χριστοῦ, φωτισθέντες ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Τό δεύτερο προνόμοιο ὑπῆρξε ἡ μετάδοση τοῦ χριστιανικοῦ κηρύγματος ἀπό τόν ἴδιο τόν Ἀπόστολο τῶν Ἐθνῶν, τόν ἅγιο Παῦλο, ὁ ὁποῖος μέ τήν διορατικότητά του καί μέ τίς ἀγαθές ἐλπίδες γιά τό μέλλον τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης ἐτοποθέτησε ὡς πρῶτον ἐπίσκοπό της, τόν μαθητήν του Ἀπόστολο Τίτο, ὁ ὁποῖος εἶναι καί ὁ προστάτης της.
Ὁ σεβασμός καί ἡ ἐκτίμηση πρός τό πρόσωπό τοῦ πρώτου ἐπισκόπου στήν Κρήτη ὑπῆρξε μεγἀλη, ὥστε νά κτισθεῖ μεγαλοπρεπής Ναός πρός τιμήν του στήν Γόρτυνα, ὅπου εἶχε τοποθετηθεῖ τό ἱερό λείψανό του μέχρι καί τό 824, ὅταν καταστράφηκε αὐτός ὁ Ναός ἀπό τούς Σαρακηνούς. Διεσώθη μόνον ἡ τιμία του Κάρα, ἡ ὁποία ἀργότερα τοποθετήθηκε στόν ἱερό Ναό τοῦ Ἁγίου Τίτου στό Ἡράκλειο μέχρι τό 1669, ὅταν κατελήφθη ἡ Κρήτη ἀπό τούς Τούρκους. «Ἐν ἔτει 1669 ἡ ἱερὰ Κάρα τοῦ ἁγίου Τίτου μετεκομίσθη εἰς Ἑνετίαν, ὅπου διεφυλάχθη εὐλαβῶς ἐν τῇ λειψανοθήκῃ τοῦ Ναοῦ τοῦ ἁγίου Εὐαγγελιστοῦ Μάρκου,» ὅπως ἀναφέρεται στήν Συνοδική Ἐγκύκλιο τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης.[1] Ἡ διατύπωση αὐτή ἐπαναλαμβάνεται καί ἀπό τον Μητροπολίτη Εὐγένιο Α΄ πολλές φορές καί μάλιστα εὐχαριστῶντας τόν Καρδινάλιο καί Πατριάρχη Βενετίας Urbani γιά τήν διαφύλαξη τῆς τιμίας Κάρας τοῦ Ἁγίου Τίτου εἰς τόν Ναόν τοῦ Ἁγίου Μάρκου: «…διὰ τὴν ἀπὸ αἰώνων διαφύλαξιν τοῦ ὁποίου εἴμεθα βαθύτατα εὐγνώμονες πρὸς τοὺς Χριστιανοὺς τῆς Βενετίας.»[2] Καί στήν ὁμιλία του, ἕνα χρόνο μετά, τό 1967, στήν Βενετία, ἐνώπιον τοῦ Πατριάρχου Καρδιναλίου Urbani ἐτόνισε: «Εἴμεθα βαθύτατα εὐγνώμονες πρός τήν μεγαλώνυμον ταύτην πόλιν, ἡ ὁποία ἐπί τρεῖς αἰῶνας διεφύλαξε καί ἐτίμησε πανευλαβῶς τό ἱερόν λείψανον τοῦ πρώτου ἁγίου ἡμῶν Ἐπισκόπου.»[3] Μέ τίς διατυπώσεις αὐτές διαπιστώνεται ἡ τιμή και ἡ εὐσέβεια τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας πρός τό πρόσωπον τοῦ Ἁγίου Τίτου, ἀλλά καί ὁ τρόπος διαφυλάξεως μέ εὐλάβεια πρός τό ἱερόν λείψανον, τῆς τιμίας Κάρας του. Εἴμεθα εὐγνώμονες, τονίζει ὁ Μητροπολίτης Εὐγένιος ὁ Α΄, διότι μέ τήν μεταφοράν τῆς τιμίας Κάρας τοῦ Ἁγίου στήν Βενετία διεφυλάχθη, μᾶλλον καί διεσώθη μετά τήν κατάκτηση τῆς Κρήτης ἀπό τούς Τούρκους. Ἔτσι δικαιολογεῖ καί ὁ Πατριάρχης Βενετίας, Καρδινάλιος Urbani τήν μεταφορά τῆς τιμίας Κάρας τοῦ Ἁγίου Τίτου ἀπό τό Ἡράκλειο στήν Βενετία στήν ὁμιλία του κατά τήν Θεία Λειτουργία στόν Ἅγιο Μᾶρκο τῆς Βενετίας, παρόντων καί συμπροσευχομένων καί τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης: «:Ἦτο λοιπὸν ἑπόμενον, ὅτι φεύγοντες ἀπὸ τὸ νησὶ οἱ Ἐνετοὶ θὰ ἔπαιρναν μαζί των τὸν πολύτιμον θησαυρὸν τῆς εὐλαβείας καὶ τῆς ἀγάπης τὸ τίμιον λείψανον τῆς Κάρας τοῦ ῾Αγίου Τίτου, διασῴζοντες αὐτὴν οὕτως ἀπὸ τὴν βεβαίαν βεβήλωσιν καὶ καταστροφήν, τὴν ὁποίαν θὰ ἔκαμναν οἱ νικηταί.»[4]
Ἡ σημασία τῆς ἐπανακομιδῆς τῆς Τιμίας Κάρας τοῦ Ἁγίου Τίτου στήν Κρήτη
Κατόπιν αἰτήσεως τοῦ μακαριστοῦ τότε ἀκόμα Μητροπολίτου Κρήτης Εὐγενίου Α΄ στίς ἁρμόδιες ἐκκλησιαστικές Ἀρχές τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόν Πατριάρχη καί Καρδινάλιο τῆς Βενετίας Urbani, τόν Καρδινάλιο Augustin Bea, Πρόεδρο τῆς Βατικανῆς Γραμματείας γιά τήν ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν, καί τόν Καρδινάλιο A. G. Cicognani, Γραμματέα τοῦ Κράτους τοῦ Βατικανοῦ, καί μέ τήν συγκατάθεση τοῦ Πάπα Παύλου τοῦ ΣΤ΄, ἔγιναν ὅλες οἱ κανονικές διαδικασίες γιά τήν ἐπανακομιδή τῆς τιμίας Κάρας τοῦ Ἁγίου Τίτου στήν Κρήτη καί μέ τήν συνεργασία στήν Βενετία τοῦ Μητροπολίτου Κισάμου καί Σελίνου Εἰρηναίου συμφωνήθηκε καί ὁ τρόπος τῆς μεταφορᾶς. Πληροφορήθηκε πλήρως ἀπό τόν Μητροπολίτη Εὐγένιο καί ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Ἀθηναγόρας, ὁ ὁποῖος μέ ἐπιστολήν του πρός τόν Μητροπολίτη Εὐγένιο ἐξέφρασε τήν χαρά καί ἱκανοποίησή του.[5]
Ὅλοι, ὅσοι συνεργάστηκαν γιά τήν πραγματοποίηση τοῦ ἱστορικοῦ αὐτοῦ γεγονότος ἐκφράζουν τήν μεγάλη σημασία του καί γιά τίς δύο Ἐκκλησίες, τήν Ἀνατολική καί τήν Δυτική, τήν Ὀρθόδοξη καί τήν ρωμαιοκαθιολική καί συγκεκριμένα:
1ον Γιά τήν Ἐκκλησία Κρήτης, καί
2ον Γιά τήν προώθηση καί ἐνίσχυση τῶν σχέσεων τῶν δύο Ἐκκλησιῶν Ἀνατολῆς καί Δύσεως πρός ἀναβίωση τῆς πλήρους ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας.
Ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Κρήτης ἐτόνιζε κατ’ ἐπανάληψη στήν σχετική ἀλληλογραφία τήν μεγάλη ἱστορική σημασία τοῦ ἐπαναπατρισμοῦ τῆς τιμίας Κάρας τοῦ Ἁγίου Τίτου στήν ἕδρα του στήν Κρήτη, τοῦ πρώτου ἐπισκόπου καί προστάτου της. Άπό πλευρᾶς ρωμαιοκαθολικῆς ἔγινε αὐτό τό αἴτημα χωρίς καμμία δυσκολία ἀντιληπτό, οὕτως ὥστε ὅλες οἱ ἁρμόδιες ἐκκλησιαστικές Ἀρχές, ἡ Κανονική Ἐπιτροπή τῆς ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας τῆς Βενετίας καί τελικά καί ἴδιος ὁ Πάπας Παῦλος ὁ ΣΤ΄ συμφώνησαν καί ἀπεφάσισαν νά ἱκανοποιήσουν τό δίκαιον αἴτημα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης, διότι ἦσαν καί ἐκεῖνοι βέβαιοι, ὅτι πρέπει νά ἐπιστρέψει ὁ Ἅγιος Τίτος στήν ἕδρα του, ἀλλά καί διότι τό ἱστορικό αὐτό γεγονός ὑπηρετεῖ μέ ἄριστο τρόπο τήν διαδικασία τῆς καταλλαγῆς καί τῆς προωθἠσεως τῶν καλῶν σχέσεων μεταξύ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν. Ὁ Καρδινάλιος καί Πατριάρχης τῆς Βενετίας Urbani ἀπήντησε στήν ἐπιστολή τοῦ Μητροπολίτου Εὐγενίου Α΄ μεταξύ ἄλλων: «Ἡ ἐπιστολή, τὴν ὁποίαν ἡ Ὑμετέρα Σεβασμιότης μετ᾿ ἄλλων ἱερέων πιστῶν μοὶ ἀπηύθυνε τὴν 6 Ἰουλίου τρ. ἔτους, εὑρίσκει βαθεῖαν ἀπήχησιν ἐν τῇ καρδίᾳ μου, ἀκριβῶς διὰ τοὺς οἰκουμενικοὺς ἐκείνους λόγους, οἵτινες διανοίγουν νέους ὁρίζοντας χριστιανικῆς ἐλπίδος καὶ ἀποτελοῦν, εἰδικῶς δι᾿ ἡμᾶς τοὺς Βενετούς, τὴν ἀγαπητὴν κληρονομίαν τοῦ πάπα Ἰωάννου, τυγχάνουν δ᾽ ἐντὸς τοῦ διακαοῦς πνεύματος τοῦ πάπα Παύλου ΣΤ΄ καὶ τοῦ Πατριάρχου ᾿Αθηναγόρα τοῦ Α΄.»[6]
Καί ὁ Μητροπολίτης Κρήτης Εὐγένιος Α΄ ἀπαντώντας στόν Καρδινάλιο Augustinos Bea διαβεβαίωνε: «Ἡ ἀπόδοσις τοῦ ἱεροῦ λειψάνου τοῦ ῾Αγίου Τίτου, ὅστις τιμᾶται ἐν Κρήτῃ, ὡς προστάτης καὶ πάτρων τῆς Νήσου, θέλει γίνει ἀποδεκτὴ ἐν τῇ Νήσῳ μετ᾿ αἰσθημάτων εὐλαβείας καὶ βαθείας εὐγνωμοσύνης πρὸς τὴν Αὐτοῦ Αγιότητα τὸν Πάπαν Παῦλον VΙ καὶ θέλει ἔτι ἐνισχύσει τὰς θεαρέστους προσπαθείας, τὰς ὁποίας ἡ Αὐτοῦ ῾Αγιότης καὶ ἡ Αὐτοῦ Θειοτάτη Παναγιότης ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ᾿Αθηναγόρας ὁ Α΄ καταβάλλουσι διὰ τὴν ἑνότητα τῶν παλαιφάτων ἀποστολικῶν ἡμῶν Ἐκκλησιῶν.»[7]
Τήν διπλήν σημασίαν τοῦ ἱστορικοῦ αὐτοῦ γεγονότος ἐπιβεβαίωσε καί ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Ἀθηναγόρας στήν ἀπάντησή του στήν Ἔκθεση τοῦ Μητροπολίτου Κρήτης Εὐγενίου Α΄ σχετικά μέ τά γενόμενα: «Μέγα τὸ γεγονὸς τῆς ἀποδόσεως καὶ ἐπιστροφῆς τῆς τιμίας Κάρας τοῦ ᾿Αποστόλου Τίτου εἰς τὸν τόπον, ἔνθα κατεστάθη ὡς Ἐπίσκοπος παρὰ τοῦ μεγάλου ᾿Αποστόλου τῶν Ἐθνῶν Παύλου καὶ ἡγίασε διὰ τῆς διδασκαλίας, διὰ τοῦ ἔργου καὶ διὰ τοῦ θανάτου αὐτοῦ!
᾿Αλλὰ τὸ γεγονὸς τοῦτο ἔχει καὶ περαιτέρω σημασίαν. Κατακυροῖ τὴν μεγάλην προσπάθειαν, ἥτις καταβάλλεται ἀπὸ μέρους τῶν δύο Πρεσβυγενῶν Ἐκκλησιῶν ᾿Αρχαίας καὶ Νέας Ρώμης ἐν ἰσοτιμίᾳ εἰς τὴν δημιουργίαν καὶ ἀνάπτυξιν καὶ προαγωγὴν τοῦ Διαλόγου τῆς ἀγάπης, τῆς λήθης τοῦ παρελθόντος, τῆς συνεννοήσεως, τῆς συνεργασίας ἐπὶ διαφόρων κοινωνικῶν προβλημάτων καὶ τῆς καλλιεργείας τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου ὑπὸ ἀντικειμενικὸν σκοπὸν τὴν ἐπάνοδον εἰς τὴν πρὸ τοῦ 1054 ἐποχήν, καθ᾽ ἥν αἱ δύο Ἐκκλησίαι ἐβίουν ἐντὸς τοῦ κοινοῦ ποτηρίου τοῦ Αίματος καὶ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, παρὰ καὶ τὰς τότε ὑφισταμένας διαφορὰς μεταξὺ αὐτῶν.»[8]
Στήν Ἐκκλησία τῆς Κρήτης ὑποδέχθηκαν τουλάχιστον 100.000 πιστοί τήν τιμία Κάρα τοῦ Ἀγίου των στό Ἡράκλειο, τοῦ πρώτου ἐπισκόπου των, μέ ἀνείπωτη χαρά καί εὐχαριστήριες προσευχές, στίς ὁποῖες συμμετεῖχαν καί οἱ ἀπεσταλμένοι ἀπό τήν Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία, ἀπό τήν Βενετία, οἱ ὁποῖοι καί συμπροσευχήθηκαν, δοξάζοντες τόν Θεό γιά τό ἱστορικό καί θεάρεστο αὐτό γεγονός καί γιά τήν Ἐκκλησία τῆς Κρήτης. Τό γεγονός αὐτό μαρτυρεῖ καί ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Κρήτης Εὐγένιος ὁ Α΄. Συμπροσευχήθηκαν, δοξάζοντες τόν Θεό γιά τό ἱστορικό καί θεάρεστο αὐτό γεγονός! Στήν Ἐκθεσή του πρός τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχην Ἀθηναγόρα ἀναφέρει ὁ Μητροπολίτης Κρήτης Εὐγένιος Α΄ : «Κατὰ τὴν μετουσίωσιν τῶν τιμίων Δώρων ἐγονυπέτησαν μετὰ τῶν Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ οἱ Ρωμαιοκαθολικοί. Ἡ συμμετοχὴ Ὀρθοδόξων καὶ Ρωμαιοκαθολικῶν προσέδωκεν ἰδιαιτέραν μεγαλοπρέπειαν εἰς τὴν ἱστορικὴν αὐτὴν ἀρχιερατικὴν συλλειτουργίαν, ἀναμιμνήσκουσαν τὰς πρὸ τοῦ σχίσματος ἱεροτελεστίας τῆς ἡνωμένης Ἐκκλησίας, ἥτις ἰδιαιτέρως συνεκίνησε τὸ πυκνότατον ἐκκλησίασμα.»[9] Εἶμαι βέβαιος γιά τά γνησιότητα τῶν λόγων τοῦ Μητροπολίτου Εὐγενίου Α΄. Τό «πυκνότατον ἐκκλησίασμα» δικαίως ἐχάρηκε καί συγκινήθηκε καί εὐχαρίστησε τόν Θεό γιά τό ἱστορικό καί θεάρεστο αὐτό γεγονός.
Τό ἱστορικό αὐτό γεγονός τῆς ἐπιστροφῆς τῆς τιμίας Κάρας τοῦ Ἁγίου Τίτου στήν Κρήτη ὑπῆρξε μέν καρπός καί συνέπεια τοῦ νέου οἰκουμενικοῦ κλίματος, τό ὁποῖον ἔχει ἤδη ἀρχίσει μεταξύ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν, μετά ἀπό αἰῶνες σιωπῆς καί ἀντιπαραθέσεων. Ὅμως καί μέ τό γεγονός αὐτό προωθεῖται, ἐνθαρρύνεται καί ἐνισχύεται ἀκόμα περισσότερο τό κλῖμα αὐτό τῆς καταλλαγῆς καί ἐμβαθύνεται τό αἴσθημα τῆς ἀδελφικῆς ἐμπιστοσύνης μεταξύ τῶν πιστῶν τῶν δύο Ἐκκλησιῶν. Μέ αὐτόν τόν τρόπο ἀπομακρύνεται καί τό αἴσθημα τῆς δυσπιστίας, τῶν προκαταλήψεων καί τῆς ἐχθρότητος, τό ὁποῖο συσσωρεύθηκε διαχρονικά καί ἕνεκα γεγονότων ἀρνητικῶν καί καταδικαστέων. Τό γεγονός αὐτό μέ τό κοινό πνεῦμα ἀδελφωσύνης καί ἀγάπης ἔγινε μία ἀκόμα γέφυρα μεταξύ τῶν δύο κόσμων Ἀνατολῆς καί Δύσεως, καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Κρήτης μέ τόν πρῶτο της επίσκοπο κατώρθωσε γιά μιά ἀκόμη φορά νά φέρει τίς δύο Ἐκκλησίες ἐντός τοῦ ἴδιου θυσιαστηρίου, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ τῆς ἀγάπης, πρόσωπον πρός πρόσωπον στήν κοινή πορεία μέ τήν νοσταλγία πρός ἀναβίωση τῆς πλήρους ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας.
Καί οἱ πρωτοπόροι τῆς νέας πορείας τῶν ἀγαθῶν σχέσεων ὁ Πάπας Παῦλος ΣΤ΄ καί ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Ἀθηναγόρας ἐχάρηκαν καί συγκινήθηκαν γιά τό σοβαρό καί ἱστορικό αὐτό βῆμα τῆς ἐπανασυνατήσεως τῶν δύο ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν.
«Ἀδελφές Ἐκκλησίες»
Ἄξιο μνείας εἶναι τό γεγονός, ὅτι σέ ὅλα τά κείμενα, τόσον τῶν ρωμαιοκαθολικῶν, ὅσον καί τῶν ὀρθοδόξων, ἐκδηλώνεται τό νέο πνεῦμα τῆς ἀμοιβαίας ἐκτιμήσεως καί τῆς αδελφωσύνης καί ἡ σταθερή θέληση τῆς συνεχίσεως ὅλων τῶν προσπαθειῶν πρός καταλλαγή καί ἀναβίωση τῆς πλήρους ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας.
Ἐκεῖνο, τό ὁποῖο καί ἀπό ὀρθοδόξου πλευρᾶς ἔχει μεγάλη σημασία καί σήμερα, 60 χρόνια μετά, εἶναι, ὅτι ὁ Μητροπολίτης Κρήτης Εὐγένιος Α΄ μέ οἰκουμενικό πνεῦμα βαδίζει στά ἴχνη τῶν μεγάλων Πατέρων καί τῆς γνήσιας ὀρθοδόξου παραδόσεως, γεγονός τό ὁποῖο ἐκφράζει στίς ἐπιστολές καί στίς ὁμιλίες του χωρίς καμμία ἀμφιβολία, ἀναγνωρίζοντας καί ἐκτιμώντας πολύ θετικά ὅλες τίς πρωτοβουλίες τοῦ Πάπα Παύλου τοῦ Στ΄ καί τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα. Μέ τό πνεῦμα αὐτό χαρακτηρίζει ἀνεπιφύλακτα τήν Δυτική Ἐκκλησία, τήν Ρωμαιοκαθολικλή Ἐκκλησία, Ἐκκλησία καί μάλιστα Ἀδελφήν Ἑκκλησίαν. Τόν χαρακτηρισμό Ἐκκλησία τόν εὑρίσκομε καί ἀναφορικά πρόςτήν Τοπική Ἐκκλησία τῆς Βενετίας «τῆς σεβασμίας Ρωμαιοκαθολικῆς ᾿Εκκλησίας τῆς Ενετίας» καί στήν Ἐγκύκλιο τῆς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης, τήν ὁποία προσυπογράφουν καί ὅλοι οἱ Ἀρχιερεῖς τῆς Κρήτης,[10]
Ὁ Μητροπολίτης Κρήτης Εὐγένιος Α΄ γράφει στήν ἐπιστολή του πρός τον Καρδινάλιο τῆς Βενετίας Urbani, ὅτι ἡ ἐπιστροφή τῆς τιμίας Κάρας τοῦ Ἁγίου Τίτου «μεγάλως θέλει συμβάλει εἰς αὔξησιν τῆς ἑνότητος τῶν Ἐκκλησιῶν ἡμῶν.»[11] Πρός τόν Καρδινάλιο Bea: «τῶν παλαιφάτων ἀποστολικῶν ἡμῶν Ἐκκλησιῶν.»[12] Πρός τόν Οἰκουμενικόν Πατριάρχην Ἀθηναγόρα: «διὰ τὴν καλλιέργειαν ἀδελφικῶν σχέσεων τῆς ῾Αγιωτάτης Ορθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας μετὰ τῆς σεβασμίας Ἐκκλησίας τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης, ἐπὶ προαγωγῇ τοῦ πνεύματος τῆς ἐν Χριστῷ ἑνότητος.»[13] Στήν Ἔκθεσή του τοῦ πρός τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη: «τῆς σεβασμίας Ἐκκλησίας Ἑνετίας.»[14] Στήν ἴδια Ἔκθεση: «καὶ τὴν προσέγγισιν τῶν Ἐκκλησιῶν Ὀρθοδόξου καὶ Ρωμαιοκαθολικῆς.»[15] Καί λίγο μετά: «Πάντες ἐξῄραμεν τὰς προσπαθείας τῆς Ὑμετέρας Θειοτάτης Παναγιότητος καὶ τῆς Α. Αγιότητος τοῦ Πάπα Ρώμης Παύλου τοῦ ΣΤ΄ διὰ τὴν ἑνότητα τῶν δύο γερασμίων Ἐκκλησιῶν, τῆς Ὀρθοδόξου καὶ τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς.»[16]
Στήν ὁμιλία του κατά τήν παραλαβήν τῆς τιμίας Κάρας τοῦ Ἁγίου Τίτου ἀνέφερεν: «Κατὰ τὴν εὔσημον ταύτην στιγμὴν ἐπιθυμοῦμεν νὰ προσφέρωμεν βαθεῖαν εὐχαριστίαν πρὸς τὸν ἕνα Κύριον καὶ Θεόν, τὸν Πατέρα, τὸν Υἱὸν καὶ τὸ ἅγιον Πνεῦμα, ἐξ οὗ πᾶσα δόσις ἀγαθὴ καὶ πᾶν δώρημα τέλειον. Ναὶ ἀληθῶς ὁ Κύριος ἐποίησεν ἡμῖν τὴν ἡμέραν ταύτην τὴν κλητὴν καὶ ἁγίαν, ἵνα ἀγαλλιασώμεθα καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ. Αὐτῷ λοιπὸν ἐν πρώτοις ἡ προσφορὰ τῆς εὐχαριστίας ἡμῶν, ἡ τιμή, ἡ προσκύνησις καὶ ἡ δόξα.» Ἔπειτα. «Τῇ σεβασμίᾳ Εκκλησίᾳ τῆς Ρώμης καὶ τῷ σεπτῷ Προκαθημένῳ Αὐτῆς τῷ Μακαριωτάτῳ καὶ ἁγιωτάτῳ Πάπα Ρώμης Παύλῳ τῷ ΣΤ’ φιλαδέλφως, τῇ ἐπινεύσει τοῦ ὁποίου ἀποδίδεται τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ ἡ τιμία Κάρα τοῦ Αγίου Τίτου τῇ ᾿Αποστολικῇ Ἐκκλησίᾳ Κρήτης, ἥν πρῶτος ἐποίμανε καὶ κατηύγασε τῇ αἴγλη τῶν λόγων καὶ τῶν ἔργων Του καὶ ἡγίασε διὰ τῆς θείας Χάριτος τοῦ Θεοῦ, ἥτις «ἐπεφάνη σωτήριος πᾶσιν ἀνθρώποις». Ἔνθερμον εὐχαριστίαν ἐπιθυμοῦμεν νὰ προσφέρωμεν «ὥσπερ εὐγνώμονες» τῇ γεραρᾷ Ἐκκλησία Βενετίας καὶ τῷ Κυριάρχῳ Ἐπισκόπῳ Αὐτῆς τῷ Σεβ. Καρδιναλίῳ κ. Οὐρμπάνι, Πατριάρχῃ Βενετίας. Ἡ Ἐκκλησία Βενετίας κατέχει τὴν ἰδιαιτέραν τιμὴν καὶ τὸ προνόμιον τῆς διαφυλάξεως τῆς τιμίας Κάρας τοῦ ῾Αγίου Τίτου ἐπὶ τρεῖς αἰῶνας ἀπὸ τοῦ ἔτους 1669, ὅτε ἀπὸ τῆς πόλεως ταύτης καὶ ἱερᾶς Καθέδρας τῆς ᾿Αποστολικῆς Ἐκκλησίας Κρήτης ἀπὸ τῆς δευτέρας Βυζαντινῆς περιόδου τῆς Κρήτης μετεφέρθη ἐκεῖ καὶ διεφυλάχθη εὐσεβῶς ἐν τῷ πανσέπτῳ Ναῷ τοῦ ἁγίου Εὐαγγελιστοῦ Μάρκου καὶ ἐτιμήθη εὐλαβῶς καὶ πρεπόντως.»[17] Στήν ἴδια ὁμιλία χαρακτηρίζει τἠν Ρωμαιοκαθολικήν καί τήν Όρθόδοξον Ἐκκλησίαν καί πάλιν χωρίς καμμίαν ἀμφιβολίαν άδελφάς Ἐκκλησίας: «Ἡ Α. Θειοτάτη Παναγιότης ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ᾿Αθηναγόρας ὁ Α΄ καὶ ἡ Α. Αγιότης ὁ Πάπας Ρώμης Παῦλος ὁ ΣΤ΄ συνέβαλον εἰς τοῦτο ὡς συνεργοὶ Θεοῦ διὰ τὴν ποθητὴν ἑνότητα τῶν δύο ἀδελφῶν Ἐκκκλησιῶν.»[18] Εἰς τήν ὁμλίαν του στόν ἱερό Ναό τοῦ Ἁγίου Τίτου ἀπέρριψε κάθε ἀμφιβολία ὁ Μητροπολίτης Κρήτης Εὐγένιος καί διαβεβαίωσε, ὅτι ὅ,τι διαπιστώνει εἶναι ἡ πραγματική καί εἰλικρινής του πεποίθηση καί ὄχι ἐκφράσεις ἁβροφροσύνης ἐκκλησιαστικῆς διπλωματίας, καθώς θά ἰσχυριζόταν ἴσως ὁρισμένοι: «Ναί, τὸ πιστεύω καὶ τὸ ὁμολογῶ, πάλιν, ὁ Θεὸς ἤγαγεν ἡμᾶς εἰς τὸν σταθμὸν τοῦτον τῆς ἱστορίας, τὸν μοναδικὸν εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ σεβασμία Ἐκκλησία Βενετίας ἀπέδωκε φιλαδέλφως εἰς τὴν Ἐκκλησίαν Κρήτης τὸ λείψανον τῆς Κάρας τοῦ πρώτου Ἐπισκόπου αὐτῆς, ἥτις καὶ παρέλαβε μετὰ θερμῶν ἐκδηλώσεων φιλαδελφίας, εὐγνωμοσύνης καὶ εὐχαριστίας καὶ τὸν πολύτιμον τοῦτον πνευματικὸν θησαυρὸν, τὸν δοκιμώτερον ὑπὲρ χρυσίον τιμιώτερον λίθων πολυτελῶν.»[19]
Καί κατά τήν πρόποσιν εἰς τό ἐπίσημο γεῦμα τῆς Μητροπόλεως Κρήτης ἐπανέλαβεν ὁ Μητροπολίτης Κρήτης Εὐγένιος τήν ἐλπίδα «ὑπὲρ τῆς ἑνότητος καὶ εὐσταθείας τῶν δύο ἀδελφῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησιῶν ἡμῶν.»[20]
Ὁ Μητροπολίτης Εὐγένιος Α΄ πιστός στήν διδασκαλία καί τήν παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, παράδειγμα πρός μίμηση
Οἱ ἀπόψεις του αὐτές τοῦ Μητροπολίτου καί μετέπειτα Ἀρχιεπισκόπου Κρήτης Εὐγενίου Α΄ δέν ἀποτελοῦν κάτι τό νέον, οὔτε εἶναι ἐφευρέσεις δικές του, ἤ γλῶσσα διπλωματικῆς τακτικῆς. Ἀποτελοῦν τήν ἀδιαμφισβήτητη πεποίθησή του, ἀλλά καί τήν πιστότητα στό πνεῦμα τῆς Ὀρθοδοξίας καί τῆς διαχρονικῆς πράξεως τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ ὁποία πρέπει νά γίνεται σεβαστή ἀπό ὅλους, ἀνεξαρτήτως ἰδιότητος καί ἐκκλησιαστικῶν ἀξιωμάτων.
Ἕνα χρόνο μετά τήν ἐπιστροφή τῆς τιμίας Κάρας τοῦ Ἁγίου Τίτου, δηλαδή ὅταν εἶχε ἤδη πραγματοποιθεῖ ἡ ἐπιθυμία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης, ἐπαναλαμβάνει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος κρήτης Εὐγένιος τίς ἴδιες ἀπόψεις. Ἄρα δέν εἶχε πλέον ἀνάγκη νά χρησιμοποιήσει μόνον προσχηματικά ἐκφράσεις ἁβροφροσύνης καί διπλωματίας γιά νά ἐπιτύχει τοῦ σκοποῦ του, ἐάν ὁρισμένοι θά τό ἰσχυριζόταν. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος πλέον (άπό τήν 28η Φεβρουαρίου 1967) Κρήτης ὁ Εὐγένιος Α΄ μετέβη στήν Ρώμη γιά νά εὐχαριστήσει καί προσωπικά τόν Πάπα Παῦλον τόν ΣΤ΄ γιά τήν συγκατάθεσή του νά ἐπιστραφεῖ ἡ τιμία Κάρα τοῦ Ἀποστόλου Τίτου ἀπό τήν Βενετία στήν Κρήτη. Καί στήν ὁμιλία αὐτή ἐπαναλαμβάνει τήν ἀκλόνητη πεποίθησή του. Ἡ ὁμιλία τοῦ πρός τόν Πάπα, τήν 23η Μαΐου 1967 θά μποροῦσε νά ἦταν καί σήμερα, 60 χρόνια μετά, παράδειγμα πρός μίμηση ἐκκλησιολογικοῦ εὐρέως ὁρίζοντα, μέ πνεῦμα καταλλαγῆς καί ἀδελφικῆς ἀγάπης. Καί ἐάν εὑρίσκοντο οἱ Ἐκκλησίες μας σέ πλήρη Κοινωνία δέν θά μποροῦσε τό ἀδελφικό αὐτό πνεῦμα νά ἐκφρασθεῖ καλύτερα: «Ἁγιώτατε, ἐν βαθυτάτῃ συγκινήσει προσερχόμεθα ἐνώπιον τῆς Σῆς Ἁγιότητος…, ἵνα Σεπτῇ Ἐντολῇ, Σοί προσκομίσωμεν τόν ἐγκάρδιον ἀδελφικόν χαιρετισμόν καί τήν ἔνθερμον εὐχαριστίαν τοῦ Οἰκουμενικοῦ ἡμῶν Πατριάρχου κ. Ἀθηναγόρου καί κατ’ ὀφειλήν ἀξιόχρεων πανευλαβῶς Σοί διερμηνεύσωμεν τήν ἀΐδιον εὐγνωμοσύνην ἡμῶν καί παντός τοῦ Κλήρου καί τοῦ λαοῦ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης ἐπί τῇ ἀποδόσει εἰς αὐτήν ὑπό τοῦ Σεβασμιωτάτου Καρδιναλίου Ἰωάννου Οὐρμπάνι, Πατριάρχου Βενετίας, τοῦ τιμίου λειψάνου τῆς Κάρας τοῦ Ἁγίου Τίτου, πρώτου Ἐπισκόπου Κρήτης, τῇ φιλαδέλφῳ ἐπινεύσει τῆς Σῆς Γερασμιωτάτης Ἁγιότητος.»[21] Καί συνεχίζει: «Εἴμεθα εὐγνώμονες πρός τήν μεγαλώνυμον Πόλιν καί τήν σεβασμίαν Ἐκκλησίαν τῆς Βενετίας, ἡ ὁποία ἐπί τρεῖς αἰῶνας διεφύλαξεν ἐν τῷ πανσέπτῳ Πατριαρχικῷ Ναῷ τοῦ Ἁγίου Μάρκου καί πανευλαβῶς ἐτίμησε τήν τιμίαν Κάραν τοῦ πρώτου Ἐπισκόπου καί προστάτου καί πάτρωνος τῆς Νήσου ἡμῶν…. Ἡ ἐπανακομιδή τούτου πρό ἔτους ἐκ Βενετίας εἰς Ἡράκλειον, Ἱεράν Καθέδραν τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης, ἑωρτάσθη πανδήμως ἐν ἀγαλλιάσει ψυχῆς, ἱερᾷ κατανύξει καί κοινῇ προσευχῇ Ρωμαιοκαθολικῶν καί Ὀρθοδόξων ἐν τῷ σεπτῷ ἱερῷ Ναῷ τοῦ Ἁγίου Τίτου.»[22]
Οἱ προσφωνήσεις τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Εὐγενίου εἶναι πλήρεις ἐκκλησιαστικῆς καί θεσμικῆς μορφῆς, ἡ χρησιμοποίηση τοῦ χαρακτηρισμοῦ «Ἐκκλησία» καί γιά τήν τοπική ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία τοῦ Πατριαρχείου Βενετίας, καί γιά τήν Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία γενικά «σεβασμία Ἐκκλησία τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης» σέ παραλληλισμό μέ τήν «Ἐκκλησίαν τῆς Νέας Ρώμης», ἡ εὐγνωμοσύνη καί oἱ εὐχαριστίες γιά τήν «ἐπί τρεῖς αἰῶνας διαφύλαξη» καί τήν «πανευλαβή τιμή» τῆς τιμίας Κάρας τοῦ Ἁγίου Τίτου καί ἡ συμπροσευχή Ρωμαιοκαθολικῶν καί Ὀρθοδόξων στόν ἱερό Ναό τοῦ Ἁγίου Τίτου κατά τήν μετακομιδή τῆς ἱερᾶς Κάρας του, δείχνουν καί ἐντικατοπτρίζουν μέ εἰλικρινή αἰσθήματα τό φρόνημα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τήν στάση της ἀπέναντι στήν ἀδελφή Ἐκκλησία, μέ τήν ὁποία ἔχουν ἀρχίσει νά βελτιώνονται οἱ σχέσεις «τῶν δύο Πρεσβυγενῶν ἡμῶν Ἐκκλησιῶν», «τῶν δύο ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν», γεγονός εὐχάριστο, ὅπως ἀναφέρει μέ ἱκανοποίηση ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Εὐγένιος Α΄.
Ἐπί πλέον εἶναι πολύ σημαντικόν, ὅτι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Εὐγένιος μετά τίς εὐχαριστίες του πρός τόν Πάπα, «τήν γεραράν Ἁγιότητα» γιά ὅλα, καί συγκεκριμένα γιά τήν τιμητική ἱερά συνάντηση καί ἐγκάρδια δοχή, ἐζήτησε καί τάς εὐχάς καί εὐλογίας τοῦ Πάπα: «ἐξαιτούμεθα εὐλαβῶς τάς θεοδέκτους εὐχάς καί εὐλογίας Αὐτῆς ὑπέρ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης καί ἡμῶν, εὐχόμενοι ταπεινῶς, ὅπως ὦσιν ἀπό Θεοῦ τά ἔτη Σου πολλά καί ἐν παντί εὐλογημένα.»[23]
Μετά τήν Ρώμη μετέβη ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Εὐγένιος Α΄ στήν Βενετία γιά νά εὐχαριστήσει ἐκεῖ προσωπικά καί τόν Πατριάρχη Βενετίας Καρδινάλιο Ἰωάννη Urbani: «Εἴμεθα βαθύτατα εὐγνώμονες καί πρός τήν γερασμίαν Σεβασμιότητά Σου διά τήν φιλάδελφον ἀπόδοσιν τοῦ πολυτιμοτάτου τούτου θησαυροῦ τῆς εὐσεβείας καί τῆς ἀγάπης ἡμῶν, τοῦ ὁποίου ἡ ἐπανακομιδή εἰς τήν ἱεράν Ἀρχιεπισκοπήν Κρήτης πρό ἔτους πεπλήρωκεν ἡμῶν τάς καρδίας ἀφράστου ἁγίας χαρᾶς… Τό εὔσημον γεγονός τῆς ἀποδόσεως τῆς τιμίας Κάρας τοῦ Ἁγίου Τίτου…. ἔχει περαιτέρω καί μίαν μεγαλυτέραν σημασίαν. Κατακυροῖ τήν ἐγκαινιασθεῖσαν νέαν περίοδον τῆς ἀγάπης, τῆς καταλλαγῆς καί τῆς συνυπάρξεως τῶν δύο Πρεσβυγενῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Άρχαίας καί τῆς Νέας Ρώμης…»[24]
Χωρίς κανένα δισταγμό καί μέ πλήρη τήν ἐκκλησιολογική πεποίθηση ἀναφέρει σέ πλήρη παραλληλισμό τίς δύο Πρεσβυγενεῖς Ἐκκλησίες τῆς Ἀρχαίας καί τῆς Νέας Ρώμης. Αὐτά τό 1967!
Καί τόν Μάϊο τοῦ 1971 (Κυριακή 23 Μαΐου) κατά τήν ἐπίσημη ἐπίσκεψη τοῦ Καρδιναλίου Ἰωάννου Βίλλεμπρανς στήν Κρήτη ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Εὐγένιος ὁ Α΄ τόν ἐχαιρέτησε ἐντός τοῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ στό Ἡράκλειο κατά τήν Θεία Λειτουργία μέ τήν σημαντική διατύπωση: «Σεβασμιώτατε Καρδινάλιε κ. Ἰωάννη Βιλλεμπρανς, Πρόεδρε ἐπί τῆς Χριστιανικῆς Ἑνότητος Γραμματείας τῆς σεβασμίας ἀδελφῆς Ἐκκλησίας τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης καί λίαν ἡμῖν ἀγαπητέ ἐν Χριστῷ ἀδελφέ.»[25]
Καἰ ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος Μητροπολίτης Ἠλίας Γερμανός, χαρακτηρίζει στήν πρόποσή του τήν Δυτική Ἐκκλησία «Ρωμαιοκαθολικήν Ἐκκλησίαν» καί «Ἐκλησίαν τῆς Ρώμης» κατά τήν τελετή τῆς ἐπανακπμοδῆς τῆς τιμίας Κάρας τοῦ Ἁγίου Τίτου.[26]
Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης Εὐγένιος Α΄ παραμένει πιστός στήν παράδοση καί τήν διαχρονική πράξη τῆς Ἐκκλησίας μας, δέν νεωτερίζει οὔτε χρησιμοποιεῖ ἐκεῖνος γιά πρώτη φορά τόν χαρακτηρισμό Ἐκκλησία γιά τίς μή Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες. Γιά τοῦ λόγου τό ἀληθές ἐπιθυμῶ νά ἀναφέρω μόνο λίγα παραδείγματα:
Ήδη τό 1054, τό ἔτος τοῦ θρυλούμενου «Μεγάλου Σχίσματος» καί μετά τούς ἐκατέρωθεν ἀναθεματισμούς ἐπληροφόρησε ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ Κηρουλάριος τόν Πατριάρχη Ἀντιοχείας Πέτρο, ὁ ὁποῖος μέ μία πολύ χρήσιμη ἐπιστολή,[27] τήν ὁποία πρέπει νά γνωρίζουμε ὅλοι, τοῦ ἀπαντᾶ καί τόν ἐπιπλήττει αύστηρά τονίζοντας: «Καί παρακαλῶ, καί ἱκετεύω, καί δέομαι, καί νοερῶς τῶν σῶν ἁγίων ἐφάπτομαι ποδῶν, ἵνα τοῦ ἄγαν ἀκριβοῦς ἡ θεοειδής ἐνδοῦσα μακαριότης σου, συνέλθῃ τοῖς πράγμασι…καί τό καταπεπτωκός ἀνορθῶσαι σπουδάζουσα μείζονα τήν πτῶσιν ἐργάζηται. Σκόπησον δέ, εἰ μή φανερῶς ἐντεῦθεν ἤγουν ἐκ τῆς μακρᾶς ταύτης διαστάσεως καί διχονοίας καί τοῦ τῆς καθ’ ἡμᾶς ἁγίας ἐκκλησίας τόν μέγαν τοῦτον καί πρῶτον καί ἀποστολικόν θρόνον ἀπορραγῆναι συνέβη.»«νεύειν ἀεί πρός τό εἰρηνικόν τε καί φιλάδελφον, ἀδελφοί γάρ καί ἡμῶν οὗτοι.» Ἄρα ὁ «θρόνος» τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης, εἶναι «ἀποστολικός» θρόνος καί μάλιστα «μέγας» καί «πρῶτος» καί δέν ἔχει «ἀπορραγεῖ» «τῆς καθ’ ἡμᾶς ἁγίας Ἐκκλησίας». Μέ τίς πράξεις ὅμως τοῦ Πατριάρχου Μιχαήλ Κηρουλαρίου ὑπάρχει κίνδυνος νά συμβεῖ, τονίζει ἀπερίφραστα ὁ Πέτρος Ἀντιοχείας στόν Πατριάρχη Μιχαήλ, ἀπαντώντας στήν ἐπιστολή του, μέ τήν ὁποία προσπάθησε νά δικαιολογήσει τίς πράξεις του, ἀναφέροντας μιά πλειάδα ἀπό ἐλαττώματα, παρατυπίες λειτουργικές κ.ἄ. τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας.»[28]Ὅλα τά γνωρίζει ὁ Ἀντιοχείας Πέτρος, ἀκόμα καί τό filioque. Ὅμως μή θεωρώντας τα ὡς αἰτία Σχίσματος, παρατηρεῖ τόν Πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριο: «XVII. Καί ἴδε, τιμιώτατε δέσποτα, ὅπως τά πολλά τῶν παρά τοῖς ἡμετέροις πεπλημμελημένων περιφρονοῦντες, ἤ καί παραθεωροῦντες, ἐμμελέστερον σπερμολογοῦμεν καί πολυπραγμονοῦμεν τά ἀλλότρια.»
Ἡ διαπίστωση αὐτή τοῦ Πατριάρχου Ἀντιοχείας Πέτρου δυστυχῶς ἰσχύει καί σήμερον.
Ἄρα δέν ἔγινε «Μέγα Σχίσμα» τῶν Ἐκκλησιῶν Ἀνατολῆς καί Δύσεως, δέν διεκόπη ἐπισήμως ἡ ἐκκλησιαστική κοινωνία, ἀλλά οὔτε ἐπεκύρωσαν κάτι οἱ Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς, ὅπως διεπίστωσε ὀρθά καί ὁ Ἅγιος Νεκτάριος γιά τά θλιβερά γεγονότα τοῦ 1054: «οὔτε Οἰκουμενική συνεκροτήθη σύνοδος, οὔτε πολυπληθής ἦτο, οὔτε τόν πάπαν ἀνεθεμάτισεν, οὔτε οἱ πατριάρχαι βεβαιοῦται ὅτι ἐπεψηφίσαντο.»[29] Κακῶς ἰσχυρίζεται, μεταξύ ἄλλων, καί ὁ καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν Ἀρχιμ. Βασίλειος Στεφανίδης, ὅτι οἱ Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς ἐδέχθησαν τόν Ἀναθεματισμό τοῦ Πατριάρχου Μιχαήλ Κηρουλαρίου κατά τοῦ Καρδιναλίου.[30] Ἐκτός τούτου ὁ ἀναθεματισμός τοῦ Καρδιναλίου Οὑμβέρτου κατά τοῦ Πατριάρχου Μιχαήλ Κηρουλαρίου τήν 16η Ἰουλίου 1054 ἦταν ἄκυρος διότι ὁ Πάπας, ὁ ἐντολέας, εἶχε πεθάνει τήν 19ην Ἀπριλίου τοῦ 1054. Κατά συνέπειαν δέν ὑπάρχει οὔτε ἐντολή οὔτε ἐντολοδόχος. Πάντως ἐντολή ἀναθεματισμοῦ κατά τοῦ Πατριάρχου δέν εἶχε λάβει ὁ Καρδινάλιος. Ἡ ἐντολή καί ὁ σκοπός τῆς ἀποστολης ἦταν νά πετύχει συμμαχία στρατιωτική κατά τῶν Νορμανδῶν, ἀλλά ἀπέτυχε. Οἱ ἀναθεματισμοί ἀφοροῦσαν πρόσωπα καί ὄχι Ἐκκλησίες. Δέν ὑφίσταται ἀναθεματισμός τῶν δύο Ἐκκλησιῶν ἐκατέρωθεν οὔτε καί Μέγα Σχίσμα τῶν Ἐκκλησιῶν Ἀνατολῆς καί Δύσεως. Οὔτε ὑπάρχει ὀρθόδοξη συνοδική ἀπόφαση ἀπορρίψεως τοῦ χαρακτηρισμοῦ Ἐκκλησία γιά τήν Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία.
Μ.ἄ. καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς χαρακτηρίζςι τήν Δυτική Ἐκκλησία, Ἐκκλησία,[31] καθώς καί ὁ Ἅγιος Νεκτάριος,[32] ὁ ὁποῖος χαρακτηρίζει τήν Ἀνατολική καί Δυτική Ἔκκλησία «ἀδερφές» Ἐκκλησίες.[33]
Πολλοί ὑπερορθόδοξοι, οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται τίς οἰκουμενικές προσπάθειες, ἀλλά καί νά χρησιμοποιήσουν τόν χαρακτηρισμό Ἐκκλησία γιά τίς μή ὀρθοδοξες Ἐκκλησίες ἐπικαλοῦνται συνεχῶς καί τόν Ἅγιο Μᾶρκο τόν Εὐγενικό, Μητροπολίτη Ἐφέσου, ἀσφαλῶς μή γνωρίζοντες, ἤ σκόπιμα ἀποσιωποῦντες τό γεγονός, ὅτι ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός πηγαίνοντας στήν Σύνοδο Φερράρας Φλωρεντίας χαρακτήρισε τήν Δυτική Ἐκκλησία «ἀδελφή Ἐκκλησία».[34] Τό ἴδιο καί ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Φώτιος ὁ Β΄.[35] Ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός ἐκτός τοῦ ὅτι χαρακτήριζε τήν Δυτική Ἐκκλησία ἀδελφή Ἐκκλησία ἀπευθύνθηκε πρός τόν Πάπα στήν Σύνοδο τῆς Φερράρας Φλωρεντίας μέ τά ἑξῆς ἀξιοπρόσεκτα: «Διά τοῦτο ἐξήγηρε σέ τόν τῶν ἱερέων αὐτοῦ πρωτεύοντα πρός τήν ἡμετέραν ταυτηνί κλῆσιν…»[36] Ὄχι μόνον δέν ἀπορρίπτει τήν ἐκκλησιαστική ταυτότητα καί τήν ἱερωσύνη (ἀρχιερωσύνη) τοῦ Πάπα, ἀλλά τόν ἀποκαλεῖ «τῶν ἱερέων αὐτοῦ (τοῦ Χριστοῦ) πρωτεύοντα» καί «ἁγιώτατον πάτερ» καί τόν προτρέπτει καί παρακαλεῖ: «Δεῦρο δή οὖν, ἁγιώτατε πάτερ, ὑπόδεξαι τά σά τέκνα μακρόθεν ἐξ ἀνατολῶν ἥκοντα. περίπτυξαι τούς ἐκ μακροῦ διεστώτας τοῦ χρόνου, πρός τάς σάς καταφυγόντας ἀγκάλας.»[37] Τί θά συνέβαινε σήμερα, ἐάν κάποιος ὀρθόδοξος Μητροπολίτης, ἐπαναλάμβανε στόν σημερινό Πάπα Ρώμης ὅσα εἶπε ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός τότε στόν τότε Πάπα Ρώμης τόν 15ο αἰῶνα;
Τό ὅτι καί οἱ ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες χαρακτηρίζονται Ἐκκλησίες ἐπικυρώθηκε τό 1920 καί ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο μέ τήν σημαντική Ἐγκύκλιο, τήν ὁποία ἀπευθύνει «Πρός τάς ἀπανταχοῦ Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ», ὅπου τονίζεται «δεύτερον ὅτι ἐπιβάλλεται ἵνα ἀναζωπυρωθῇ καί ἐνισχυθῇ πρό παντός ἡ ἀγάπη μεταξύ τῶν Ἐκκλησιών, μή λογιζομένων ἀλλήλας ὡς ξένας καί ἀλλοτρίας, ἀλλ’ ὡς συγγενεῖς καί οἰκείας ἐν Χριστῷ καί “συγκληρονόμους καί συσσώμους τῆς ἐπαγγελίας τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ Χριστῷ “. (Εφεσ. 3, 6).
Στήν διαχρονική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας ὑπάρχουν παρά πολλές μαρτυρίες χαρακτηρισμοῦ τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας ὡς Ἐκκλησία καί εἶναι περιττή ἡ λεπτομερής ἀναφορά ἐδῶ.[38]
Καλῶς, λοιπόν, καί ἐκκλησολογικά ὀρθά χρησιμοποιεῖ καί ὁ Άρχιεπίσκοπος Κρήτης Εὐγένιος Α΄ γιά τήν Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία τόν χαρακτηρισμό Ἐκκλησία, καί τίς δύο Ἐκκλησίες μας ἀδελφές Ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖες ὅμως εὑρίσκονται ἀκόμα δυστυχῶς ἐν διαστάσει καί ἀκοινωνησία.
60 χρόνια μετά παραμένει ἡ φωνή αὐτή τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κρήτης Εὐγενίου Α΄ ἐπίκαιρη ὅσο ποτέ καί ἀποτελεῖ παράδειγμα πρός μίμηση καί σήμερα, ἀλλά καί ἔντονη προτροπή πρός διόρθωση καί ἀποκατάσταση τῶν ἀνιστόρητων νεωτερισμῶν προκαταλήψεως καί πολεμικῆς ἀπό ὑπερορθόδοξους ζηλωτές οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν, ἐξελίξεις, τίς ὁποῖες δυστυχῶς ἐζήσαμε καί ἀντιμετωπίσαμε καί κατά τήν διάρκεια τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στήν Ὀρθόδοξο Ἀκαδημία Κρήτης τόν Ἰούνιο τοῦ 2016. Καί ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τό 2016 ἀναγνωρίζει τίς ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες ὡς Ἐκκλησίες μέ τήν διατύπωση στό σχετικό κείμενο, ὅτι „ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποδέχεται τήν ἱστορικήν ὀνομασίαν τῶν μή εὑρισκομένων ἐν κοινωνίᾳ μετ’ αὐτῆς ἄλλων ἑτεροδόξων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν». Ἡ ἱκανοποίηση ὁρισμένων, ὅτι ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης ἀντί τοῦ ὅρου «τήν ἱστορικήν ὕπαρξιν» ἐχρησιμοποίησε «τήν «ἱστορικήν ὀνομασίαν» τῶν ἑτεροδόξων Ἐκκλησιῶν, πρέπει νά θεωρηθεῖ ὡς ἐπιφανειακή, διότι ἐάν δέν ὑπάρχει κάτι, δέν εἶναι δυνατόν νά ὀνομασθεῖ. Πρῶτα εἶναι ἡ ὕπαρξη καί μετά δίδεται καί ἡ ὀνομασία καί στήν Δημιουργία τοῦ Θεοῦ.
Καί ἡ Ἐκκλησία Κρήτης καί ὅλοι οἱ Ἀρχιερεῖς της ἔδειξαν τότε κατά τήν διάρκεια τῆς Συνόδου στίς Μητροπόλεις των ἐμπράκτως ὅτι ἀκολουθοῦν τά βήματα τοῦ μακαριστοῦ ἐκείνου Μητροπολίτου καί μετέπειτα Ἀρχιεπισκόπου Κρήτης Εὐγενίου τοῦ Α΄. Συγκεκριμένα καί ἀπό προσωπική πεῖρα, διότι ἤμουν ὁ ἐπίσημος συνοδός, κατ’ ἐντολήν τῆς Συνόδου, τῶν Παρατηρητῶν ἀπό τίς μή ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες καί τούς Οἰκουμενικούς Ὀργανισμούς ὅλη τήν διάρκεια τῆς Συνόδου, μπορῶ νά διαβεβαιώσω τήν ἐγκάρδια καί ἀδελφική ὑποδοχή καί τήν ἁβραμιαία φιλοξενία τῶν Παρατηρητῶν αὐτῶν σέ ὅλες τίς Μητροπόλεις τῆς Κρήτης.
Αἰσιοδοξία καί ἐλπίδες καταλλαγῆς καί ἑνότητος στήν Μία Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καί κατά τόν Ἀρχιεπίσκοπον Κρήτης Εὐγένιον Α΄
Πλήρης αἰσιοδοξίας καί ἐλπίδος εἶναι ἡ ὁμιλία τοῦ Μητροπολίτου Κρήτης Εὐγενίου Α΄στόν ἱ. Ναό τοῦ Ἁγίου Τίτου: «᾿Αλλὰ, ἐὰν εἶναι ἀναντίρρητον γεγονός, ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ φέρει σήμερον τὴν θλιβερὰν κληρονομίαν τοῦ διαμελισμοῦ, εἶναι ἐπίσης ἀναντίρρητον γεγονός, ὅτι ὑπεράνω τοῦ συμπτωματικοῦ τούτου διαμελισμοῦ τῆς Ἐκκλησίας ὑπάρχει ἀδιαίρετον, ἑνιαῖον καὶ ἀμέριστον τὸ πνεῦμα τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ ἑνὸς Χριστιανισμοῦ καὶ ὅτι καταβάλλονται σήμερον θεάρεστοι προσπάθειαι ἀπὸ μέρους Ὀρθοδόξων καὶ Ρωμαιοκαθολικῶν καὶ τῶν Χριστιανῶν τῆς διαμαρτυρήσεως, ἡγουμένων τῆς Α. Θειοτάτης Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ᾿Αθηναγόρου τοῦ Α΄ καὶ τῆς Α. Αγιότητος τοῦ Πάπα Παύλου τοῦ ΣΤ΄ καὶ τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν διὰ τὴν ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν ἐν τῷ πνεύματι τοῦ Χριστοῦ, ὅπερ ἀγάπη ἐστίν. ᾿Αναμφιβόλως σήμερον οἱ Χριστιανοὶ ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ εὑρισκόμεθα ἐγγύτερον ἀλλήλων καὶ αἱ Ἐκκλησίαι, στενότερον ἡνωμέναι, ἀντιμετωπίζουν ἐν ἀγάπῃ τὰ βασικὰ προβλήματα, τὰ ὁποῖα σχετίζονται μὲ τὸ μέλλον τῆς ἀνθρωπότητος, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ ἰδικόν των μέλλον, μὲ αὐτὴν τὴν ἐπιβίωσιν αὐτῶν καὶ ἐπιζητοῦν τὴν λύσιν αὐτῶν ἐν τῷ πνεύματι τῶν ἀκαταλύτων ἀρχῶν τῆς ἀγάπης καὶ τῆς δικαιοσύνης.»[39] Πολύ ἐπίκαιρα ὅλα, 60 χρόνια μετά!
Ἡ «ναυαρχίδα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου» ἡ Ἐκκλησία τῆς Κρήτης ἀπ’ἄκρου εἰς ἄκρον, ἔχει ἤδη προσφέρει πολλά στήν ὑπηρεσία αὐτή, ἀλλά καί θά συνεχίσει χωρίς περισπασμούς νά ὑπηρετεῖ δυναμικώτερα τήν Ἐκκλησία ὡς γέφυρα μεταξύ Ἀνατολῆς καί Δύσεως στό θεάρεστο ἔργο τῆς καταλλαγῆς, τῆς ἑνότητος καί τῆς ἐπαναβιώσεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας. Γιά τήν ἐπιβίωση τοῦ Χριστιανισμοῦ στόν κόσμο δέν ὑπάρχει ἐναλλακτική πρόταση παρά μόνο ἡ πραγματοποίηση τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, «ἵνα πάντες ἕν ὦσιν».
Μέ τό Ἰωβηλαῖο, σήμερα 60 χρόνια μετά τήν ἐπανακομιδή τῆς τιμίας Κάρας τοῦ Ἁγίου Τίτου, μέ τήν σημαντική αὐτή πρωτοβουλία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης, πρωτοστατοῦντος τοῦ νῦν Ἀρχιεπισκόπου Κρήτης Εὐγενίου Β΄ ξαναζωντανεύουν τό πνεῦμα καί οἱ ἐλπίδες τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Εὐγενίου Α΄.
Τό Ἰωβηλαῖο αὐτό μνήμης καί τιμῆς συμπορεύεται καί ἐνισχύει ὅλες τίς καταβαλλόμενες προσπάθειες γιά τήν ἀναβίωση τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος καί κοινωνίας τῶν Ἐκκλησιῶν, ἡγουμένου τοῦ Σεπτοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριαρχείου μέ πηδαλιοῦχο καί πρωτεργάτη τον Παναγιώτατο Οἰκουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαῖο.
Ὁ ἑσπερινός τῆς Πεντηκοστῆς ἀρχές Ὀκτωβρίου 1971 στήν ἱερά Μονή Ἐπανωσήφη
Μία προσωπική ἀλησμόνητη ἐμπειρία
Στό πλαίσιο τῆς διδασκαλίας μου Ὀρθοδόξου Θεολογίας στήν Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Graz Αὐστρίας ἀπό τό 1970 διωργάνωνα καί ἐπιμορφωτικές ἐπισκέψεις στήν Ὀρθόδοξο Ἀκαδημία Κρήτης γιά νά γνωρίσουν καθηγητές καί φοιτητές τῆς Σχολῆς μας ἀπό τό Graz ἐπιτοπίως τήν Ἐκκλησία μας μέ τό πρόγραμμα «Ζῶσα Ὀρθοδοξία» μέ σημαντικά ἀποτελέσματα. Ἄρχισα τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1971 (27 Σεπτεμβρίου – 2 Ὀκτωβρίου). Ἐπισκεφθήκαμε καί τήν Ἀρχιεπισκοπή Κρήτης, ὅπου μᾶς φιλοξένησε ἐγκάρδια καί ἀβραμιαῖα ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης Εὐγένιος ὁ Α΄. Μᾶς ἐκάλεσε καί ἐπισκεφθήκαμε, καθηγητές καί φοιτητές, καί τήν ἱερά Μονή Ἐπανωσήφη. Μεταξύ ἄλλων συμμετείχαμε καί στόν Ἐσπερινό στόν ἱ. Ναό τῆς Μονῆς, συμπροσευχομένου καί τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Εὐγενίου Α’. Ξαφνικά τήν ὥρα ἐκείνη τῆς ἀκολουθίας δέν γνώριζα ἐάν ἀκούω καλά, ἐάν ὀνειρεὐομαι…. Ἀναγνωρίζω τά τροπάρια τοῦ πανηγυρικοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς Πεντηκοστῆς, «Παράδοξα σήμερον….» Καί διερωτήθηκα: ὁ ἑσπερινός τῆς Πεντηκοστῆς; τώρα;
Μετά τόν ἑσπερινό ἐρώτησα τόν Ἀρχιεπίσκοπο: Σεβασμιώτατε, ἄκουσα σωστά; ὁ ἑσπερινός τῆς Πεντηκοστῆς σήμερα, τέλος Σεπτεμβρίου; Ἀρχιεπίσκοπος: (Μέ χαμόγελο) Γρηγόριε, ἐγώ τό εἶπα. Μά δέν εἶναι ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό ὅτι μᾶς ἐπισκέπτεται γιά πρώτη φορά Ρωμαιοκαθολική Θεολογική Σχολή;
Αἰωνία του ἡ μνήμη!
[1] Ἀπόστολος Τίτος, Ἀναμνηστικό τεῦχος, 1966, 5.
[2] Ἀπόστολος Τίτος, Ἀναμνηστικό τεῦχος, 13.
[3] Εὐγένιος Ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης, Ὑγιαίνουσα διδασκαλία, 53.
[4] Ἀπόστολος Τίτος, Ἀναμνηστικό τεῦχος, 43.
[5] Ἀπόστολος Τίτος, Ἀναμνηστικό τεῦχος, 20.
[6] Ἀπόστολος Τίτος, Ἀναμνηστικό τεῦχος, 11.
[7] Ἀπόστολος Τίτος, Ἀναμνηστικό τεῦχος, 14.
[8] Ἀπόστολος Τίτος, Ἀναμνηστικό τεῦχος, 41.
[9] Ἀπόστολος Τίτος, Ἀναμνηστικό τεῦχος, 33.
[10] Ἀπόστολος Τίτος, Ἀναμνηστικό τεῦχος, 5.
[11] Ἀπόστολος Τίτος, Ἀναμνηστικό τεῦχος, 10, 13 καί ἀλλοῦ.
[12] Ἀπόστολος Τίτος, Ἀναμνηστικό τεῦχος, 14.
[13] Ἀπόστολος Τίτος, Ἀναμνηστικό τεῦχος, 19.
[14] Ἀπόστολος Τίτος, Ἀναμνηστικό τεῦχος, 25. Τό ἴδιο τήν χαρακτηρίζει καί στήν ὁμιλία του στόν ἱ. Ναό τοῦ Ἁγίου Τίτου: «ἡ σεβασμία Ἐκκλησία Βενετίας» Ὅπ.παρ. σ. 56.
[15] Ἀπόστολος Τίτος, Ἀναμνηστικό τεῦχος, 27.
[16] Ἀπόστολος Τίτος, Ἀναμνηστικό τεῦχος, 33.
[17] Ἡ Α. Θειοτάτη Παναγιότης ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ᾿Αθηναγόρας ὁ Α΄ καὶ ἡ Α. Αγιότης ὁ Πάπας Ρώμης Παῦλος ὁ ς΄ συνέβαλον εἰς τοῦτο ὡς συνεργοὶ Θεοῦ διὰ τὴν ποθητὴν ἑνότητα τῶν δύο ἀδελφῶν Ἐκκκλησιῶν. 54. «τῆς σεβασμίας Ἐκκλησίας τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης», αὐτόθι.
[18]Ἀπόστολος Τίτος, Ἀναμνηστικό τεῦχος, 55.
[19] Ἀπόστολος Τίτος, Ἀναμνηστικό τεῦχος, 56.
[20] Ἀπόστολος Τίτος, Ἀναμνηστικό τεῦχος, 58.
[21] Εὐγένιος Ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης ὑγιαίνουσα διδασκαλία, ἔκδ. προνοίᾳ Σεβ. Μητροπολίτου Πέτρας Νεκταρίου καί ἐπιμελείᾳ Ἀρχιμ. Εὐγενίου Αντωνοπούλου, (νῦν Ἀρχιεπισκόπου Κρήτης ὡς Εὐγένιος ὁ Β΄) Νεάπολις 1998, 49.
[22] Εὐγένιος Ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης ὑγιαίνουσα διδασκαλία, 49ἑξ.
[23] Εὐγένιος Ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης ὑγιαίνουσα διδασκαλία, ἐκδ. προνοίᾳ Σεβ. Μητροπολίτου Πέτρας Νεκταρίου καί ἐπιμελείᾳ Ἀρχιμ. Εὐγενίου Αντωνοπούλου, (νῦν Ἀρχιεπισκόπου Κρήτης ὡς Εὐγένιος ὁ Β΄) Νεάπολις 1998, 51.
[24] Εὐγένιος Ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης ὑγιαίνουσα διδασκαλία, 53ἑξ.
[25] Εὐγένιος Ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης ὑγιαίνουσα διδασκαλία, 61.
[26] Ἀπόστολος Τίτος, Ἀναμνηστικό τεῦχος, 59 ἑξ.
[27] PG 120, 796-816.
[28] Πρβλ. Γρηγορίου Λαρεντζάκη, Ἐγινε το 1054 το “Μέγα Σχίσμα” των Εκκλησιών Ανατολής και Δύσεως; Ὁ Πατριάρχης Ἀντιοχείας Πέτρος ὁ Γ΄ ἀπαντᾶ στόν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ Κηρουλάριο: «Σύνελθε τοῖς πράγμασιν» «Ἀδελφοί γάρ καί ἡμῶν οὗτοι».Τά γεγονότα τότε καί οἱ δυνατότητες σήμερα τῶν διαδόχων Ρώμης Λέοντος ΙΔ΄ καί Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου Α΄ στόhttps://fosfanariou.gr/index.php/2025/10/09/arthro-kathigiti-grigori-larentzaki-gia-sxisma/
[29] Νεκταρίου Κεφαλᾶ, Μελέτη ἱστορική περί τῶν αἰτίων τοῦ σχίσματος, τ. Β΄, 33, 34, 79ἑξ.
[30] Βασιλείου Στεφανίδου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία ἀπ’ἀρχῆς μέχρι σήμερον, Athen 1948, 348ἑξ.
[31] Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ἔργα Ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, ΕΠΕ 54,485
[32] Νεκταρίου Κεφαλᾶ, Περί ἀνεξιθρησκεἰας, ἔκδ. Νεκτ. Παναγοπούλου, Ἀθῆναι 2000, 70 καί 73.
[33] Νεκταρίου Κεφαλᾶ, Μελέτη ἱστορική περί τῶν αἰτίων τοῦ σχίσματος, περί τῶν λόγων τῆς διαιωνίσεως αὐτοῦ καί περί τοῦ δυνατοῦ ἤ ἀδυνάτου τῆς Ἑνώσεως τῶν δύο Ἐκκλησιῶν, τῆς Ἀνατολικῆς καί Δυτικῆς, τόμος Β΄, Athen 1912, Πρόλογος.
[34] Συροπούλου, Ἀπομνημονεύματα VI, 27. Ἐκδ. V. Laurent, Les „memoires“ du Grand Ecclesiastique de l’ Église de Constantinople Sylvestre Syropoulos sur le concile de Florence (1438-1439), Vol. IX (Concilium Florentinum documenta et Scriptores-Editum Consilio et Impensis Pontificii Instituti Orientalium Studiorum, Series B), Rom 1971, 326. Πρβλ. Γρηγορίου Λαρεντζάκη, Ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός καί ἡ ἑνότητα τῶν Ἐκκλησιῶν Ἀνατολῆς καί Δύσεως, Κατερίνη 1999, 59. Κυρίλλου ἐπισκόπου Ἀβύδου, νῦν Μητροπολίτου Κρήνης, Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Κρήτης. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί οἱ ἑτερόδοξοι, Κωνσταντινοὐπολις 2020, 35ἑξ.
[35] Συροπούλου, Ἀπομνημονεύματα, VIII, 6, 394.
[36] Μάρκου Εὐγενικοῦ, Τῷ μακαριωτάτῳ πάπᾳ τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης, Μάρκος ἐπίσκοπος τῆς ἐν Ἐφέσῳ τῶν πιστῶν παροικίας, ἐν: SFÂNTUL MARCU EVGHENICUL, Ὁ Ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικός, OPERE Τά εὑρισκόμενα ἅπαντα, Vol. I, Precuvantâre de P.S. Lucian, Episcopul Caransebeşuluiu…Coordinator: Cristian Chivu, Editura Pateres 2009, 197ἑξ.
[37] Μάρκου Εὐγενικοῦ, Τῷ μακαριωτάτῳ πάπᾳ τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης, Ὅπ. παρ.
[38] Πρβλ. καί τήν ἀναφορά τοῦ Θεοδώρου Ξ. Γιάγκου, Πτυχές πού ἀποσιωπήθηκαν στόν δημόσιο διάλογο περί τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, 9. Ἐκεῖ ἀναφορές σέ περισσότερες πηγές ἁγίων καί Συνόδων.
[39] Ἀπόστολος Τίτος, Ἀναμνηστικό τεῦχος, 57.
