«Mέ ἄφατο τρόπο τό ἄπειρο περιορίζεται,
ἐνῶ τό πεπερασμένο ἐκτείνεται στό μέτρο τοῦ ἀπείρου»
ἅγιος Μάξιμος Ὁμολογητής
π. Φιλοθέου Χρ. Δέδε
Ως γνωστόν, από τις επτά Οικουμενικές Συνόδους οι μεν δύο πρώτες ασχολήθηκαν με το Τριαδικό δόγμα· οι δε υπόλοιπες πέντε με το δόγμα της Σαρκώσεως του δευτέρου Προσώπου της Αγίας Τριάδος.
Η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος της Εφέσου (431) διατύπωσε επισήμως ότι η Παρθένος Μαρία είναι Θεοτόκος, η μητέρα του Θεού. Η συγκεκριμένη διατύπωση δεν αφορά κυρίως το πρόσωπο της Παρθένου, αλλά τον ίδιο τον Χριστό. Ο Θεός γεννήθηκε. Η Παρθένος είναι Μητέρα όχι ενός ανθρωπίνου προσώπου, ενωμένου με το θείο πρόσωπο του Λόγου, αλλά ενός μοναδικού, αχώριστου προσώπου, που είναι ο Ίδιος, ο προϋπάρχων Θεός, ο Υιός του Πατρός και καινός άνθρωπος.
Η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος της Χαλκηδόνας (451) διακήρυξε ότι υπάρχουν μέσα στον Ιησού Χριστό δύο φύσεις. Η μία είναι η θεία και η άλλη η ανθρώπινη. Κατά τη θεϊκή φύση, ο Χριστός είναι ομοούσιος με τον Θεό Πατέρα, σύμφωνα δε με την ανθρώπινη φύση Του είναι και ομοούσιος με εμάς τους ανθρώπους. Είναι δηλαδή, σύμφωνα με τη θεϊκή του φύση, πλήρης και τέλειος Θεός, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ο μοναδικός μονογενής και αιώνιος Υιός του αιωνίου Πατρός, ο οποίος γεννήθηκε από τον Πατέρα προ πάντων των αιώνων. Κατά δε την ανθρώπινη φύση του είναι πλήρης και ο μόνος τέλειος άνθρωπος, ο οποίος δεν φέρει εντός του την φύτρα της φθοράς και του θανάτου. Γεννήθηκε στη Βηθλεέμ ως ένα ανθρώπινο βρέφος από την Παρθένο Μαρία. Δεν έχει απλώς ένα ανθρώπινο σώμα, όπως το δικό μας, αλλά είναι ο έμψυχος Λόγος του Πατρός, το μοναδικό έλλογο όν. Ο Σαρκωθείς Μονογενής Υιός του Πατρός γνωρίζεται, πλέον και του λοιπού, σε δύο φύσεις σε ένα μόνο πρόσωπο, με τρόπο ασύγχυτο, αμετάβλητο, αδιαίρετο, ἀχώριστο («ἐν δύο φύσεσιν ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως, ἀχωρίστως γνωριζόμενον»). Ο Υιός δεν υπάρχει εκ δύο φύσεων, οι οποίες συνυπάρχουν στο ίδιο πρόσωπο της Θεότητας του Υιού.
Η Ε΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος στὴν Κωνσταντινούπολη (553), αναπτύσσοντας ό,τι είχε διακηρυχθεί από την Γ΄, διευκρίνισε και δίδαξε ότι ένας από την Αγία Τριάδα έπαθε ως προς την σάρκα. Όπως ακριβώς πιστεύουμε ότι ο Θεός-Υιός μόνο σαρκώθηκε, έτσι και ολοκληρωμένα πιστεύουμε ότι ο Θεός-Υιός πέθανε κατά την ανθρωπότητα, επειδή Εκείνος το θέλησε. Διευκρινίζουμε όμως ότι γεννήθηκε και πέθανε όσον αφορά την ανθρώπινη φύση Του. Ο Υιός, κατά τη Θεότητά Του, δεν υπόκειται ούτε σε γέννηση ούτε σε θάνατο. Όλα όμως αυτά τα υπομένει ως ο σαρκωθείς Λόγος και επαναλαμβάνουμε ότι τα υποφέρει επειδή ο Ίδιος θέλησε, ελεύθερα και πέρα από κάθε αναγκαιότητα.
Η Στ΄ Οικουμενική Σύνοδος στὴν Κωνσταντινούπολη (680-681), έχοντας παραλάβει την διακηρυγμένη πίστη της Δ΄, βεβαίωσε ότι, όπως ακριβώς υπάρχουν μέσα στον Χριστό δύο φύσεις, η θεία και η ανθρώπινη, έτσι υπάρχουν και λειτουργούν στον Χριστό όχι μόνον η θεία, αλλά και μια ανθρώπινη θέληση. Αν ο Χριστός δεν είχε και ανθρώπινη θέληση σαν τη δική μας, δεν θα ήταν αληθινός άνθρωπος σαν και εμάς. Όμως, παρ’ όλα αυτά, οι δύο αυτές θελήσεις δεν είναι αντίθετες και δεν συγκρούονται μεταξύ τους, επειδή η ανθρώπινη θέλησή Του πάντοτε ελεύθερα συμφωνεί και εκουσίως υποτάσσεται στη θεία.
Η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος στη Νίκαια (787), επισφραγίζει τις τέσσερις προηγούμενες και διακηρύσσει ότι, εφ’ όσον ο Χριστός έγινε αληθινός άνθρωπος, είναι εύλογο να απεικονίζουμε το πρόσωπό Του επάνω στις Άγιες Εικόνες. Ο Χριστός είναι ένα και όχι δύο πρόσωπα. Οι εικόνες δεν μας δείχνουν μόνο την ανθρωπότητά Του, διαχωρίζοντάς τη από την θεότητά Του, αλλά το ένα πρόσωπο του αιώνιου Λόγου του Πατρός, το οποίο σαρκώθηκε.
Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι υπάρχει μία αντίθεση αφ’ ενός στην τεχνική διατύπωση του Τριαδικού δόγματος και αφ’ ετέρου της διδασκαλίας σχετικά με την ενσάρκωση, η οποία διευκρινίζεται στους δογματικούς όρους των πέντε Συνόδων στις οποίες αναφερθήκαμε, όσον αφορά το μυστήριο της σαρκώσεως του Υιού. Στην περίπτωση της διδασκαλίας περί της Αγίας Τριάδος, βεβαιώνεται η ενότητα των τριών προσώπων, στην κοινή ουσία η φύση τους και στη μόνη θέληση η ενέργειά τους. Στην περίπτωση του σαρκωμένου Υιού αντιθέτως, οι δύο φύσεις, θεία και ανθρώπινη, είναι ενωμένες στο ένα θείο πρόσωπό Του. Αυτό το ένα πρόσωπο του Χριστού έχει επίσης δύο θελήσεις και ενέργειες, αντίστοιχες των δύο φύσεών του, οι οποίες δεν καταστρέφουν την ενότητα του προσώπου Του, όπως προσγράφεται στην Καινή Διαθήκη. Το ίδιο προσωπικό υποκείμενο, ο Υιός του Πατρός, το οποίο έχει σαρκωθεί, έχει εισέλθει στην ιστορία. Τα δόγματα στην Εκκλησία δεν είναι επινοήσεις αδιαμφισβήτητου κύρους, τα οποία αφιλάνθρωπα επιβάλλονται πέρα από κάθε λογική ακολουθία και έξω από όποια δυνατότητα ερμηνευτικής προσέγγισης και κατανόησης. Είναι αντίθετα η παράκληση του Υιού προς τον Πατέρα: «Θα παρακαλέσω τον Πατέρα και θα σας δώσει έναν άλλο βοηθό για να είναι μαζί σας πάντα, το Πνεύμα της αληθείας […]. Δεν θα σας αφήσω ορφανούς […] αλλά το Πνεύμα το Άγιο, ο Παράκλητος που θα στείλει ο Πατέρας στο όνομά μου, εκείνος θα σας διδάξει τα πάντα και θα φέρει στην μνήμη σας όλα όσα σας έχω πει εγώ» (Ἰω., κεφ. 14). Τα δόγματα είναι η μνήμη της Εκκλησίας, η άρνηση της λήθης, η αλήθεια του Υιού, ο Οποίος μας γνώρισε τον Πατέρα και την οποία διασώζει ο Παράκλητος στη σύναξη της Εκκλησίας, μέσω των Συνόδων της, κρατώντας την αλήθεια του Χριστού ανόθευτη.
Οι Σύνοδοι της Εκκλησίας αρχίζουν με τη φράση: «Ἔδοξε τῶ Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν», κρίθηκε δηλαδή ορθό και έγινε αποδεκτό από το Άγιο Πνεύμα και εμάς. Η Εκκλησία δεν οριοθετεί την αλήθεια· μία τέτοια ενέργεια θα είχε τη σημασία ενός περιορισμού εντός των ορίων του κτιστού-πεπερασμένου και θα δήλωνε άρνηση της αληθείας. Αποφεύγοντας αυτόν τον ενδοϊστορικό πειρασμό, η Εκκλησία υπογραμμίζει την αλήθεια, επισημαίνοντας και καταδεικνύοντας τους κινδύνους από την απομάκρυνση και αλλοίωση των νοημάτων των λέξεων και των σχημάτων της διδασκαλίας της, προσδίδοντας σε αυτά θετικό πρόσημο. Η μνήμη δεν υφίσταται ως υπόμνηση του παρελθόντος, σαν αναφορά σε γεγονότα τα οποία τελέστηκαν στο παρελθόν και τα οποία ενθυμούμεθα, διακατεχόμενοι από συγκινησιακή φόρτιση στο ιστορικό παρόν. Δεν εδράζεται η μνήμη σε ιερά γεγονότα συναισθηματικής αναφορικότητος. Το γεγονός της σαρκώσεως του Υιού και Λόγου του Πατρός σημαίνει την είσοδο του αιωνίου Θεού στον ιστορικό χρόνο και χώρο.
Αυτό δηλώνει ότι η σάρκωση του προαιώνιου Θεού δεν υπόκειται στη φθορά του χρόνου, αλλά παραμένει αιώνιο παρόν, προσδίδοντας έκταση αιωνιότητος στον πεπερασμένο χρόνο. Ελευθερώνει από την ιστορική φθορά στην αιώνια ωριμότητα της Βασιλείας, ενώνει το νῦν, το τώρα, στην απειρογραμμή του ἀεί, του πάντοτε. Μετά την είσοδο του Χριστού στην ιστορία κανένα ιστορικό γεγονός δεν είναι νέο. Δεν καταργείται η ιστορία, αλλά εκτείνεται ελεύθερη από τους περιορισμούς της φυσικής και φθαρτής νομοτέλειας, απελεύθερη στους ρυθμούς της υπέρβασης των νόμων της φθοράς.
Η Γέννηση του Χριστού παραμένει ένα συνεχές τώρα και πάντοτε. Έτσι βιώνεται ο λειτουργικός και πάντοτε ενεστωτικός χρόνος στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, στο οποίο συγκροτείται η ενότητα της Εκκλησίας. Η σάρκωση του θείου Λόγου δεν είναι μόνον ένα ιστορικό γεγονός, αλλά γεγονός πάντοτε νέο στο τώρα, το οποίο λυτρώνει την ιστορία. Καμία ενέργεια του Θεού δεν φθείρεται στην ιστορία· παραμένει ενεργή σε κάθε στιγμή της, ζωντανή όπως και τότε που τελέστηκε, πέρα από κάθε όριο, πάνω από κάθε περιορισμό της φύσεως. Αν δεν συνέβαινε αυτό, τότε ο Χριστός θα ήταν απλώς ένας προφήτης ή διδάσκαλος της ηθικής. Δεν θα ήταν ο Λυτρωτής του κόσμου.
Ο Χριστός είναι ο Σωτήρας μας, γιατί είναι τέλειος Θεός και γεννήθηκε επίσης τέλειος άνθρωπος για να αναλάβει τις ανάγκες μας, ώστε εμείς να μετέχουμε σε αυτά που Εκείνος έχει κάνει για εμάς. Αν η ανθρωπότητα του Χριστού δεν ήταν τέλεια, δεν θα μπορούσε να ήταν ο Σωτήρας μας. Ανάμεσα σε δύο ίδια δεν μπορεί να προκύψει παρά η επανάληψη του ιδίου. Ο Χριστός έγινε όμοιος με εμάς, τέλειος άνθρωπος, που σημαίνει ότι δεν φέρει μέσα στην ανθρώπινη φύση του τη φθορά και την έσχατη απόληξη στον θάνατο. Το άθροισμα δύο ίσων προσθέτει πυκνότητα στην ατέλεια της φυσικής νομοτέλειας, την εγκλωβίζει στο αδιέξοδο της φθαρτής και θνησιγενούς περατότητος. Αν και ο Σωτήρας μας πέθανε πραγματικά επάνω στο Σταυρό, δεν πέθανε γιατί δεν μπορούσε να μην πεθάνει, αλλά γιατί ο Ίδιος θέλησε να πεθάνει, καταργώντας με τον θάνατό Του τον δικό μας θάνατο. Ένας τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος μπορούσε να αναλάβει την διάρρηξη των δεσμών του θανάτου μας εκουσίως. Γι’ αυτό Τον υμνούμε· επειδή με τον δικό Του θάνατο κατήργησε τον δικό μας θάνατο. Ο Χριστός, κατά την αλήθεια της Εκκλησίας των Συνόδων, τις οποίες το Άγιο Πνεύμα καθοδήγησε, δεν είναι το άθροισμα δύο ημιθέων, αλλά Θεός απερίγραπτος και ανέκφραστος, τέλειος Θεός και η ευδοκία του Πατρός, ήτοι τέλειος άνθρωπος. Το πρόσωπο του Ιησού Χριστού είναι η οδός για εμάς προς τη Βασιλεία του Πατρός· μας φανερώνει τι είναι ο Θεός. «Κανείς ποτέ δεν είδε τον Θεό. Ο μονογενής υιός που υπάρχει στους κόσμους του πατέρα, εκείνος τον αποκάλυψε» (Ἰω. 1, 18). Ο Ιησούς Χριστός είναι ο εσχατολογικός άνθρωπος, Αυτός που με την χάρη του Αγίου Πνεύματος μπόρεσε και νίκησε τον θάνατο. Έγινε αυτό που εμείς στο τέλος, στα έσχατα, με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, ενωμένοι στο Άγιο Σώμα του Χριστού, πρόκειται κατά μετοχή να γίνουμε. Μας αποκαλύπτει τον πραγματικό χαρακτήρα της ανθρώπινης προσωπικότητάς μας. Ο Χριστός του Θεού Πατρός, είναι ο τέλειος άνθρωπος· γι’ αυτό και απαντά στα ερωτήματά μας: Ποιος είναι ο Θεός και ποιος είναι ο άνθρωπος; Η επιγραμματική φράση του Αγίου Λέοντος του Μεγάλου (401-461), στον περίφημο Τόμο του Λέοντος που καθόρισε την πίστη, ότι ο Ιησούς Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, αναφέρει για το Χριστολογικό δόγμα: “totus in suis, totus in nostris”, δηλαδή τέλειος σε ό,τι είναι δικό του, τέλειος σε ό,τι είναι δικό μας.
Αυτήν την αληθή διδασκαλία μας παρέδωσαν οι Πατέρες της Εκκλησίας μέσω των Οικουμενικών Συνόδων, ερμηνεύοντας με την πνοή του Αγίου Πνεύματος τη σάρκωση του Σωτήρα μας Ιησού Χριστού. Ο δημιουργημένος ιστορικός χρόνος δεν αναιρείται· αντιθέτως, καταφάσκεται, διανοίγεται όμως με άφατο τρόπο από την κτιστότητα υποδεχόμενος τον αιώνιο Θεό. Τότε ο χρόνος μυστηριακά επεκτείνεται προς Αυτόν που εισήλθε στην ιστορία. Στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, όπου συγκροτείται και συνέχεται η Εκκλησία, ο Υιός γεννάται και εν ταυτώ τα δόγματα σημαίνονται λειτουργικά και δοξολογικά, αδιάφθορα και ενεστώτα. Στο πρόσωπο του Υιού του Πατρός ενώνεται και η φύση του Υιού του ανθρώπου. Ο εν σαρκί παραγενόμενος Θεός γίνεται προσδεχόμενος και διαδιδόμενος ως τροφή στην πείνα του ανθρώπου για πληρότητα ζωής.
