25.9 C
Athens
Πέμπτη, 4 Ιουνίου, 2026

Μητροπολίτης Λαρίσης Αμβρόσιος Κασσάρας (1900-1910)

Του Χάρη Ανδρεόπουλου*

Στις 17 Σεπτεμβρίου 1896 εκοιμήθη σε ηλικία 70 ετών (1826-1896) ο (από Σερρών, Kωνσταντινουπολίτης) Μητροπολίτης Λαρίσης και Φαναριοφερσάλων Νεόφυτος Γ’ Πετρίδης ο οποίος εποίμανε την Ιερά Μητρόπολη Λαρίσης επί 21 και πλέον χρόνια, απ΄ το 1875 έως το 1896, (διαδεχθείς τον Ιωακείμ Κρουσουλούδη, μετέπειτα Οικουμενικό Πατριάρχη, ως Ιωακείμ Δ΄, 1884-1886). Είχε ευτυχήσει να δει την απελευθέρωση της πόλεως και να υποδεχθεί στη Λάρισα, στις 31 Αυγούστου 1881, τα Ελληνικά Στρατεύματα υπό τον Στρατηγό Σκαρλάτο Σούτσο, να τα ευλογήσει, να προστεί της ευχαριστηρίου δοξολογίας στον μητροπολιτικό ναό και να αναρτήσει την γαλανόλευκη στον Αγιο Αχίλλιο.

Μετά από τέσσερα χρόνια (και ενώ είχε μεσολαβήσει το 1897 – το «Μαύρο 97» – όταν ο ελληνικός στρατός έχοντας επικεφαλής τον Διάδοχο Κωνσταντίνο [μετέπειτα Βασιλέα Κων/νο Α’] υπέστη ταπεινωτική ήττα σε Τύρναβο και Φάρσαλα από τους Τούρκους), τον Φεβρουάριο του 1900 τον κενό θρόνο της Λαρίσης καταλαμβάνει, δια μεταθέσεως, από τα Αμπελάκια ο Επίσκοπος Πλαταμώνος Αμβρόσιος Κασσάρας. Όλα αυτά συμβαίνουν επί αρχιεπισκοπείας Προκοπίου Β΄ (Οικονομίδου)[1] στη διάρκεια της οποίας και συγκεκριμένα το καλοκαίρι 1897 η Εκκλησία συνταράσσεται απ΄ τα γεγονότα των «Ευαγγελικών» όταν το εκείνο καλοκαίρι η βασίλισσα Όλγα πήρε την πρωτοβουλία μετάφρασης/απόδοσης του κειμένου της Αγίας Γραφής στην καθομιλουμένη.  Αυτά τα δύο δραματικά έως τραγικά γεγονότα του 1987 (η ήττα με θεωρούμενο ως κύριο υπαίτιο τον Διάδοχο Κωνσταντίνο και τα «Ευαγγελικά»)  “σημάδεψαν” εξ αντανακλάσεως την πορεία του Αμβροσίου λόγω της συμμετοχής του στις αντιπαραθέσεις της εποχής. Θα μπορούσε να’  ναι ένας πράος, φιλήσυχος Επίσκοπος και πλήρως σεβαστικός προς την κρατική και εκκλησιαστική ηγεσία, αποστασιοποιημένος από τα ακανθώδη ζητήματα της περιόδου, όπως οι περισσότεροι αρχιερείς της εποχής, και να διατρέξει μια θητεία χωρίς προβλήματα και εντάσεις. Επέλεξε, όμως,  μια άλλη στάση τολμηρή, πεπαρρησιασμένη. Αντέδρασε ως Επίσκοπος της Εκκλησίας και ως Έλληνας πατριώτης και “ύψωσε φωνή” σ΄ ότι ένιωσε ότι πλήγωνε την συνείδησή του – και το “πλήρωσε”.  Με βαρύ τίμημα˙ τη καθαίρεση!  

Ο τότε νεοεκλεγείς (oυσιαστικά μετατεθείς στην Επισκοπή) «Λαρίσης, Πλαταμώνος και Φαρσάλων», τον Φεβρουάριο του 1900 Αμβρόσιος Κασσάρας, ήταν ήταν ήδη ένας δυναμικός ιεράρχης 56 ετών με έντονη προσωπικότητα, μεγαλοπρεπής στην εμφάνιση, μορφωμένος, με βροντώδη φωνή και ισχυρή θέληση. Ήταν γεννημένος το Δεκέμβριο του 1844 στη Κάλυμνο. Στα δεκαεννιά του χρόνια (1863) εισήλθε στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, στα είκοσί του (1864) είχε χειροτονηθεί διάκονος στο Σιναϊτικό Μετόχι, στο Φανάρι της Κωνσταντινουπόλεως στα 1869 απεφοίτησε απ΄ τη Θεολογική και ένα χρόνο αργότερα (1870) χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον συμπατριώτη του – εκ Καλύμνου – Μητροπολίτη Κρήτης Μελέτιο Καβάσιλα, λαβών το οφφίκιο του Αρχιμανδρίτη. Υπηρέτησε στη θέση του Πρωτοσυγκέλλου της Ι.Μ. Θεσσαλονίκης κοντά στη διετία (1874-1875), κατόπιν προσκλήσεως του οικείου Μητροπολίτου και μετέπειτα Οικουμενικού Πατριάρχου Ιωακείμ Γ΄ Δεβετζή ή Δημητριάδη, του “Μεγαλοπρεπούς”) και προ της εκλογής του ως Λαρίσης διετέλεσε Επίσκοπος Ιερισσού και Αγ. Όρους (1875-1877) και Επίσκοπος Πλαταμώνος (1877-1990).

Ο ομιλητής Χάρης Ανδρεόπουλος

Yπήρξε αγωνιστής ιεράρχης και αγνός πατριώτης:

Η  προ Λαρίσης (συνορεύουσα πάντως με τη Λάρισα) επαρχία του, ήτοι η Επισκοπή Πλαταμώνος, βρισκόταν σε αναβρασμό επιδιώκωντας την απελευθέρωσή της, όπως και ολόκληρη η Θεσσαλία. Πήρε μέρος στην επανάσταση του 1878, στην περιοχή της Ραψάνης και μάλιστα είχε πρωταγωνιστικό ρόλο. Όταν πληροφορήθηκε ότι η κατάσταση ήταν δύσκολη για τους μαχόμενους επαναστάτες, ο Αμβρόσιος έσπευσε στην πρώτη γραμμή, ενθαρρύνοντάς τους «Περί την 3 μ.μ. αφίκετο επί του πεδίου της μάχης εν ακμή ευρισκομένης, ο επίσκοπος Πλαταμώνος, εκτεθείς απροσέκτως εις το εχθρικόν πυρ, συνεπεία ειδήσεως ότι, οι επαναστάται περικυκλωθέντες διέτρεχον τον έσχατον κίνδυνον», γράφει ο δημοσιογράφος Μιλτιάδης Σεϊζάνης[2] . Μάλιστα, κατά τη διάρκεια των μαχών ο ίδιος τραυματίστηκε ελαφρά, το κτίριο του Επισκοπείου στη Ραψάνη πυρπολήθηκε και μαζί με τα κτίριο καταστράφηκαν και πολλά προσωπικά του αντικείμενα, όπως η βιβλιοθήκη, τα άμφιά του και ιερά σκεύη. Αναγκάστηκε τότε να εγκατασταθεί προσωρινά στο Λιτόχωρο μέχρι να επισκευαστεί η επισκοπική κατοικία στα Αμπελάκια. Ευρισκόμενος στα Αμπελάκια είχε την ευτυχία (όπως ο προκάτοχός του, Λαρίσης Νεόφυτος Πετρίδης) να υποδεχθεί την 1η Σεπτεμβρίου 1881 τον ελληνικό στρατό, ο οποίος απελευθέρωσε οριστικά από τη δουλεία τη θεσσαλική γη.

Η κόντρα του με το Παλάτι – τα ιστορικά γεγονότα με τη σειρά:

Η αντιπαλότητα του Αμβροσίου με το Παλάτι ξεκινάει από την περίοδο ακόμη του ατυχούς ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897. Τις συνέπειες του πολέμου αυτού τις έζησε από κοντά, μια που ο κενός θρόνος της Λαρίσης τον έφερνε τακτικά στην πόλη μας να χοροστατεί σε πανηγύρεις και σε εορταστικές και κοινωνικές εκδηλώσεις. Ο Αμβρόσιος δεν έπαυε να καταλογίζει δημόσια ευθύνες στον διάδοχο Κωνσταντίνο για την ταπεινωτική ήττα από τους Τούρκους. Η συνεχής αναφορά του Αμβροσίου στα γεγονότα του 1897 έφερνε τον Κωνσταντίνο σε μεγάλη αμηχανία. Επειδή δε η παρουσία της βασιλικής οικογένειας στη Λάρισα την περίοδο εκείνη – πρώτη δεκαετία του 20ού αι. – ήταν συχνή και πολλές φορές πολυήμερη, για να παρακολουθεί από κοντά τα γυμνάσια του ελληνικού στρατού, υπέβοσκε κάποια ψυχρότητα μεταξύ των δύο ανδρών.
Ακολούθησε η ενεργός συμμετοχή του Αμβροσίου στα «Ευαγγελικά» του 1901. Όπως προείπαμε η  βασίλισσα Όλγα[3] είχε την πρωτοβουλία να αναθέσει το 1898 στη γραμματέα της τη μετάφραση (απόδοση στη Δημοτική)  του Ευαγγελίου στην καθομιλούμενη γλώσσα για να είναι κατανοητό το κείμενό του στο ευρύ κοινό. Όμως, όταν υποβλήθηκε το κείμενο αυτό για έγκριση, η Ιερά Σύνοδος, πρωτοστατούντος του Αμβροσίου, το απέρριψε. Έπειτα από κάποιο διάστημα η εφημερίδα «Ακρόπολις» των Αθηνών δημοσίευσε αποσπάσματα άλλης μετάφρασης που έκανε ο Αλέξανδρος Πάλλης σε ακραία δημοτική. Αυτό ερέθισε επί πλέον το θρησκευτικό αίσθημα του κόσμου, ο οποίος τα έβαλε με τη βασίλισσα Όλγα που είχε την πρωτοβουλία και κατ’ επέκταση με το Παλάτι. Ακολούθησαν διαδηλώσεις μπροστά στο Πανεπιστήμιο, όπου πρωτοστάτησαν οι φοιτητές. Οι συγκεντρώσεις αυτές κατέληξαν στις 8 Νοεμβρίου 1901 σε αιματηρές συμπλοκές με έντεκα νεκρούς, εκ των οποίων τρεις ήταν φοιτητές[4].

Έναν μήνα αργότερα, στις 6 Δεκεμβρίου, ο Μητροπολίτης Αμβρόσιος πρωτοστάτησε στην πανήγυρη του ναού του Αγίου Νικολάου στη Λάρισα. Όπως μας διέσωσε ο ”πρύτανης» της λαρισαϊκής δημοσιογραφίας, εκδότης της εβδομαδιαίας εφημερίδας «Μικρά») Θρασύβουλος Μακρής[5] ο Αμβρόσιος «εμνημόνευσε με την στεντορίαν εκείνην φωνήν του και εν αρχή της προσκομίσεως των Τιμίων Δώρων κατά την Μεγάλην Είσοδον, των εν Αθήναις πεσόντων φοιτητών κατά τας διαδραματισθείσας τότε σκηνάς, επί τη απειληθήσει μεταφράσει του ιερού μας Ευαγγελίου εις την σαχλήν μαλλιαρήν γλώσσαν». Το γεγονός αυτό έφθασε μέχρι τους διαδρόμους του Παλατιού και ενόχλησε αφάνταστα τη βασιλική οικογένεια.  

Με το κίνημα του «Στρατιωτικού Συνδέσμου» τον Αύγουστο 1909 στο Γουδί της Αττικής, υπό τον συνταγματάρχη Νικόλαο Ζορμπά, ο Μητροπολίτης Αμβρόσιος στάθηκε αλληλέγγυος. Το κίνημα των Στρατιωτικών στο Γουδί κάλεσε την κυβέρνηση να υιοθετήσει το πρόγραμμα του «Στρατιωτικού Συνδέσμου», που αφορούσε αλλαγές στο στράτευμα , στην εκπαίδευση , τη δικαιοσύνη , την οικονομία, τη διοίκηση. Το κίνημα αυτό ,σε αντίθεση με άλλα κινήματα και πραξικοπήματα κατά την σύγχρονη ελληνική Ιστορία, «απέκτησε ευρεία κοινωνική συναίνεση στην εποχή του, ερμηνεύτηκε από ένα μέρος της ιστοριογραφίας ως «αστική επανάσταση» και οδήγησε σε μια πραγματικά εκσυγχρονιστική περίοδο το ελληνικό κράτος υπό την ηγεσία του Ελευθέριου Βενιζέλου»[6]. Όμως, η συμπαράστασή του αυτή προς τον «Σύνδεσμο»– που εκφράσθηκε και με την παύση της εκ μέρους του μνημονεύσεως της Ιεράς Συνόδου και του Βασιλέως[7]  – τον βρήκε εκτεθειμένο απέναντι τόσο σε πολιτικούς και το παλάτι, όσο και σε εκκλησιαστικούς ιθύνοντες. Και ήταν ένας από τους κύριους λόγους που λίγο αργότερα στοχοποιήθηκε και γι΄ αυτή του την επιλογή[8].

– Λίγους μήνες μετά, το φθινόπωρο του 1909, ο διάδοχος Κωνσταντίνος ήλθε στη Λάρισα για να παρακολουθήσει τα μεγάλα γυμνάσια του Στρατού, όπως έκανε κάθε χρόνο. Στη Θεία Λειτουργία της Κυριακής στον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Αχιλλίου, όπου χοροστατούσε ο Αμβρόσιος, προσήλθε και ο διάδοχος φορώντας καλπάκι[9] γερμανικού τύπου και όχι το συνηθισμένο πηλίκιο των Ελλήνων αξιωματικών. Αυτό εκνεύρισε τον Μητροπολίτη, ο οποίος κατά τη διάρκεια του κηρύγματος βρήκε την ευκαιρία να επιτεθεί κατά του διαδόχου Κωνσταντίνου. Οι χρονικογράφοι της εποχής μας αναφέρουν ότι ο Μητροπολίτης απευθυνόμενος στο εκκλησίασμα που είχε κατακλύσει τον ναό είπε χαρακτηριστικά: «Μου επροξένησε κατάπληξιν η εν τω Ναώ προσέλευσις του Υψηλοτάτου Διαδόχου φέροντος στολήν και κάλυμμα της κεφαλής όχι ελληνικόν. Δεν δύναμαι να γνωρίζω ποίοι λόγοι υπηγόρευσαν την μεταμφίεσίν του, αλλά δεν θέλω να πιστεύω ότι ματαιόδοξος διάθεσις ήγαγε εις την τοιαύτην επίδειξιν του Υψηλοτάτου εις χώρον ιερόν, ως αυτός εις όν ευρίσκεται κατά την παρούσαν ώραν»[10]. Με το ύφος αυτό και με φράσεις περισσότερο αυστηρές συνέχισε την επίθεσή του, γεγονός που ανάγκασε τον Κωνσταντίνο να αποχωρήσει με το επιτελείο του από τον Άγιο Αχίλλιο.

Το περιστατικό αυτό είχε ως αποτέλεσμα να λήξει η ανοχή εκ μέρους του Παλατιού απέναντι στις πράξεις του Αμβροσίου και να περιπέσει σε δυσμένεια. να καταστεί “persona non grata”. Γι’ αυτό αμέσως κατηγορήθηκε στην Ιερά Σύνοδο, με τη βοήθεια ψευδομαρτύρων, για «σιμωνία»[11] και άλλες αξιόποινες εκκλησιαστικά πράξεις, όπως χειροτονίες απολελυμένες ή παρ΄ ενορίαν[12].  Αποτέλεσμα όλων αυτών υπήρξε η αναπάντεχα αυστηρή και κατά την άποψή μας πολύ άδικη, διπλή ποινή τον Ίανουάριο του 1910: πρώτον έκπτωση του Αμβροσίου από την επισκοπική έδρα της Λαρίσης και δεύτερον καθαίρεσή του το 1910 από το επισκοπικό αξίωμα (επάναδος στη τάξη των Πρεσβυτέρων. Θα μπορούσε η ποινή να΄ ταν μέχρι και επαναφορά εις την τάξιν των λαϊκών, αλλά – ευτυχώς – τη γλύτωσε ο Αμβροσιος)

Μετά την καθαίρεσή του ο Αμβρόσιος εγκαταστάθηκε μόνιμα στο ιδιόκτητο κτήμα του, ως σχολάζων κληρικός, στο Συκούριο, όπου από καιρό είχε μετακομίσει από την Κάλυμνο, την ιδιαίτερη πατρίδα του, όλη η οικογένειά του.

 Ένα περίπου χρόνο μετά (1911)  με ειδικό νόμο που ψηφίσθηκε έπειτα από ενέργειες των βουλευτών της Λάρισας Γεωργίου Βλάχου και Δημητρίου Οικονόμου του κόμματος των Φιλελευθέρων (Ελ. Βενιζέλου), του απονεμήθηκε ισόβια μηνιαία οικονομική ενίσχυση.

Το 1917, έπειτα από επίμονες προσπάθειες του διαδόχου του στον θρόνο της Λάρισας και απόφοιτου, όπως και ίδιος, της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, Αρσενίου Αφεντούλη (1914-1935)[13], η Ιερά Σύνοδος – επί αρχιεπισκοπείας Θεοκλήτου Μηνοπούλου – αποφάσισε «….ίνα ο καθαιρεθείς επίσκοπος πρώην Λαρίσης Αμβρόσιος φέρη από τούδε και εις το εξής τιμής ένεκα, τον ψιλόν τίτλον του επισκόπου άνευ ουδενός δικαιώματος κατά νόμον εις τους εν ενεργεία επισκόπους και άνευ του δικαιώματος του ιεροπρακτείν[14]».

Το Πάσχα του 1918 αναπαύθηκε και ο τάφος του διατηρείται μέχρι σήμερα στο προαύλιο του ναού του Αγ. Κωνσταντίνου στο Συκούριο.

Εν συμπεράσματι θα μπορούσαμε να επισημάνουμε για τη περίοδο της 10ετίας της ποιμαντορίας του Αμβροσίου στη Λάρισα (1900-1910), τα εξής:

H διοικούσα Εκκλησία την περίοδο αυτή – μια περίοδο έντονων πολιτικών παθών – πορεύεται ως μέρος ενός συστήματος εξουσίας που την ήθελε υποτελή και συχνά καταδυναστευομένη προκειμένου να εξυπηρετηθούν πολιτικές σκοπιμότητες, δείχνοντας, είν’ αλήθεια, πολλές φορές και η ίδια ανοχή, για να διατηρήσει τα δικά της «κεκτημένα» ως υποτελής μεν, διακριτός δε πόλος εξουσίας. Όλοι όσοι κάθισαν στον αρχιεπισκοπικό θρόνο αλλά και η πλειονότητα των ανώτερων κληρικών, άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο, έπαιξαν ρόλο στα πολιτικά πράγματα, υπηρετώντας συγκεκριμένες παρατάξεις είτε για να εξυπηρετήσουν τις δικές τους προσωπικές φιλοδοξίες, είτε για να προσφέρουν υπηρεσίες στο Κράτος με αντάλλαγμα τη μη αμφισβήτηση της «κυρίαρχης» θέσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας στην ελληνική κοινωνία και τη διατήρηση καθαρά «κοσμικών» εξουσιών της και κατ’ επέκταση των δικών τους.

Η περίπτωση της «παραταξιοποιήσεως» της Εκκλησίας, επί αρχιεπισκοπείας Θεοκλήτου Α΄ (Μηνοπούλου) υπέρ της βασιλικής παρατάξεως,  τόσο με την περίπτωση επιβολής της ποινής της καθαιρέσεως το 1910 του Μητροπολίτη Λαρίσης Αμβρόσιο όσο και με τη συνέργειά της  στο ανάθεμα κατά του Ελ. Βενιζέλου το 1916[15], είναι ενδεικτική της χειραγωγήσεως στην οποία τελούσε η Εκκλησία (όπως συνέβη και το επόμενο διάστημα με την περίπτωση της “παραταξιοποιήσεως” της Εκκλησίας επί Βενιζέλου και Πλαστήρα). Μιας χειραγωγήσεως απότοκης των πολιτειοκρατικών δεσμών, η οποία στερώντας από την Εκκλησία τη δυνατότητα της όποιας παρεκκλίσεως από πολιτικές επιλογές των εκάστοτε κρατούντων της εποχής την εξανάγκαζε να στοιχηθεί σε πολιτικές επιβαλλόμενες άνωθεν.

Ο Αμβρόσιος Κασσάρας, τιμωρήθηκε με τρόπο δυσανάλογα σκληρό και άδικο , σε σχέση με την συνολική προσφορά του στην Εκκλησία , στο Ελληνικό Έθνος και στο λαό της Επισκοπής της Λαρίσης και του Πλαταμώνος. Θα μπορούσε να αντιδράσει δυναμικά, να ξεσηκώσει κόσμο, να βγάλει τους πιστούς στο δρόμο. Αυτό όχι μόνο δεν το έκανε αλλά ούτε και προσπάθησε να εκμεταλλευθεί την πολιτική αστάθεια και την κοινωνική αναταραχή των χρόνων εκείνων, και ταγμένος-  όπως θα μπορούσε κάλλιστα και δικαιωματικά να κάνει – δίπλα στο ανερχόμενο αστέρι του Ελευθερίου Βενιζέλου και του κόμματος των Φιλελευθέρων, θα μπορούσε να ζητήσει και πιθανόν να πετύχει τη δικαίωσή του από την Ιερά Σύνοδο έστω και με πλάγιο τρόπο. Δεν έπραξε τίποτε απ΄ όλα αυτά, αλλά παρέμεινε στο Συκούριο εφησυχάζων και προσευχόμενος. Ως απλός παπάς – γιατί και η επάνοδός του στον επισκοπικό βαθμό το 1917 με στερημένη τη δυνατότητα να ιερουργεί – ούτε κάν μνημόσυνα να τελεί –  δεν τον ανάπαυσε – και μάλλον δεν τον απασχόλησε.

Χρειάστηκε να παρέλθει κάποιος χρόνος μετά το θάνατό του, ώστε ο αδηκημένος αρχιερέας να λάβει τη μεγαλύτερη δικαίωση που μπορούσε να ληφθεί, αναγνωριζόμενος από τη συνείδηση του πιστού ποιμνίου, την Εκκλησία και την πόλη της Λάρισας, ως άξιος ιεράρχης και άνθρωπος. Τον τίμησαν άπαντες οι διάδοχοί του. Άξιζε αυτή η εκδήλωση προς τιμή στη μνήμη του. Ευχαριστούμε τον Μητροπολίτη Λαρίσης κ.κ. Ιερώνυμο και τον Σύνδεσμο Γραμμάτων και Τεχνών Θεσσαλίας που μας έδωσαν την ευκαιρία να πούμε αυτά τα λίγα λόγια για τον μακαριστό Μητροπολίτη πρώην Λαρίσης κυρό Αμβρόσιο Κασσάρα, που καταγράφεται στην εκκλησιαστική ιστορία του 20ου αιώνος ως ένας αγωνιστής ιεράρχης, ένας αγνός πατριώτης, ένας αδικημένος αρχιερέας.

* O Xάρης Ανδρεόπουλος είναι Δρ Εκκλησιασιαστικής Ιστορίας του ΑΠΘ, Διευθυντής του Προτύπου Γενικού Λυκείου Λάρισας.


* Εισήγηση με θέμα για τον μακαριστό Μητροπολίτη πρώην Λαρίσης Αμβρόσιο Κασσάρα που εκφωνήθηκε σε εκδήλωση την οποία διοργάνωσε ο Σύνδεσμος Γραμμάτων και Τεχνών Θεσσαλίας, σε συνεργασία με την Ιερά Μητρόπολη Λαρίσης τη Δευτέρα 11.05.2026 στο «Χατζηγιάννειο» Πνευματικό Κέντρο του δήμου Λαρισαίων. Βλ. σχετ. εφημ. “Ελευθερία” Λαρίσης

[1] Του πρώτου εξ αρχιμανδριτών εκλεγέντος στη θέση του Αρχιεπισκόπου. Ακολούθησαν δύο ίδιες περιπτώσεις (εξ αρχιμανδριτών):  το 1923 με την εκλογή στη Αρχιεπισκοπή του αρχιμ, Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου και το 1967 του αρχιμ. Ιερωνύμου Κοτσώνη.

[2] Βλ. Μιλτιάδης Σεϊζάνης, Η πολιτική της Ελλάδος και η Επανάστασις του 1878 εν Μακεδονία, Ηπείρω και Θεσσαλία, εν Αθήναις 1878, σ. 187.

[3] Καταγομένη εκ του Οίκου των Ρομανώφ και προ του γάμου της με τον Βασιλιά Γεώργιο Α’, δούκισσα της Ρωσίας. Για τη Βασίλισσα Όλγα.το γνωστό Καλλιτεχνικό Σύνολο «Πολύτροπον» (υπεύθυνος: Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος, θεολόγος καθηγητής των «Αρσακείων», σχολεία τα οποία είχε υπό την προστασία της η Όλγα), με αφορμή την επέτειο των 100 χρόνων από τον θάνατό της, στα τέλη Απριλίου, και στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, παρουσίασε ένα ενδιαφέρον αφιέρωμα (βλ. εις ιστολόγιον” “Iδιωτική Οδός” ) με πτυχές από το πλούσιο κοινωνικό, φιλανθρωπικό, εκπαιδευτικό και πολιτιστικό έργο της βασίλισσας Όλγας.

[4] Εξ αιτίας των μεγάλων επεισοδίων που είχαν μέχρι και νεκρούς ο  Αρχιεπίσκοπος Προκόπιος (1896-1901) αναγκάστηκε να παραιτηθεί, όπως και η κυβέρνηση Γεωργίου Θεοτόκη. Τα «Εὐαγγελικά» όμως οδήγησαν και σε κλιμάκωση της έντασης των όχι ιδιαίτερα θερμών σχέσεων της βασίλισσας Όλγας με τη σύζυγο του γιου της, διαδόχου Κωνσταντίνου, τη Σοφία. Η εθνική και δογματική διαφορά που τις χώριζε τροφοδότησε ακόμη έναν εθνικό διχασμό, καθώς η Όλγα, Ρωσίδα μεγάλη δούκισσα, εθεωρείτο εκφραστής των ρωσικών, δηλαδή «σλαβικών», συμφερόντων στην Ελλάδα και η Σοφία, πρώην πριγκίπισσα της Πρωσίας (και πρώην Λουθηρανή που ασπάσθηκε την Ορθοδοξία πριν το γάμο της με τον Κωνσταντίνο), των γερμανικών.

[5] Ο Θρασ. Μακρής ήταν ενορίτης του Αγίου Νικολάου και λόγω καλλιφωνίας συμμετείχε στο αναλόγιο του δεξιού ψάλτη του ναού. Επιπλέον, είχε και την άδεια του Μητροπολίτη να κηρύττει τον θείο λόγο σε  ναούς της Μητροπόλεως.

[6] Κουλούρη Χριστίνα, «1909, Γουδί: Καταλύτης επαναστατικών αλλαγών», Το Βήμα, δημοσίευση, 28/12/2008

[7] Γεγονός που αναμφιβόλως συνιστά κανονική παράβαση εις ότι αφορά τη μη μνημόνευση της Συνόδου και όχι για το Βασιλέα (Γεώργιο Α’ ) που ήταν προτεστάντης (Λουθηρανός)

[8] Αντιθέτως στον  Επίσκοπος Δημητριάδος Γερμανός Μαυρομάτης ο οποίος είχε συνταχθεί κι αυτός και μάλιστα με μεγαλύτερη έμφαση με τον «Στρατιωτικό Σύνδεσμο» επιχειρώντας να δημιουργήσει ερείσματα στον αντιβασιλικό χώρο με απώτερη προοπτική τη διεκδίκηση του αρχιεπισκοπικού θρόνου των Αθηνών, δεν υπεβλήθη ούτε καν επίπληξη, λόγω των ισχυρών πολιτικών του διασυνδέσεων. Βλ. σχετ. Γάτου Χαραλάμπου, «Ο Επίσκοπος Λαρίσης και Πλαταμώνος Αμβρόσιος (Κασσάρας) και η καθαίρεσή του», Μεταπτυχιακή εργασία εις Τμ. Ποιμαντικής Θεολογίας ΑΠΘ, Θεσ/νίκη,  2019,   σ. 129.

[9] Είδος στρατιωτικού σκούφου τουρκικής προέλευσης, το οποίο αργότερα πέρασε και σε άλλους λαούς.

[10] Παπαθεοδώρου Νικολάου, «Η σύγκρουση του Μητρ. Αμβοσίου με το Παλάτι», Ελευθερία, 26-05-2013, σ. 3

[11] Σιμωνία ονομάζεται η χειροτονία στους διάφορους βαθμούς της ιεροσύνης με χρηματικό ή άλλο αντάλλαγμα και γενικώς η εμπορία και εκμετάλλευση της θείας χάριτος.

[12] Ο Αμβόσιος σ΄ αυτή τη κατηγορία απάντησε με μια παραδοχή ότι, όντως, «εάν ο Επίσκοπος χειροτονήση απολελυμένως και μη υπήκοόν του, ήτοι παρ’  ενορίαν, πράγματι φέρει ευθύνες…»)  μ΄ ένα ερώτημα: «…(αλλά) και πόσοι εξ ημών τηρούσι τούτους τους κανόνας;», περιγράφοντας δε την πραγματικότητα αναφέρει πως «βρίθουν τα Γραφεία της Ιεράς Συνόδου τοιούτων απολελυμένων και παρ΄ ενορίαν γενομένων χειροτονιών…». Βλ. εις Γάτου, Χ., ενθ’ ανωτέρω, σ. 85

[13] Επισκόπου που είχε λάβει μέρος στο «ανάθεμα» κατά του Βενιζέλου το 1916 και το 1917 καταδικάσθηκε «από τη «βενιζελική» Σύνοδο σε έκπτωση, αλλά και καθαίρεση (όπως και ο Αρχιεπίσκοπος Θεόκλητος) από τον επισκοπικό βαθμό. Στα τέλη του 1920, όμως, η επανελθούσα – επί κυβερνήσεως Δημ. Ράλλη –  στην εξουσία «βασιλική» Σύνοδος ακύρωσε την ποινή του (όπως και του Αρχιεπισκόπου Θεοκλήτου) και επανήλθε στην επισκοπική έδρα της Λάρισας. Απόφαση που οριστικοποιήθηκε από την (επανελθούσα) στις αρχές του 1923 «βενιζελική» Ιερά Σύνοδο με αποκατάσταση στο αξίωμα όσων είχαν καταδικασθεί σε έκπτωση το 1917, πλήν του Θεοκλήτου Μηνοπούλου, ο οποίος αποκαταστάθηκε μόνο ως προς το αρχιερατικό αξίωμα, ως «πρώην Αθηνών» όχι, όμως, και στη Αρχιεπισκοπή. Τον διαδέχθηκε ο (εξ αρχιμανδριτών) Χρυσόστομος Παπαδόπουλος καθηγητής του Παν/μίου Αθηνών.

[14] Ποινή που επιβάλλεται για βαριά πειθαρχικά / ατιμωτικά αδικήματα και θεωρείται από τις πιο σκληρές αφού στερεί από τον κληρικό την δυνατότητα να τελέσει το κύριο έργο της αποστολής του, την κάθε είδους (θεία λειτουργία, μυστήρια, αγιασμούς, μνημόσυνα, κλπ.) ιεροπραξία  

[15] Ν α ν ά κ η, Ανδρέα, Μητροπολίτου Αρκαλοχωρίου, Η Εκκλησία και ο Ελευθέριος Βενιζέλος, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Βενιζέλος», Χανιά, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 2008, σ. 68. Ο Σεβ/τος Μητροπολίτης Αρκαλοχωρίου και ομ καθηγητής Εκκλησιαστικής Ιστορίας του ΑΠΘ Ανδρέας Νανάκης ερμηνεύοντας τη συγκατάνευση του Αρχιεπισκόπου Θεοκλήτου (Μηνοπούλου) για το ανάθεμα κατά του Βενιζέλου και τη συμμετοχή της Εκκλησίας στα γενόμενα του Πεδίου του Άρεως και επεξηγώντας την στη βάση του άκρατου πολιτειοκρατικού καθεστώτος που είχαν καθιερώσει οι εκάστοτε κυβερνώσες πολιτικές δυνάμεις της εποχής, προσδίδει στη στάση συνηγορίας του «μετριοπαθούς βασιλόφρονος ιεράρχη», όπως θεωρεί τον Θεόκλητο, εξαναγκαστικό χαρακτήρα, υπό το κράτος της δεδομένης χειραγωγήσεως στο οποίο τελούσε η Εκκλησία από τη Πολιτεία.

Σχετικά άρθρα

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ