Του Αρχιμανδρίτου του Οικουμενικού Θρόνου Γεράσιμου Φραγκουλάκη
Αννόβερο Γερμανίας
Το αντιβαρθολομαιϊκό σύνδρομο που διακατέχει τους Ρώσους, με τα συμπτώματα της ειρωνείας και της σύγχυσης, έχει παγιωθεί πλέον ως ανίατη πνευματική ασθένεια. Η τελευταία αήθη επίθεση των μυστικών υπηρεσιών της Ρωσίας κατά του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου, προς το τέλος Ιανουαρίου του έτους 2026, αποκάλυψε για ακόμη μια φορά το μένος το οποίο θολώνει την κρίση εκείνων που αδυνατούν να διακρίνουν την αλήθεια από την σκοπιμότητα.
Επανέρχεται τώρα η SVR, με νέες κατηγορίες κατά του Πατριάρχη, υποστηρίζοντας ότι επιδιώκει να υποτάξει την Ορθόδοξη Εκκλησία της Γεωργίας εκμεταλλευόμενος τον θάνατο του μακαριστού Πατριάρχη Ηλία Β΄. Διαδίδουν ότι ο Παναγιώτατος τάχα ακολουθεί τη «διαίρει και βασίλευε» στρατηγική με στόχο να ελέγξει την εκλογή του νέου Πατριάρχη. Αποσιωπούν όμως το αυτονόητο: ότι η εκλογή Προκαθημένου αποτελεί εσωτερική διαδικασία της Εκκλησίας της Γεωργίας, με τους δικούς της κανόνες, το δικό της εκλογικό σώμα και την θεσμική ανεξαρτησία της. Αποδεικνύουν έτσι την πνευματική τους αδυναμία να διακρίνουν τα της Εκκλησίας από τα της εξουσίας.
Η παρουσία του Οικουμενικού Πατριάρχου σε στιγμές πένθους δεν είναι μηχανισμός επιβολής, αλλά έκφραση τιμής και ενότητας. Και εάν ο Πατριάρχης Μόσχας επέλεγε να είναι παρών, θα ήταν εξίσου ευπρόσδεκτος. Τα κριτήρια όμως της αξίας διαφέρουν και οι προτεραιότητες αποκαλύπτονται μέσα από τις επιλογές.
Η κριτική που διατυπώνεται από τη Ρωσία, ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης αντικαθιστά το πρωτείο τιμής με πρωτείο εξουσίας, φανερώνει σύγχυση ρόλων και σκοπιμότητες. Το πρωτείο τιμής, όπως το προσανατολίζει η ορθόδοξη παράδοση, δεν είναι μονοπρόσωπη διοίκηση της Εκκλησίας, αλλά διακονία συντονισμού, μαρτυρία ενότητας και πρωτοβουλία ευθύνης εντός του πλαισίου της συνοδικότητας. Όποιος αυτοαναγορεύεται μοναδικός κριτής της ορθόδοξης «κανονικότητας», τείνει να βαφτίζει κάθε διαφορετική εκκλησιαστική πρωτοβουλία ως «σχίσμα» ή «πολιτική».
Οι ισχυρισμοί της SVR για τον Παναγιώτατο, όπως πάντα, δεν αποτελούν θεολογικό επιχείρημα, αλλά πολιτικό κείμενο με εκκλησιαστικό λεξιλόγιο. Το ανησυχητικό όμως είναι η κανονικοποίηση της παρέμβασης κρατικών μηχανισμών σε ζητήματα πίστεως και διοίκησης της Εκκλησίας, φαινόμενο που λαμβάνει διαστάσεις στη Ρωσία των ημερών μας.
Η προσπάθεια της Ρωσίας, ως Εκκλησία και Κράτος, να υποβαθμίσει τον ρόλο του Οικουμενικού Πατριάρχη, δεν στηρίζεται σε θεσμικά επιχειρήματα, αλλά σε πολιτικές σκοπιμότητες που διαστρεβλώνουν τις αρχές της Ορθοδοξίας. Η δύναμη της Ορθόδοξης Εκκλησίας βρίσκεται στη συνοδικότητα και την εσωτερική αυτονομία κάθε τοπικής Εκκλησίας, στοιχεία που διαφυλάττουν την ενότητα και την αξιοπρέπεια απέναντι σε εξωτερικές παρεμβάσεις.
Στο τέλος, η αλήθεια μένει αδιάσειστη: η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν έχει ανάγκη από εξωτερικούς «προστάτες» ή κατευθύνσεις, αλλά εμπιστοσύνη στους θεσμούς και τις παραδόσεις της, ώστε να διατηρεί την συνοχή και την πνευματική της αυθεντικότητα. Η διασφάλιση της ενότητας και του σεβασμού στον διάλογο είναι η μόνη βιώσιμη οδός για το μέλλον της παγκόσμιας Ορθοδοξίας.
