Στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου Νέου Ψυχικού, την Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2025, τελέστηκε η Θεία Λειτουργία επί τη μεγάλη εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, προεστώτος του Αρχιμανδρίτου Φιλοθέου Δέδε, Ιεροκήρυκος της Ι. Αρχιεπισκοπής Αθηνών, ο οποίος και κήρυξε τον θείο λόγο.
Παραθέτουμε το κήρυγμα του π. Φιλοθέου Δέδε.
Η πρωτοχρονιά του εκκλησιαστικού έτους, πιστεύω ότι γνωρίζετε όλοι, είναι η 1η Σεπτεμβρίου. Η πρώτη μεγάλη εορτή του νέου έτους είναι το Γενέσιο της Θεοτόπου και η αμέσως επόμενη μεγάλη εορτή είναι της υψώσεως του Τιμίου Σταυρού. Γέννησις και Σταυρός – θάνατος. Η Εκκλησία δεν έχει θέσει τυχαία τις εορτές Της μέσα στον χρόνο. Έχει να φανερώσει κάτι ή, καλύτερα, να ερμηνεύσει την αποκάλυψη του Θεού στο λαό Του. Και η Εκκλησία έρχεται μέσα από τις γιορτές, έτσι όπως τις τοποθετεί στο έτος και ερμηνεύει, διδάσκοντας τα μέλη της, τη σημασία τους, τον σκοπό τους. Η γέννησις της Θεοτόκου είναι η υπέρβασις της αδυναμίας του κτιστού. Οι γονείς της δεν μπορούσαν να τεκνοποιήσουν και το έκαναν σε μεγάλη ηλικία. Αυτό που φαντάζει σε μας αδυναμία, αδιέξοδο, ο Θεός λέει «το αδιέξοδο είναι η οδός». Και η οδός φανερώνει το πρόσωπο. Η Παναγία έρχεται να μετάσχει στο μυστήριο της θείας οικονομίας. Στο μυστήριο του Σταυρού. Λέει, ήδη από το τέλος του δεύτερου αιώνα, στο τέλος του δεύτερου αιώνα, ο Τερτυλιανός -σπουδαίος εκκλησιαστικός συγγραφέας και πατέρας της Λατινικής Εκκλησίας ο οποίος,
όμως, στο τέλος της ζωής του έγινε μοντανιστής. Παρ’ όλα ταύτα η καθαρή διδασκαλία του μένει στην Εκκλησία εκφράζοντας σύνολη την Εκκλησία-. Λέει το εξής: Ο Χριστός αποσταλείς για να σταυρωθεί έπρεπε κατ΄ ανάγκην να γεννηθεί για να πεθάνει. Το είδος του θανάτου είναι η αιτία της γεννήσεως. Βλέπετε πώς ο σταυρός έρχεται μετά την Παναγία; και η Εκκλησία από τις αρχές, από τους πατέρες, οι οποίοι δεν εξέτασαν το θέμα της σαρκώσεως τόσο πολύ σε βάθος. Ήταν ένα γεγονός που η εκκλησία το ζούσε.
Ο Άγιος Μάξιμος τον 7ο αιώνα έρχεται πρώτος να φτάσει στο βάθος του θείου σκοπού. Έπρεπε να υπερβαθεί η φθορά και ο θάνατος του ανθρώπου, της κτίσης, του κτιστού. Και δεν μπορούσε αυτό να γίνει, ει μη μόνον -να αρθεί, να υπερβαθεί- παρά μόνον με τη βοήθεια του Θεού. Ο Θεός μάλλον μπορούσε να καταργήσει τη φθορά και το θάνατο. Η Παναγία υπερβαίνει την αδυναμία του Χριστού και γίνεται ο τόπος τον οποίο σκηνώνει το Πνεύμα και γεννάται ο Υιός. Υιός του Πατρός και Υιός του ανθρώπου, υιός του Θεού και Υιός της Παρθένου.
Ο Χριστός δημιουργεί τον κόσμο. Λένε πάλι οι πατέρες, «στη σκιά του σταυρού». Το δειλινό της δημιουργίας είναι η σκιά του σταυρού. Και ο απόστολος Πέτρος θα πει καθαρά «ο προεγνωσμένος», «ο αμνός ο προεγνωσμένος από καταβολής κόσμου». Το ίδιο θα επαναλάβει και στο βιβλίο της Αποκάλυψης ο Άγιος Ιωάννης. Επρόκειτο να σταυρωθεί. Ο Θεός απ’ τη στιγμή που ο άνθρωπος έχασε τον προσανατολισμό του, αυτό που ονομάζουμε πτώση -οι πατέρες στην ανατολική Εκκλησία δεν μιλάνε για πτώση και αμαρτία. Κυρίως χρησιμοποιούν τον όρο «αποπροσανατολισμένος» ο άνθρωπος. Έφαγε από το καρπό όχι μιας παρακοής, αλλά της φθοράς. Έφαγε κάτι κτιστό για να αθανατιστεί και η πτώση του δεν είναι ηθική, είναι οντολογική. Έπρεπε λοιπόν ο Χριστός να ενεργήσει την αποδέσμευση του ανθρώπου, την υπέρβαση από τη φθορά και το θάνατο. Γι’ αυτό γεννήθηκε εκ πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου. Γιατί αν είχε γεννηθεί, όπως με τον τρόπο που γεννιόμασταν εμείς, θα είχε μέσα του το θάνατο. Ενώ με τον τρόπο που γεννήθηκε, διά του Αγίου Πνεύματος, δεν φέρνει θάνατο και είναι τέλεια η ανθρώπινη φύση Του. Επάνω στο Σταυρό ο Χριστός δεν πεθαίνει μόνο, αλλά είναι ο μόνος που πεθαίνει. Γιατί εμείς πεθαίνουμε έχοντας τον θάνατο, την δυναμική, τη φθορά πάνω μας, άρα και το θάνατο. Στο Χριστό δεν υπήρχε ούτε φθορά, ούτε θάνατος. Άρα αυτός που μέτρησε το βάθος του θανάτου ή, μάλλον, μετρήθηκε ανώτερος από το βάθος του θανάτου, ήταν ο ίδιος ο Θεός στην ανθρώπινη φύση Του. Επάνω στο Σταυρό δεν πεθαίνει ένας άνθρωπος σαν και εμάς, αλλά ο Υιός του Θεού το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, όμοιος με μας. Τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος. Μπορούσε δηλαδή εφόσον δεν είχε τον θάνατο και την φθορἀ μέσα του να μην πεθάνει. Όμως εκείνος θέλησε να πεθάνει και γι’ αυτό πέθανε. Άρα ο θάνατος βιώνεται περισσότερο όχι από αυτόν που τον φέρει, αλλά από αυτόν που τον θέλει, για να γίνει ο δικός του θάνατος κατάργησις, κατάποσις του θνητού υπό της ζωής.
Ο Σταυρός δεν είναι ένα σημείο ατίμωσης μόνο. Δεν μπορεί να προσεγγίζουμε το Σταυρό συναισθηματικά, ότι ο Θεός ατιμάστηκε, εμπαίχθηκε, ματώθηκε, πόνεσε. Ο Σταυρός για την Εκκλησία είναι η δόξα της. Γιατί πάνω στον σταυρό ο Θεός έδειξε, με τον τρόπο του θανάτου Του, την αγάπη του για μας. Έζησε τον θάνατο. Έλαβε. Παρέλαβε τον θάνατο, ο μη έχων σχέση με το θάνατο. Δεν έχει αφήσει τίποτα ο Θεός έξω από μας που δεν το έχει πάρει. Άρα είναι ο μόνος που μπορεί να νιώσει τον καθένα μας περισσότερο από ότι ο εαυτός μας. Αυτό είναι το μεγαλείο που έχει η εκκλησία σήμερα στο μέσον να φανερώσει και να υποδείξει για προσκύνηση. Λέει ο Άγιος Ειρηναίος – και αυτός περίπου στο τέλος του δεύτερου αιώνα, αρχές του τρίτου- «ο θάνατος του Χριστού πάνω στο Σταυρό έδειξε το σημείο του Χριστού επί του σύμπαντος, έθεσε το σημείο του Χριστού… ο Χριστός έθεσε το σημείο στο σύμπαν, ο Χριστός στο σχήμα του Σταυρού και σφράγισε το σύμπαν με το Σταυρό του, δηλαδή με την αγάπη Του. Κατήλθεν εν τοις κατωτάτοις της γης. Ο Σταυρός δεν είναι ένα σύμβολο. Είναι η ζωή του Θεού. Στο Σταυρό τελείται ο θάνατος και ταυτόχρονα η ανάσταση. Γι αυτό και η Εκκλησία νηστεύει και πανηγυρίζει μαζί. Νηστεύει τιμώντας αυτό που έγινε επάνω στο Σταυρό, τη σωτηρία μας, τον Σωτήρα μας. Η σωτηρία μας είναι πρόσωπο, είναι ο Σωτήρας μας. Δεν είναι μια έννοια, δεν είναι μια ιδέα. Και ταυτόχρονα λέει «χρόνια πολλά». Γιατί; Γιατί αν το ξύλο στον παράδεισο, όπως αναφέρεται στη Γένεση, έγινε η αιτία να αποπροσανατολήσει τον άνθρωπο στρέφοντας στον εαυτό του, στρέφοντάς τον στην κτιστότητά του, ο Σταυρός είναι το ξύλον της ζωής που ο άνθρωπος δεν είδε, ενώ του επετράπη να πάει στον παράδεισο. Και τώρα η Εκκλησία στήνει το ξύλο της ζωής και ο καρπός του δέντρου της ζωής , του Σταυρού δηλαδή, είναι ο ίδιος ο Χριστός. Σε λίγο ο ιερεύς θα βγει και θα καλέσει όλους μας να μεταλάβουμε ζωής αιωνίου, ζωής χωρίς θάνατο. Ο καθένας από μας βαπτίστηκε στο Σταυρό και στο θάνατο του Χριστού. Φέρει το Σταυρό του σημαίνει φέρει την πίστη προς τον Πατέρα, ότι ο Υιός που μας προσέλαβε μας έχει ήδη αναστήσει και είμαστε, δια της ανθρώπινης φύσης Του, στα δεξιά του Πατρός από τώρα. Μένει σε μας να συγκατατεθούμε στη ζωή μας, με τη ζωή μας, ότι θέλουμε, ναι, να είμαστε στη βασιλεία του Πατέρα. Η Εκκλησία τρέφει τον κόσμο με τον καρπό του ξύλου της ζωής, τον Κύριό Της. Και κανείς δεν πρέπει να μην μεθύσει και να μην κορέσει την πείνα του για ζωή αρνούμενος τον δωρεοδότη και χορηγό της ζωής.
Βλέπετε, λοιπόν, ότι η Εκκλησία δεν θεολογιολογεί, αλλά θεολογεί. Και σήμερα και πάντοτε ο Σταυρός να σκέπει όλους και τον κόσμο ολόκληρο. Χρόνια πολλά!
