test
27.2 C
Athens
Τρίτη, 18 Ιουνίου, 2024

Μια άγνωστη εικόνα της Βρεφοκρατούσας Θεοτόκου ή μια παραλλαγή της Αμολύντου

αρχιμ. Μιχαήλ Χαρ. Σταθάκη

Ο ευαγγελιστής Λουκάς θα ήταν δυνατόν να χαρακτηριστεί και ως νέος Θουκυδίδης καθώς, όπως ο ίδιος ομολογεί στον πρόλογο του κειμένου του, το οποίο χαρακτηρίστηκε ως ευαγγέλιο, ότι δεν τον ικανοποιεί η πληρότητα όλων των προηγουμένων που προσπάθησαν κάτι ανάλογο, γι’ αυτό και ο ίδιος θα προσπαθήσει να περιγράψει όλα όσα με τα ίδια του τα μάτια είδε επιβεβαιώνοντας όλα όσα ο παραλήπτης του έργου του, ο κράτιστος Θεόφιλος, είχε ακούσει.

Ας θυμηθούμε ότι η λέξη ευαγγέλιο προέρχεται από την αυτοκρατορική ορολογία και σήμαινε την απόφαση που εξερχόταν εκ στόματος Καίσαρος. Με θεϊκή καταγωγή ο Καίσαρ ήταν δεδομένο ότι κατείχε τη θέση αυτή, ώστε να οδηγήσει την ανθρωπότητα στην σωτηρία. Όλες λοιπόν οι αποφάσεις του, ανεξαρτήτως περιεχομένου ήταν προσανατολισμένες στην επίτευξη της σωτηρίας και για τον λόγο αυτό ονομάζονταν ευαγγέλια.

Η συγκροτημένη δε προσωπικότητα του Λουκά φαίνεται από το ίδιο το κείμενο καθώς το διέπει ενδελέχεια, σαφήνεια, αναλυτική περιγραφή προς αποφυγή νεφελωδών σημείων και αριστοτεχνικός λόγος, στοιχεία που το κατέστησαν φιλολογικό μνημείο.

Ως ιατρός σύμφωνα με τον ρωμαϊκό νόμο έπρεπε ανά τέσσερα έτη να επανεξετάζεται από αρμόδιους η ικανότητά του να ασκεί το λειτούργημα και βεβαίως εάν ήταν κάτοχος των νεότερων δεδομένων της επιστήμης του. Έτσι μπορούμε να ερμηνεύσουμε τον λόγο που ο Λουκάς παρέμενε ανικανοποίητος από τις μέχρι τότε ελλιπείς  βιογραφίες του Ιησού.

Όλα όσα γνωρίζουμε για την παρθένο Μαρία, όπως ο ίδιος την αποκαλεί, προέρχονται κατά κύριο λόγο από την μεθοδική εργασία του Λουκά. Οι λόγοι της Θεοτόκου τους οποίους και απαθανάτισε η γραφίδα του ευαγγελιστή είναι αρκούντος ικανοποιητικοί για να αναπαραστήσουμε την ψυχοσύνθεση και τον χαρακτήρα της μητέρας του Κυρίου. Το γεγονός αυτό πέρασε και στην υμνογραφία η οποία παρουσιάζει τον Λουκά ως ζωγράφο, αφού με τον χρωστήρα των λέξεων έδωσε σαφήνεια, ζωή, παρουσία, στάση ζωής στο πρόσωπο της παρθένου Μαρίας. Χωρίς την περιγραφή αυτή του Λουκά η Μαρία θα ήταν ένα μεγάλο ερωτηματικό.

Τόσο πλήρης είναι ο λόγος του Λουκά για την Θεοτόκο, ώστε ο υμνωδός προειδοποιεί ότι θα στερηθούν τον λόγο, όσοι δεν αποδέχονται τη αληθινή εικόνα που μας παρουσιάζει ο ευαγγελιστής για εκείνη και όσοι δεν προσκυνούν το πρότυπο αυτό της μητέρας του Θεού.  «Άλαλα τα χείλη των ασεβών…».

Ήδη μέσα σε λίγους στίχους του κειμένου του ο Λουκάς έχει καταφέρει να περιγράψει το τι ακριβώς συνέβη κατά την σύλληψη του Κυρίου από την Θεοτόκο εκ Πνεύματος αγίου και να προσδώσει στο καταλυτικό αυτό γεγονός όλα τα χαρακτηριστικά που ενέχει η νέα δημιουργία του νέου και έσχατου Αδάμ, του Κυρίου Ιησού.

Η Μαρία ενώπιον του αγγέλματος του Γαβριήλ περί της εκλογής της να φέρει εις πέρας το σχέδιο της θείας Οικονομίας για τη σωτηρία των ανθρώπων, αντιδρά ανθρωπίνως και εκφράζει με τον τρόπο αυτό όλη την παλιά δημιουργία και την πεπερασμένη για τη ζωή γνώση του. Αφού δεν έχει εμπειρία ανδρός και είναι παρθένα, πως είναι δυνατόν να φέρει στον κόσμο ένα παιδί;

Και εδώ είναι το σημείο κλειδί όπου ο Λουκάς δια στόματος Γαβριήλ μας περιγράφει τα χαρακτηριστικά του νέου κόσμου που θα δημιουργηθεί αν η Μαρία συγκατανεύσει. Εξηγεί ο άγγελος ότι θα έλθει σε εκείνη το Πνεύμα το άγιο και θα την επισκιάσει, γι’ αυτό και το παιδί που θα γεννηθεί θα είναι άγιο… αλλά να μη παραξενεύεται διότι τίποτα δεν είναι αδύνατο για τον Θεό. Η Μαρία αποδέχεται και το σχέδιο της πραγματικής σωτηρίας της ανθρωπότητας τίθεται σε εφαρμογή. Το αληθές και μόνο Ευαγγέλιο!

Συνοψίζοντας τις ιδιότητες της νέας δημιουργίας μπορούμε να πούμε ότι σε αυτήν, όσοι επιθυμούμε μπορούμε να ζήσουμε σηκώνοντας ο καθένας τον σταυρό του, αλλά σε αυτή την δημιουργία η γέννηση ενός ανθρώπου δεν διασαλεύει την παρθενία, η παρθένος δεν στερείται της μητρότητας και ο σταυρός δεν σημαίνει θάνατο αλλά ζωή ατελεύτητο.

Τα λόγια του Γαβριήλ σηματοδοτούν την σαφή μετατόπιση της ερμηνείας και της κατανόησης από τον χώρο της φυσιολογίας και βιολογίας, του φυσικού μας δηλαδή κόσμου, που επιδέχεται αναλύσεις και αποδείξεις στο χώρο της σωτηριολογίας, όπου λόγο έχει μόνο η αποκάλυψη και η θεολογία. Η ερμηνεία καλείται να μετακινηθεί από τη διερεύνηση του φυσικού γεγονότος στη νέα πραγματικότητα του θαύματος και τον υπερφυσικών λειτουργιών.

Σε αυτή την προοπτική η άσπιλη σύλληψη του Κυρίου δεν μπορεί να κατανοηθεί με τα ανθρώπινα περασμένα δεδομένα της επιστήμης, αλλά μόνο με τη γλώσσα της πίστης και του θαύματος. Είναι ένα γεγονός που εντάσσεται στον κόσμο της θείας αποκάλυψης και όχι στις φυσικές διαδικασίες του γνωστού κόσμου της πτώσης.

Η Μαρία καθίσταται Θεοτόκος διότι ενώπιον της αδυναμίας της να ερμηνεύσει τα λόγια του αγγέλου, ακολουθεί την ενδεδειγμένη πνευματική στάση. Παραθέτει τον εαυτό της στο Θεό. Αποδέχεται το παράλογο με ταπείνωση και υπακοή και γίνεται η αιτία της νέας δημιουργίας στην οποία το μυστήριο και το θαύμα δεν είναι το παράδοξο και ανερμήνευτο πέραν των φυσικών κανόνων αλλά η επάνοδος στο «κατά φύσιν» της αποκατεστημένης δημιουργίας, απαλλαγμένης από τη φθορά και το θάνατο.

Στην εικόνα της Βρεφοκρατούσας που φιλοτέχνησε ο ζωγράφος Δημήτρης Άνθης και που εντοπίσθηκε, καταγράφηκε και ψηφιοποιήθηκε στον Ιερό Ναό της Ενορίας του Αγίου Γεωργίου Νέου Ψυχικού, κατά την σχετική διαδικασία που ενήργησε το Ίδρυμα Ποιμαντικής Επιμορφώσεως της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, η Θεοτόκος Μαρία στο πρόσωπο του Κυρίου Ιησού, σαν αλληγορία της βυζαντινής εικόνας της Αμολύντου, ενατενίζει στο πρόσωπο του Υιού της το κατεξοχήν σύμβολο του Πάθους, τον Τίμιο Σταυρό και καθορά όχι τον μαρτυρικό του θάνατο αλλά την ένδοξό του Ανάσταση και την εις Ουρανούς εκ δεξιών του Πατρός καθέδρα της ανθρωπίνης φύσεως. Ο Σταυρός στην εικόνα του Δημήτρη Άνθη είναι “Θεοτόκος”, αφού εκ του Σταυρού ο Κυρίος εγεννήθη στον Άδη και εγένετο πρωτότοκος εκ των νεκρών.

Προβάλουμε σήμερα, Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, την άγνωστη εικόνα του Δημήτρη Άνθη, η οποία προφανώς ανήκει σε μια συλλογή έργων του καλλιτέχνη με την επωνυμία “Παναγίες”. «Στη ζωγραφική του ο Δημήτρης Άνθης εξιδανίκευσε τη Γυναίκα και μορφοποίησε την Αγάπη», επισημαίνει η Κωνσταντίνα Γογγάκη, Επίκουρη Καθηγήτρια του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. «Στις “Παναγίες” του συνυπάρχουν όλα τα θηλυκά σύμβολα, αλλά πιο πολύ η Αγία Μάννα, με τον Γιο της -που στο πρόσωπό του ένας σταυρός αντικαθιστά τα χαρακτηριστικά του- σύμβολο του Πόνου και του Μαρτυρίου. Δεν μπορεί, ωστόσο, να δει κανείς το ένα σύμβολο χωρίς το άλλο: τη Μάννα-Εγκαρτέρηση χωρίς το Γιο-Σταύρωση, ούτε το Γιο χωρίς τη θεϊκή προστασία της Αγάπης της Μάννας. Μόνο ως αδιάσπαστη ενότητα μπορεί να τα εκλάβει κανείς».

Η εικόνα μας φέρει στην οπίσθια όψη ιδιόχειρο σημείωμα του καλλιτέχνη το οποίο τυχαία φέραμε στο φως όταν κατά την ψηφιοποίηση σκίστηκε το προστατευτικό χαρτί που είχε τοποθετηθεί μαζί με την κορνίζα. Το σημείωμα αναφέρει «Από τον Δημήτρη Άνθη μια παραλλαγή της Παναγίας που γεμίζει τον τόπο μας και τις καρδιές μας με τις χιλιοτραγουδισμένες μορφές της και τις τόσες ονομασίες της. Αθήναι Σεπτέμβριος 1974».

Πενήντα χρόνια αργότερα χάριν της ψηφιοποιήσεως του Ιδρύματος Ποιμαντικής Επιμορφώσεως απολαμβάνουμε την μυστική θεολογία ενός καλλιτέχνη που επιβεβαιώνει με τον καλύτερο τρόπο όσα ο θεηγόρος Λουκάς απεφθέγξατο κάνοντας χρήση χρωστήρα λέξεων και γραφίδα χρωμάτων.

ΑΝΘΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ (Βιογραφικό)

Ο Δημήτρης Άνθης γεννήθηκε στους Καστελλάνους της Κέρκυρας, το 1925. Διδάχθηκε ζωγραφική στο νησί (1936- 1954) από τον Tin Florias (Τεν Φλωριάς). Το 1950 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα.

Όταν ήταν παιδί, τις Κυριακές συνόδευε τον πατέρα του στην εκκλησία, ο οποίος εκτελούσε χρέη ψάλτη. Στο περιβάλλον αυτό είχε την ευκαιρία να περιεργαστεί σε βάθος τις εικόνες των αγίων, οι οποίες σηματοδότησαν τη μετέπειτα εξέλιξή του. Οι εικόνες του είναι περισσότερο εσωτερικές, χωρίς κραυγαλέα χρώματα. Η παλέτα του λιτή -χρησιμοποιούσε συνήθως δύο ή τρία χρώματα: το μαύρο, το άσπρο και την ώχρα ή το κόκκινο, το άσπρο και το μπλε ή άλλους συνδυασμούς. Η εικόνα στο έργο του είναι «θαμπή», δεν έχει σαφές περίγραμμα, καταφέρνει όμως να αποδώσει την ουσία της και να μιλήσει στην καρδιά του θεατή.

Στα μυστικά της ζωγραφικής τέχνης μυήθηκε από τον Ελληνογάλλο ζωγράφο Tin Florias, στον οποίο τον σύστησε ο δάσκαλός του, βλέποντας την κλίση του στη ζωγραφική. Κοντά του εργάστηκε από το 1937 έως το 1954. Ο Florias, ο οποίος ήταν ένας εκλεκτός ζωγράφος και ένας από τους ιδρυτές της Ecole de Montmartre στο Παρίσι, ενδιαφέρθηκε για τον καινούργιο μαθητή του και στάθηκε γι’ αυτόν ένας δεύτερος πατέρας.

Ο ιστορικός Τέχνης και ζωγράφος Τζούλιο Καΐμης, εκτός από φίλος του Δημήτρη Άνθη, υπήρξε και δάσκαλός του. Ο ίδιος έγραψε πολλές φορές θετικές κριτικές για το έργο του Άνθη. Συγκεκριμένα για τις προσωπογραφίες του, έγραψε (Αθηναϊκή, Αθήνα 24 Απριλίου 1962): «Τα πορτρέτα του, γεμάτα πίστη και δύναμη, δείχνουν τη θέληση για τη νίκη στη ζωή. Τα έργα του Άνθη δείχνουν μιαν αγάπη για την Αλήθεια στην Τέχνη και μιαν απώτερη καλλιέργεια στη μελέτη του ατόμου και της φύσης, γι’ αυτό κι αποδίδει μια πλούσια ποιότητα».

Τα πορτρέτα του δεν είναι πιστές αναπαραστάσεις της εξωτερικής πραγματικότητας, αλλά φαίνεται πως ο καλλιτέχνης κοιτάζει βαθιά μέσα στον άνθρωπο και αποτυπώνει στον πίνακα την ψυχή του. Στις αγιογραφίες του Άνθη βλέπουμε κάτι νέο για την εποχή, επαναστατικό και απαλλαγμένο από κάθε είδους δογματισμό. Τα έργα του έχουν ζωντάνια, ζεστασιά, συναίσθημα, και εκδηλώνουν μια βαθιά θρησκευτική πίστη. Η φύση υπήρξε αγαπημένο θέμα στα έργα του. Ενώ η παρατήρησή του βασίζεται στη λεπτομέρεια, ο καλλιτέχνης αφαιρεί ό, τι δεν του χρειάζεται, ό, τι βαραίνει το έργο, και αναπλάθει την εικόνα με τον δικό του τρόπο.

Από το 1954 έως το 1958 δίδαξε ζωγραφική και επιμόρφωση στην Τέχνη στις Τεχνικές και Οικοκυρικές Σχολές του Βασιλικού Εθνικού Ιδρύματος.

Ο Δημήτρης Άνθης πραγματοποίησε την πρώτη του ατομική έκθεση, ως επαγγελματίας ζωγράφος, στην Κέρκυρα, το 1949. Σύντομα (1950), ακολούθησε μια ακόμα ατομική έκθεση στην Αθήνα, στο Ζάππειο Μέγαρο. Μετά την εγκατάστασή του στην Αθήνα αρχίζει τα ταξίδια του στο εξωτερικό για μελέτες και εκθέσεις. Συνολικά στην Ελλάδα οργάνωσε πάνω από τριάντα ατομικές εκθέσεις αλλά και στο εξωτερικό (στην Κοπεγχάγη, στην Μαδρίτη προσκεκλημένος του Ισπανικού Υπουργείου Πληροφοριών και Τουρισμού, στο Παρίσι στον διεθνή διαγωνισμό Προσωπογραφίας, στο Μόντε Κάρλο, στη Λευκωσία, κ.α.) και έλαβε μέρος σε πολλές ομαδικές και Πανελλήνιες.

Σήμερα έργα του βρίσκονται στην Ευρώπη, την Αμερική και στην Ελλάδα (Κερκυραϊκή Πινακοθήκη, στην Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, στην Πινακοθήκη Δήμου Ρόδου, στο Μουσείο Σολωμού στην Κέρκυρα, στην Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α.). Ήταν επίσης μέλος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδας.

Ο Δημήτρης Άνθης πέθανε στις 11 Νοεμβρίου 1991 στην Αθήνα και κηδεύθηκε την επόμενη μέρα στον τόπο καταγωγής του, στους Καστελλάνους Μέσης της Κέρκυρας.

Έργα του Δημήτρη Άνθη φιλοξενούνται στη μόνιμη έκθεση της Κερκυραϊκής Πινακοθήκης.

Σχετικά άρθρα

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ