32 C
Athens
Κυριακή, 7 Αυγούστου, 2022

Τα μετόχια του Παναγίου Τάφου στην Πόλη

Δρ Συμεών Σολταρίδης

«Τα μετόχια στην Πόλη βοηθούν στη σύζευξη και τη συνεργασία, γι’ αυτό αποτελούν σημαντικές νησίδες ορθόδοξης παράδοσης στην Πόλη, την έδρα του Οικουμενικού Θρόνου και αποδεικνύουν περίτρανα την ενότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας μέσα στους αιώνες, την Οικουμενικότητα του Θρόνου μέσα στην παράδοση αλλά στη σύγχρονη πραγματικότητα» είχα γράψει σαν επίλογο στο πρώτο μέρος της αρθρογραφίας με τίτλο «Παρουσία του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων στην Πόλη».

Τα μετόχια αν και υπάρχουν αλληλοσυγκρουόμενες περίοδοι ιδρύθηκαν στις αρχές του 16ου αιώνα και πολλές φορές χρησίμευαν για την παραμονή των Πατριαρχών «ώστε να μπορούν να αντιμετωπίζουν και να επιλύουν άμεσα τα προβλήματα που προέκυπταν στους Αγίους Τόπους». Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι η οικονομική κατάσταση του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας και των πολέμων που διεξήγαγε η Αυτοκρατορία ήταν συνδεδεμένη με την πολιτική που ασκούσε η Υψηλή Πύλη στην Κωνσταντινούπολη.

ΜΕΤΟΧΙ ΦΑΝΑΡΙΟΥ

Διαφωτιστικό σχετικά με το μετόχι αυτό είναι το ιστορικό σημείωμα το οποίο γράφτηκε στην Χάλκη στις 23 Ιανουαρίου 1958 και βρίσκεται στο ιστορικό αρχείο της Ιεράς Θεολογικής Σχολής, το οποίο σημειώνει «λέγεται ότι ιδρύθει τον 14ον αιώνα και ότι εχρησίμευσε κατ αρχάς ως οίκος των Καντακουζηνών της Βλαχίας» κάτι που επιβεβαιώνει και ο Ανθηδώνος κ. Νεκτάριος.

Σχετικά με την ίδρυση υπάρχει μία σύγχυση γιατί σημειώνεται ότι μάλλον ανιδρύθηκε τον 17ο αιώνα από τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Θεοφάνη, ο οποίος αργότερα έφθασε στην Πόλη και αγόρασε οικόπεδο από την οικογένεια των Καντακουζηνών στο Φανάρι. Το στοιχείο αυτό συμπίπτει και με το παραπάνω ιστορικό σημείωμα . Ενώ συμπίπτουν και οι ιστορικές πηγές που αναφέρουν ότι τα γύρω πέτρινα οικήματα αγοράσθηκαν και δωρήθηκαν από τον κυρ Μανωλάκη τον Καστοριανό και τον Πατριάρχη Δοσίθεο.

Με την οικονομική στήριξη της συντεχνίας των Γουναράδων της Πόλης ανακαινίσθηκε δύο φορές ο πυρποληθής Ναός το 1640 όσο και ο σημερινός το 1728.

Σε αυτόν εξελέγησαν πολλοί Πατριάρχες Ιεροσολύμων από την Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου που παραβρίσκονταν στην Πόλη και στην οποία συμμετείχαν κληρικοί και λαϊκοί Φαναριώτες.

Το ιστορικό σημείωμα το οποίο βρέθηκε στο αρχείο της Θεολογικής Σχολής Χάλκης αναφέρει και τους διατελέσαντες ηγουμένους και γράφει ότι από το 1919 έως το 1940 «το μετόχιον στερείται τόσον ηγουμένου όσον και εξάρχου και παραμένει κλειστόν».

Όπως επεσήμανε ο Σεβασμιότατος Αρχιεπίσκοπος Ανθηδώνος κ. Νεκτάριος « υπήρξε κατοικία των Πατριαρχών των Ιεροσολύμων, έδρα του Ιερού Κοινού του Παναγίου Τάφου, με βιβλιοθήκη που ιδρύθηκε από τον Πατριάρχη Δοσίθεο, καθώς και Σχολείο που άρχισε να λειτουργεί το 1644» . Συγκεκριμένα Παρθεναγωγείο και συσσίτιο.

Αναφέρουν λοιπόν τα ιστορικά σημειώματα ότι στο μετόχι αυτό λειτούργησαν δύο μεγάλες σχολές, το Παρθεναγωγείο που φοιτούσαν περίπου 350 κορίτσια των οικογενειών του Φαναρίου και το Αρρεναγωγείο , το οποίο ήταν σχολείο αλληλοδιδακτικό.

Για αξιόλογα κειμήλια γίνεται λόγος τα οποία όμως καταστράφηκαν στα Σεπτεμβριανά γεγονότα του 1955, όπως η Αγία Τράπεζα,μία ποιμαντορική ράβδος, μία αρχιερατική στολή.

ΜΕΤΟΧΙ ΧΑΛΚΗΣ (του Κρημνού)

Με την ίδια ονομασία στο όνομα του Αγίου Γεωργίου υπάρχει το δεύτερο Ιεροσολυμίτικο μετόχι στην Χάλκη. Λέγεται ότι είναι το βυζαντινό μοναστήρι του Αγίου Ακεψιμά που ιδρύθηκε τον 11ο αιώνα.

Σε χειρόγραφο του 14ου αιώνα σημειώνεται από τον Αρχιμανδρίτη (;) «της σεβασμίας και βασιλικής Μονής της επονομαζομένης του Κρημνού, ότι η επονομασία της Μονής οφείλεται στο γεγονός ότι είναι κτισμένη σαν μιία αετοφωλιά σύρριζα στον γκρεμό και κάτω είναι θάλασσα».

Ο ηγούμενος και εκπρόσωπος του Πατριάρχη Ιεροσολύμων, Σεβ. Αρχιεπίσκοπος Ανθηδώνος κ. Νεκτάριος μας τόνισε ότι πρώτη αναφορά για την Μονή γίνεται το έτος 1593 σημειώνοντας «η μονή δεν είναι καταγεγραμμένη στον κατάλογο των μοναστηριών του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων του 1583» και ότι «υπήρξε διχογνωμία για το εάν είναι Σταυροπηγιακή ή Ενοριακή». Εκ βάθρων ανοικοδομήθηκε το 1758. Εδώ λένε οι πηγές ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωαννίκιος μετά την επιστροφή του από το Αγιον Όρος εφησύχασε μέχρι τον θάνατο του. Παραπλεύρως της Μονής υπάρχει το νεκροταφείο «των λογίων Αγιοταφιτών» περίπου 48 στον αριθμό, που σήμερα δεν υφίστανται. Υπάρχουν επίσης πολλοί τάφοι καθηγητών της Ιεράς Θεολογικής Σχολής καθώς και του δάσκαλου της μουσικής Χουρμουζίου του Χαρτοφύλακος, ο οποίος στα γεράματα του έζησε στην Μονή του Κρημνού.

Στην αυλή βρίσκεται και το μαυσωλείο του ζεύγους Καγγελάρη-Πελλώνη, γνωστό στους ντόπιους ως το μνήμα του Οθέλλου. Τραυματισμένο από σεισμούς αλλά κι από ανθρώπινα χέρια, που ψάχνουν σε τέτοια μνημεία σημάδια τύχης ή απλά θέλουν να πάρουν μαζί τους κομμάτια σε ανάμνηση της επίσκεψής τους ή του έρωτά τους. Με μαρμάρινα ανάγλυφα γεμάτα συμβολισμούς, φερμένα από την Ιταλία, και στις τέσσερις πλευρές του. Η κρύπτη χάσκει πια σαν στόμα ανοιχτό, κενή, κι από πάνω τα ανάγλυφα πρόσωπά των δύο νεκρών. Εκείνη με κλαδιά από αφιόνι στη βάση του προσώπου της, σύμβολο ευαισθησίας, θανάτου, παραίσθησης, κι εκείνος από δάφνη, σύμβολο δόξας και τιμής. Ο θρύλος λέει πως πάνω σε ένα καυγά ο Καγγελάρης έσπρωξε την Πελλώνη. Εκείνη καθώς έπεσε τραυματίστηκε θανάσιμα. Ο μετανιωμένος σύζυγος έφτιαξε για χάρη της λαμπρό ταφικό μνημείο και ζήτησε να ταφεί δίπλα της, όταν θα ερχόταν η ώρα του.

ΜΕΤΟΧΙ ΝΙΧΩΡΙΟΥ

Το τρίτο μετόχι του Παναγίου Τάφου βρίσκεται στο Νιχώρι του Βοσπόρου. Η κοινότητα αυτή είναι ο τόπος που εγκαταστάθηκαν οι οικογένειες των Υψηλάντηδων και των Κομνηνών όταν αναγκάσθηκαν να φύγουν από την Τραπεζούντα, αγόρασαν εκτάσεις και έκτισαν σπίτια.

Η ιστορία γράφει ότι ο Νικόλαος Κομνηνός Υψηλάντης, κάτοικος Νιχωριού, είχε φιλία με τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Παϊσιο και του δώρισε ένα εκκλησάκι που ήταν αφιερωμένο στον Άγιο Γεώργιο με τον κήπο και τον περιβάλλοντα χώρο, το οποίο βρίσκονταν απέναντι στην Θάλασσα. Συν το χρόνο το εκκλησάκι αυτό μεγάλωσε οπότε «το Νιχώρι χρησιμοποιήθηκε ως θερινό ενδιαίτημα των Πατριαρχών Ιεροσολύμων που παρέμεναν στην Κωνσταντινούπολη και έμεναν άλλοτε στο μετόχι της Χάλκης και άλλοτε στο Νιχώρι».

Ο Ναός είναι τρίκλητη βασιλική «λιθοπληνθόκτιστη μεταβυζαντινής λαϊκής τεχνοτροπίας». Γράφει το ιστορικό σημείωμα σχετικά με τα αγιοταφικά μετόχια στην Πόλη ότι είναι «τυπικό παράδειγμα Πολίτικης αρχιτεκτονικής των αρχών του 19ου αιώνα».

Η κοινότητα Νιχωριού μετατράπηκε σε αξιόλογο χώρο του Παναγίου Τάφου αφού σε αυτό λειτούργησε σχολείο, ιδρύθηκε το πρώτο τυπογραφείο από τον Πατριάρχη Αθανάσιο και ονομάσθηκε «τυπογραφείο του εν Κωνσταντινουπόλει μετοχίου του Παναγίου Τάφου».

Τα μετόχια λοιπόν του Παναγίου Τάφου αποδεικνύεται ότι χρησίμευαν σαν χώροι εγκατάστασης και διαμονής των Πατριαρχών των Ιεροσολύμων, καθώς και χώροι αγαστής συνεργασίας με την Μητέρα Εκκλησία. Επί πλέον διέμεναν κληρικοί του Παναγίου Τάφου που συνομιλούσαν με την Υψηλή Πύλη αναζητώντας λύσεις στα προβλήματα που είχαν. Τέλος συντελούσαν στην ανύψωση της παιδείας με τα σχολεία και τις βιβλιοθήκες που ίδρυαν. Ενώ θα πρέπει να επισημάνουμε το νομικό καθεστώς που διέπει σήμερα τα μετόχια. Συγκεκριμένα, όπως μας είπε ο κ. Νεκτάριος, το μεν μετόχι του Νιχωριού είναι Βακούφι , δηλαδή ιερό καθίδρυμα, το μετόχι του Φαναρίου είναι mazbut , δηλαδή κατειλημμένο και το μετόχι της Χάλκης μετά από δικαστικούς αγώνες κατορθώθηκε και βγήκε από το δημόσιο και αναμένεται να κερδίσει την δίκη η μονή και να αποκτήσει τίτλο κυριότητος.

Υπήρξαν πολλοί αξιόλογοι εκπρόσωποι του Πατριάρχη Ιεροσολύμων στην Πόλη οι οποίοι εργάσθηκαν με σκοπό να προστατεύσουν τα Μοναστήρια και τα περιουσιακά τους στοιχεία. Κυρίως όμως να αναπτύξουν αγαστή συνεργασία με το Φανάρι και τον Οικουμενικό Πατριάρχη κάτι που πέτυχε απόλυτα ο σημερινός εκπρόσωπος του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων.

Ο κατά κόσμον Κωνσταντίνος Σελαλματζίδης γεννήθηκε στην Δράμα. Σπούδασε Παιδαγωγικά στην Ακαδημία της Ρόδου και Θεολογία στην Θεολογική Σχολή της Θεσσαλονίκης. Το 1983 χειροτονήθηκε διάκονος ενώ δύο χρόνια αργότερα πρεσβύτερος και πήρε το οφίκιο του Αρχιμανδρίτη. Εργάσθηκε ως εκπαιδευτικός στα ελληνικά σχολεία της Αργεντινής και της Βραζιλίας . Το 2001 πήγε στα Ιεροσόλυμα και υπηρέτησε σαν καθηγητής στην Πατριαρχική Σχολή, σαν Ηγούμενος στην Μονή του Αγίου Στεφάνου και από το 2003 Έξαρχος του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων στην Κωνσταντινουπολη. Το 2013 χειροτονήθηκε στον Πατριαρχικό Ναό από τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο κατά παράκληση του Πατριάρχη Ιεροσολύμων και έλαβε τον τίτλο Ανθηδώνος. Σήμερα είναι Συνοδικός Μητροπολίτης στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων και συνεχίζει το υψηλό του έργο στην Κωνσταντινούπολη.

Σχετικά άρθρα

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ