23.7 C
Athens
Πέμπτη, 4 Ιουνίου, 2026

Ο Ρωμανός ο Μελωδός του Οδυσσέα Ελύτη

Με αφορμή την εορτή του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού (1 Οκτωβρίου), του ποιητού των Κοντακίων, δημοσιεύουμε στην συνέχεια το κείμενο “Ο Ρωμανός ο Μελωδός του Οδυσσέα Ελύτη” του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου από την Ετήσια έκδοση χριστιανικού διαλόγου και προβληματισμού “Ανθίβολα”, τεύχος 2ο, Αφιέρωμα: Εκκλησία και Τέχνη (2018).

Ο Ρωμανός ο Μελωδός του Οδυσσέα Ελύτη

Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος

Ανάμεσα στις μεγάλες πόλεις της Συρίας που έχουν υποστεί ανυπολόγιστες καταστροφές από τον πολυετή εμφύλιο πόλεμο που μαίνεται στη χώρα —και δυστυχώς δεν φαίνεται να έχει τελειωμό— είναι η Χομς: η αρχαία Έμεσα, η γενέτειρα του Ρωμανού του Μελωδού. Σύρος ο Ρωμανός, το λέει κι ο Ελύτης, αλλά και πολίτης της μεγάλης Αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης, οπότε υπηρέτησε διάκονος στη Βηρυτό και κατέληξε στην Κωνσταντινούπολη. Σήμερα οι χριστιανοί της Συρίας δοκιμάζονται σκληρά. Και καλό θα ήταν να μην τους ξεχνάμε. Η ποίηση του Ρωμανού λειτουργεί παραμυθητικά για όλους μας.

Και δεν θα μπορούσε να λειτουργεί διαφορετικά, δεδομένου ότι πρόκειται για μεγάλη ποίηση. Από αυτή την άποψη, λοιπόν, δεν ξενίζει καθόλου το γεγονός ότι ο Ρωμανός ο Μελωδός ανήκει στην προσωπική μυθολογία του Οδυσσέα Ελύτη. Η σχέση του Νεοέλληνα ποιητή με τον Βυζαντινό μελωδό του 6ου αιώνα φαίνεται να διατρέχει ολόκληρη την ποίησή του, ανιχνεύεται στα δοκιμιακά του κείμενα, ομολογείται σε προφορικές συνεντεύξεις του, κατεξοχήν όμως μνημειώθηκε στο περίφημο δοκίμιό του για τον Ρωμανό.

Το δοκίμιο του Ελύτη για τον Ρωμανό

Ο Ελύτης γράφει το δοκίμιό του για τον Ρωμανό τον Μελωδό το 1975. Το κείμενό του παραμένει αδημοσίευτο ως το 1986, οπότε δημοσιεύεται στο τριμηνιαίο περιοδικό λογοτεχνίας, θεωρίας της λογοτεχνίας και κριτικής Εκηβόλος (τεύχος 15). Αναδημοσιεύεται πολύ αργότερα και στον τόμο Εν λευκώ του ποιητή, τον δεύτερο —μετά τα Ανοιχτά Χαρτιά— με πεζά του (1972–1995).[1]

[…] Το φως της λαμπάδας που άναψε αυτός ο νεαρός διάκονος της Βηρυτού, φτάνοντας μία μέρα στη Βασιλεύουσα μ’ ένα τυλιχτάρι κάτω από τη μασχάλη, για να κλειστεί σ’ ένα καμαράκι και να γράψει εκατοντάδες ποιήματα, δεν ομολογεί απλώς πίστη και αφοσίωση στην εκκλησία του Χριστού· καίει και θρέφεται από μια παράδοση που δεν είχε ίσως κανένα πλέον αντίκρισμα στον απέραντο ελληνόφωνο πληθυσμό (ηττημένη καθώς ήτανε από τον μονοθεϊσμό και τις νέες ανθρωπιστικές αξίες), κρατιότανε όμως γερά, σαν τρόπος εκφραστικός, αγκιστρωμένη από τη γλώσσα κι έτοιμη, μέσ’ απ’ αυτήν, να περάσει στο αντίπαλο στρατόπεδο, για να κατισχύσει με τον ίδιο τρόπο ακριβώς που ο φορέας της είχε, ειρηνικά κι εκείνος, πετύχει να βρεθεί, από υποτελής, κυρίαρχος και ιδρυτής μιας παντοδύναμης αυτοκρατορίας. Οι μυστικές πνευματικές δυνάμεις καθώς βλέπουμε, ακολουθούν κάποτε τη μοίρα των πολιτικών ή το αντίστροφο, που σημαίνει ότι, σ’ ένα βάθος απώτατο, και οι δύο τους βρίσκονται σε συνεχή συνάρτηση.

Αν ο Μέγας Κωνσταντίνος ήταν αδύνατον να προβλέψει το αποτέλεσμα που θα μπορούσε να είχε η μετακίνησή του, πόσο μάλλον ο Ρωμανός. Λίγοι, ελάχιστοι, ακόμη και σήμερα, έχουμε συνειδητοποιήσει ότι το χαρτί που του έδωσε κάποια νύχτα η Παναγία να καταβροχθίσει, όπως μας λένε τα συναξάρια, τον έκανε άξιο να μεταμοσχεύσει από τον κορμό του αρχαίου στον κορμό του μεσαιωνικού ελληνισμού έναν ειδικό τρόπο του εκφράζεσθαι που έφτασε σώος ως τις μέρες μας.Είναι κάτι τόσο μεγάλο αυτό και —δυστυχώς— σε τόσο μικρό ποσοστό φανερωμένο, που η δυσκολία να το αποδείξεις το αφήνει να πάρει μοιραία το σχήμα της υπερβολής.

Και πρώτα-πρώτα, ο ίδιος ο Ρωμανός θα ’χε λόγους να διαμαρτυρηθεί: καμιά σχέση δεν ήθελε να ’χει αυτός με τον αρχαίο κόσμο. Ούτε καν Έλληνας δεν ήταν. Σύρος ή, κατά τον Maas, Εβραίος, έγραψε στην κοινή του καιρού του, μια μεταβατική φάση της ελληνικής, που —υπάρχουνε πολλά δείγματα— τη χειρίσθηκε με τους δισταγμούς και τα παραπατήματα ενός ξένου. Κάτι περίπου σαν τους μεγάλους σύγχρονους ποιητές μας που δεν ήξεραν ελληνικά, όπως έλεγε ο Σεφέρης για τον Σολωμό, τον Κάλβο και τον Καβάφη και που ωστόσο —ίσως γι’ αυτό— αναπαρθενεύσανε, από έναν δρόμο απροσδόκητον ο καθένας τους, τον ποιητικό λόγο. […]

Το δοκίμιο αυτό δεν έχει ακόμα «ανακαλυφθεί», θα έλεγα, από τους φιλολόγους και τους ειδικούς ερευνητές.

Η πρώτη αναφορά σε αυτό έγινε από τον σπουδαίο νεοελληνιστή Ντέιβιντ Κόννολυ, ο οποίος σε μια επιστημονική ανακοίνωσή του με τίτλο: «Μεταφράζοντας πρισματική ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης και Τα ελεγεία της Οξώπετρας»,[2] αναφέρεται στα δύο είδη ποίησης που διακρίνει και αντιπαραθέτει ο Ελύτης: την «πρισματική» και την «επίπεδη». Ο Κόννολυ παρατηρεί ότι η πρισματική ποίηση, σύμφωνα με τον Ελύτη, είναι αυτό το ιδιαίτερο γνώρισμα που χαρακτηρίζει τη γνήσια ελληνική ποιητική παράδοση και το οποίο απαντά στον Όμηρο, τον Πίνδαρο, τους αρχαίους λυρικούς ποιητές, τον Ρωμανό, τον Κάλβο και, κατά συμπέρασμα, τον ίδιο τον Ελύτη. Δηλαδή, όπως λέει ο ίδιος ο Ελύτης,

πρόκειται για ρήσεις όπου τα μέταλλα της γλώσσας και των εικονιστικών στοιχείων συγχωνεύονται. Και όπου η διατύπωση μιας αλήθειας είναι και η διέγερση ενός κόσμου αφομοιώσιμου από την προσληπτικότητα της φαντασίας μας. Αυτές είναι που ψηλαφώ τώρα στο Ρωμανό…

Ο καθηγητής Βυζαντινής και Νεοελληνικής Φιλολογίας Φώτης Δημητρακόπουλος κάνει μια συνοπτική αλλά ουσιαστική παρουσίαση του δοκιμίου του Ελύτη στο κείμενό του «Ρωμανός ο Μελωδός και Οδυσσέας Ελύτης», που δημοσιεύτηκε το 2010.[3] Επισημαίνει τις επτά ενότητες στις οποίες είναι χωρισμένο το δοκίμιο από τον ίδιο τον ποιητή, χωρίς κάποιο τίτλο η κάθε ενότητα, αλλά με διαφορετική πτυχή της ρωμανικής ποιητικής.

Στην πρώτη ενότητα, με λίγα βιογραφικά για τον Ρωμανό, ο Ελύτης αναφέρεται στη μεγάλη λογοτεχνική παράδοση του ελληνισμού που πέρασε στο αντίπαλο στρατόπεδο, το χριστιανικό, ως μυστική πνευματική δύναμη.

Στη δεύτερη ενότητα ο Ελύτης αναφέρεται στις εκδόσεις του Ρωμανού, καθώς ο ποιητής είχε διαβάσει βασικά γραμματολογικά βοηθήματα για τον Ρωμανό. Επίσης, ο Ελύτης κάνει σύντομη μνεία των δύο ακόμη χαρακτηριστικών των ύμνων, της ακροστιχίδας και του εφυμνίου, παρατηρώντας ότι για πρώτη φορά στην ελληνική γλώσσα ένας ποιητής εισάγει την αρχή της μεταβαλλόμενης σταθερής μορφής πάνω σε τονικά μέτρα και παραθέτει χαρακτηριστικά παραδείγματα, με τη μορφή πινάκων.

Στην τρίτη και την τέταρτη ενότητα το θέμα του Ελύτη είναι η γλώσσα του Ρωμανού, όπου υπάρχει και η εμβληματική γνωμάτευση του Ελύτη:

«το σχέδιο διαγράφεται καθαρά στον ποιητικό ορίζοντα: τρεις κολώνες που συγκρατούν τις καμπύλες των αψίδων σε μίαν από τις προσόψεις του ενιαίου ελληνικού λόγου: Πίνδαρος, Ρωμανός ο Μελωδός, Ανδρέας Κάλβος».

Πρόκειται για την πιο γνωστή «ρήση» του Ελύτη, από το δοκίμιο για τον Ρωμανό. Εδώ παρατίθεται κι ένα «πρόχειρο», όπως το χαρακτηρίζει ο ίδιος ο ποιητής, «Γλωσσάριο» του Ρωμανού, το οποίο καταδεικνύει την επιμέλεια του Ελύτη και την ουσιαστική προσέγγισή του στον Ρωμανό.

Στην πέμπτη ενότητα ο Ελύτης προβαίνει σε μία επί τροχάδην αναφορά στην ελληνική ποίηση για να καταδείξει τη συμβολή του Ρωμανού στην αναζωογόνησή της.

Στην έκτη ενότητα είναι η σειρά να παρατεθούν στίχοι και ημιστίχια με εκφραστικές επιτυχίες του Ρωμανού, περίπου δύο σελίδες του δοκιμίου του σε έκταση. Είναι σαν ένα χέρι αόρατο να παραδίδει μέσα από τα λιβάδια της νέας θρησκείας τη σκυτάλη στον Ρωμανό, ο οποίος μεταφέρει αναλλοίωτους τους πυρήνες της γλωσσικής έκφρασης του αρχαίου πολιτισμού. Ο Μελωδός «σαν χειριστής του γλωσσικού οργάνου, έφτασε χάρη στην ιδιοφυΐα του, ν’ αγγίζει τη σπανιότητα στην έκφραση και να τη συλλάβει αυτογέννητη, ταυτισμένη με την υπερβατική εικόνα».

Στην έβδομη και τελευταία ενότητα ο Ελύτης κάνει λόγο για την ποιητική ασκητική του Ρωμανού, που φαίνεται ότι θέλγει και τον ίδιο.

Παρά τις κάποιες φιλολογικού χαρακτήρα κυρίως αντιρρήσεις του σε επιμέρους ζητήματα, ο Δημητρακόπουλος αποφαίνεται πως «το δοκίμιο αυτό του ποιητή τού Άξιον Εστί αποτελεί θαυμάσια εισαγωγή στην ποίηση των κοντακίων του Ρωμανού».

Και συμπληρώνει:

Στην ελληνική γλώσσα διαθέτουμε τις γραμματολογικές προσεγγίσεις του Ν. Β. Τωμαδάκη, Βυζαντινή Υμνογραφία, το ομότιτλο έργο του Κάρολου Μητσάκη, και τον οικείο τόμο της Πατρολογίας του Παναγιώτη Χρήστου.

Άρα, ο Ελύτης είναι ο μόνος μη θεολόγος που ασχολείται σοβαρά με τον Ρωμανό ως ποιητή και αγκωνάρι, θα λέγαμε, του γλωσσικού μας πολιτισμού. Αυτό δεν είναι καθόλου λίγο.

Στο κείμενό της «Ο Ρωμανός ο Μελωδός και η ποιητική θεωρία του Οδυσσέα Ελύτη»[4] η Μαριλένα Πρωίμου σημειώνει για το δοκίμιο του Ελύτη πως

το μελέτημα αυτό είναι ενδιαφέρον και για το λόγο ότι ο Ελύτης δείχνει σ’ αυτό να διαθέτει ένα ιδιαίτερο «φιλολογικό» εξοπλισμό για το θέμα του και γνώση των κριτικών δημοσιευμάτων και εκδόσεων έργων του Ρωμανού, ο οποίος σε άλλα δοκίμιά του —και αν υπάρχει— δεν είναι τόσο εμφανώς ομολογημένος.

Εύστοχα σημειώνει πως ο Ελύτης και στο δοκίμιο για τον Ρωμανό εκφράζει τη θεωρία του για την ποίηση, παραπέμποντας στον Δ. Ν. Μαρωνίτη που γράφει: «τα δοκίμια του Ελύτη διαβάζονται περισσότερο ή λιγότερο ως προέκταση της ποίησής του, ως υπόμνημα ποιητικής».

Πάντως κατά την Πρωίμου το δοκίμιο για τον Ρωμανό δεν συνιστά μόνο έκθεση του προσωπικού προβληματισμού του Ελύτη, αλλά μια σημαντική αποτίμηση του έργου του Ρωμανού, από έναν ομότεχνό του, που έχει βιώσει τα θέματα της ποίησης από πρώτο χέρι.

Ο Ρωμανός, επισημαίνει η Μαριλένα Πρωίμου, έχει μια ιδιαίτερη αξία για τον Ελύτη ως εκφραστής της ελληνικότητας με όχημα τη γλώσσα, της οποίας η συνέχεια είναι και συνέχεια του πολιτισμού, του οποίου ο Ρωμανός αποβαίνει απολογητής «εκών άκων». Και αυτό που καταξιώνει τον Ρωμανό είναι η ποιητική τεχνική, η ιδιαίτερη μορφή, που εκδηλώνεται σε δύο τομείς: τη γλώσσα (λεξιλόγιο) και τη σύνταξη.

Το δοκίμιο του Ελύτη για τον Ρωμανό είναι σημαντικό για τη Μαριλένα Πρωίμου γιατί σε αυτό αποκαλύπτεται η ποιητική διαδικασία κατά τον Ελύτη που θα μπορούσε να συνοψιστεί στα εξής σημεία:

• Επιλογή σπάνιων λέξεων και αδοκίμαστου συνδυασμού τους.

• Δημιουργία ποιητικής και ψυχικής ετοιμότητας – ποιητική «έκπληξη».

• Καθαρότητα στη σύλληψη του κόσμου.

Επίσης, η Πρωίμου παρατηρεί πως έχουν σημασία για τον Ελύτη, όπως συμβαίνει στον Ρωμανό, η πειθάρχηση στους μετρικούς κανόνες, τα εξωτερικά γνωρίσματα της μορφής, οι εκφραστικοί τρόποι και τα τονικά μέτρα που μαρτυρούν τη σημασία του σχεδίου, της αρχιτεκτόνησης, αλλά και των παρεκκλίσεων από αυτήν, των ιδιοτυπιών.

Ο Ρωμανός στην ποίηση του Ελύτη

Στον Μικρό Ναυτίλο του Ελύτη ο Ρωμανός έχει την τιμητική του: η περίφημη φράση «Μυρίσαι το άριστον», που κυριαρχεί ως γενικός τίτλος ενοτήτων στην ποιητική συλλογή, είναι για πολλούς συνώνυμη του Ελύτη, αλλά στην πραγματικότητα είναι δάνειο από τον Ρωμανό (το μνημονεύει και ο ποιητής στο σχετικό δοκίμιό του). Επίσης, στον Ταξιδιωτικό Σάκο του («Όττω τις έραται»), πάντα στον Μικρό Ναυτίλο, ο ποιητής φυσικά παίρνει μαζί του και Ρωμανό, δύο στίχους:

Και το αίμα μου μέλαν, / όθεν βάπτω και γράφω

το άνθος το γλυκάζον / εμοί γέγονεν τιθύμαλλος.[5]

Είναι πολύ ενδιαφέρον ότι στον Μικρό Ναυτίλο ο Ελύτης έχει ως τίτλους των διαφόρων ενοτήτων του εναλλάξ Σαπφώ («Όττω τις έραται»), Ρωμανό («Μυρίσαι το άριστον») και Κάλβο («Και με φως και με θάνατον»): τρεις πυλώνες του ελληνικού πολιτισμού που για τον Ελύτη είναι καθοριστικής σημασίας. Άλλωστε ο Ελύτης στα Ανοιχτά Χαρτιά λέει ότι νιώθει ένας

αριστοκράτης, ο μόνος που έχει το προνόμιο να λέει τον ουρανό «ουρανό», και τη θάλασσα «θάλασσα», ακριβώς όπως η Σαπφώ, ακριβώς όπως ο Ρωμανός, εδώ και χιλιάδες χρόνια, και μόνον έτσι να βλέπω αλήθεια το γαλάζιο του αιθέρος ή ν’ ακούω το ρόχθο του πελάγους…[6]  

Ειδικότερα στο Άξιον Εστί οι επιρροές από τον Ρωμανό είναι πάμπολλες, όπως διαπιστώνει ο Τάσος Λιγνάδης στη μελέτη του για το περίφημο έργο του Ελύτη.[7]

Ο Λιγνάδης παραπέμπει σε δέκα τουλάχιστον ύμνους-κοντάκια του Ρωμανού, απ’ όπου έχει εμπνευστεί ο Ελύτης, και συγκεκριμένα: «Εις την Γέννησιν»,[8] «Εις τον Νιπτήρα», «Εις τους Αγίους 40 μάρτυρας», «Εις τα άγια νήπια», «Εις την άρνησιν του Πέτρου», «Εις τα Θεοφάνια», «Εις την Σαμαρείτιδα», «Εις την Ανάστασιν», «Εις την Υπαπαντήν», «Εις την Αγίαν Πεντηκοστήν». Μια φράση του Ρωμανού είναι αρκετή για τον Ελύτη.[9]

Όμως, ειδικά στο Άξιον Εστί μπορεί να αναγνωρίσει κανείς και τα μορφολογικά στοιχεία που δανείζεται ο Ελύτης από τον Ρωμανό. Η στιχουργική μορφή των Ασμάτων ακολουθεί πιστά και στην οπτική της εμφάνιση τρόπους διατυπώσεως της εκκλησιαστικής υμνογραφίας, και κατεξοχήν των κοντακίων του Ρωμανού, από την οξφορδιανή έκδοση των Maas – Trypanis του 1963, την οποία είχε υπόψη του ο Ελύτης.[10]

Ο ίδιος ο Ελύτης, σε συνέντευξή του τον Νοέμβριο του 1981, λέει ότι η «συμμετρία» στην ποίηση είναι πρόνοια.

Όταν κάνεις ένα έργο που είναι μεγαλύτερο από μία σελίδα και αποτελεί πια ένα μεγάλο σύνολο, πρέπει να έχει μια ορισμένη αρχιτεκτονική. Εγώ, λοιπόν, δεν θα το ’λεγα συμμετρία, αλλά αρχιτεκτονική… Να σας δώσω ένα παράδειγμα: το Άξιον Εστί δε θα μπορούσε ποτέ να σταθεί, αν δεν είχα την πρόνοια να έχω τη σχεδόν μαθηματική αυτή διάταξη στοιχείων του ποιήματος. Νομίζω ότι στα μεγάλα ποιήματα αυτό είναι απαραίτητο και έχω παραδείγματα και από παλιά ακόμα. Και ο Πίνδαρος είχε τέτοια πρόνοια και ο Ρωμανός ο Μελωδός στο Βυζάντιο…[11]

Και σε άλλη συνέντευξή του επεξηγεί για το ίδιο θέμα:

Πολύ με βοήθησαν, για ν’ αντιμετωπίσω αυτό το πρόβλημα, δύο μεγάλα πνεύματα της ελληνικής παράδοσης: ο Πίνδαρος, στα κλασικά χρόνια, και ο Ρωμανός ο Μελωδός, στο Βυζάντιο… Στις μεγάλες συνθέσεις, η αρχιτεκτονική αυτή μέριμνα —με την εναλλαγή των συλλαβικών μέτρων και την, κατά μαθηματικά διαστήματα, επαναφορά τους— αποδείχθηκε ευεργετική. Ο ειδικός τόνος γεννούσε τον ειδικό τύπο. Και αυτό χωρίς ο αναγνώστης να είναι υποχρεωμένος, όπως ο ειδικευμένος μελετητής, έστω και να υποψιάζεται καν την ύπαρξή τους για να χαρεί το αποτέλεσμα που εντέλει —και πολύ σωστά— μόνον αυτό μετράει.[12]

Και σε άλλες περιπτώσεις ο Ελύτης ομολογεί σαφώς την επίδραση του Ρωμανού στη σύνθεση και την αρχιτεκτονική του Άξιον Εστί. Στον λόγο του ποιητή στην Ακαδημία της Στοκχόλμης, με αφορμή το βραβείο Νόμπελ που του απονεμήθηκε, υπάρχουν κάποιες παράγραφοι που δεν συμπεριλήφθηκαν στην τελική έκδοση του κειμένου. Δημοσιεύονται όμως στον σχετικό ιστότοπο της Ακαδημίας, στη γαλλική και αγγλική εκδοχή του λόγου. Σε μία απ’ αυτές ο Ελύτης λέει ότι ακολούθησε το παράδειγμα του Ρωμανού για την αρχιτεκτονική του Άξιον Εστί.[13]

Ιδιαίτερα με το Άξιον Εστί ο Ελύτης φαίνεται πως επιστρέφει στη μεγάλη παράδοση των Βυζαντινών μελωδών και υμνογράφων. Στη μεγάλη αυτή σύνθεση χρησιμοποιεί με ελευθερία τα σύμβολα, τις μεταφορές, τις εικόνες και τη γλώσσα του Ρωμανού του Μελωδού, του Ιωάννη του Δαμασκηνού, του Κοσμά του Μελωδού, του Ανδρέα Κρήτης. Είναι ενδιαφέρον ότι συχνά ο Ελύτης έχει αποκληθεί «Βυζαντινός» ποιητής —πιθανόν σε αντιδιαστολή με τον «κλασικό» Σεφέρη.[14]

Άλλες μαρτυρίες

Ο Ρωμανός έχει εύστοχα χαρακτηριστεί το alter ego του Ελύτη.[15] Ο Βυζαντινός ποιητής, θα τολμούσαμε να πούμε, υπάρχει παντού στη ζωή[16] και στο έργο του. Εξάλλου, πέρα απ’ το δοκίμιο και την ποίησή του, η σχέση του Ελύτη με την ποίηση του Ρωμανού ομολογείται και αλλού.

Σε συνέντευξή του που δημοσιεύτηκε τη μέρα των γενεθλίων του, 2 Νοεμβρίου, το 1975, δηλαδή τη χρονιά που έγραψε και το δοκίμιο, ο Ελύτης δηλώνει: «Με απασχολούν κυριότατα μορφές που αγαπώ, από τον Ρωμανό τον Μελωδό και τον Παπαδιαμάντη ως τον Ανδρέα Εμπειρίκο».[17]

Σε άλλη συνέντευξή του, δύο χρόνια αργότερα, το 1977, στα Επίκαιρα, απαντώντας στο ερώτημα πώς ικανοποιεί το ενδιαφέρον του για την ελληνική παράδοση, ο ποιητής θα πει:

Αισθάνομαι ότι είναι ανάγκη αυτούς που αγαπούμε, να τους φέρνουμε κοντά στη δική μας ευαισθησία… Από το Βυζάντιο διάλεξα τον Ρωμανό τον Μελωδό κι έχω κάνει μια μικρή εργασία, ανέκδοτη ακόμα.[18]

Πρόκειται, φυσικά, για το γνωστό δοκίμιο του ποιητή για τον Ρωμανό, που δημοσιεύτηκε έντεκα χρόνια αργότερα.

Τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους (1977), ο Ελύτης παραχωρεί μια συνέντευξη στον ποιητή Ματθαίο Μουντέ, ο οποίος προκαλεί τον Ελύτη: «Μιλήστε μας και για τις δύο άλλες αγάπες σας, τον Θεόφιλο και τον Ρωμανό». Ο Ματθαίος Μουντές γνωρίζει καλά πως ο ποιητής δεν εκδηλώνει απλώς την αισθητική του προτίμηση αλλά αγαπάει τον Ρωμανό και τον Θεόφιλο. Κι ο ποιητής με μια φράση συνοψίζει τη συμβολή των δύο ταπεινών μορφών —ενός διακόνου κι ενός λαϊκού ζωγράφου— στον νεοελληνικό πολιτισμό:

Ο Ρωμανός διασώζει μέσα στον χριστιανικό κόσμο την πρισματική έκφραση των αρχαίων,[19] και ο Θεόφιλος μεταφέρει τους τρόπους της ορθόδοξης εικονογραφίας στη φυσική πραγματικότητα του νέου Ελληνισμού.[20]

Στον τόμο Οδυσσέας Ελύτης. Ο ναυτίλος του αιώνα, που συνέθεσε και επιμελήθηκε η ποιήτρια Ιουλίτα Ηλιοπούλου και εκδόθηκε από τον Ίκαρο το 2011 με αφορμή τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του ποιητή, υπάρχει φυσικά και ο Ρωμανός. Ανθολογείται στην ενότητα «Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική», μαζί με άλλους μεγάλους χειριστές του έλληνος λόγου, που ανήκουν στην προσωπική μυθολογία του Ελύτη. Η Ιουλίτα Ηλιοπούλου δημοσιεύει και την εικόνα του Αγίου Ρωμανού του Διακόνου, μαζί με τις φωτογραφίες του Σολωμού, του Παπαδιαμάντη κι ένα σκίτσο του Κάλβου από τον Ελύτη.

Και παραθέτει δύο χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το δοκίμιο του Ελύτη για τον Ρωμανό, που συνοψίζουν, θα λέγαμε, τη θεώρηση του ποιητή για τον Ρωμανό και την ποίησή του:

Η ελληνική ποίηση γεννήθηκε με ορισμένα σημάδια. Τα κείμενά της —τα λόγια της— δεν βρίσκονται ποτέ στο ίδιο επίπεδο: κυματούνται, που θα ’λεγε κι ο Ρωμανός. Ακόμη και στο έπος, ένα είδος κατεξοχήν αφηγηματικό, καταφέρνει ο Όμηρος ν’ αποφύγει την επίπεδη έκφραση, δίνει πρώτος το παράδειγμα. Οι ραψωδίες του οργανώνονται γύρω από πυρήνες που προεξέχουν και που, εκ των υστέρων, συγκρατούν το σύνολο. Οι πυρήνες αυτοί δεν είναι κατ’ ανάγκην «εικόνες», είναι φραστικές μονάδες αυτοδύναμης ακτινοβολίας, όπου ο συνδυασμός ο ηχολογικός συμπίπτει με τον νοηματικό σε τέτοιο σημείο, που δεν ξέρεις τελικά αν η γοητεία προέρχεται απ’ αυτό που λέει ο ποιητής ή από τον τρόπο που το λέει.

Ο Ρωμανός, στον τομέα του λόγου, μεταφέρει αναλλοίωτους τους πυρήνες της γλωσσικής έκφρασης ενός πολιτισμού που μήτε καν τον παραδέχεται στο χώρο της πλέον αυστηρής θρησκευτικής τυπολογίας.

Μία επέμβαση όπως αυτή, πολύ πιο δύσκολη, φυσικό ήταν να πετύχει σε ορισμένες μόνον στιγμές, και όχι πάντοτε με την ίδια ρώμη. Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι, παρά την απώθησή του προς το ειδωλολατρικό πνεύμα, παρά την πιθανή άγνοια των κλασικών κειμένων από μέρους του, ακόμη, θα έλεγα, και παρά την απουσία αίματος ελληνικού στις φλέβες του, και μόνον σαν χειριστής του ελληνικού γλωσσικού οργάνου, έφτασε, χάρη στην ιδιοφυΐα του, ν’ αγγίξει την σπανιότητα στην έκφραση και να τη συλλάβει αυτογέννητη, ταυτισμένη με την υπερβατική εικόνα. Είναι ήδη αυτό κάτι άτρωτο, κάτι που έρχεται ακόμη μια φορά να μας βεβαιώσει για την αρραγή —μέσω της γλώσσας και των μυστικών νόμων της— ενότητά μας.[21]

Άλλοι ποιητές και δοκιμιογράφοι για τον Ρωμανό

Πρέπει εδώ να παρατηρήσουμε ότι ο Ελύτης, αν και λάτρης του Ρωμανού, δεν προχώρησε σε απόδοσή του στα νέα ελληνικά, κάτι που έκανε για τη Σαπφώ, τον Κριναγόρα, αλλά και για την Αποκάλυψη του Ιωάννη. Μάλλον γιατί ο Ρωμανός ήταν παντού στο έργο του.

Δύο χρόνια μετά τη συγγραφή του δοκιμίου του Ελύτη, το 1977, ο ποιητής Νίκος Καρούζος δημοσιεύει στο περιοδικό φιλοσοφίας Εποπτεία (τεύχος 15) μια πρώτη —και τελευταία, απ’ ό,τι φάνηκε στη συνέχεια— μεταφραστική του απόπειρα σε κοντάκιο του Ρωμανού, δηλαδή αποδίδει στα νέα ελληνικά τον Ύμνο ΛΓ΄ του Ρωμανού του Μελωδού, ήτοι το Κοντάκιο στην Κυριακή των Βαΐων.

Ένας άλλος ποιητής που απέδωσε τρία κοντάκια του Ρωμανού στα νέα ελληνικά, και μάλιστα σε έμμετρη ποιητική μετάφραση, είναι ο Κύπριος Κυριάκος Χαραλαμπίδης. Η σχετική εργασία του εκδόθηκε από την Άγρα το 1997. Ακόμα ένας Κύπριος ποιητής, ο Θεοδόσης Νικολάου, αγαπούσε τον Ρωμανό τον Μελωδό και είχε γράψει δοκίμια γι’ αυτόν.

Αξίζει να σημειώσουμε επίσης ότι οι λογοτέχνες Μάρκος Αυγέρης, Θρασύβουλος Σταύρου και Βασίλης Ρώτας στο βιβλίο τους Η ελληνική ποίηση ανθολογημένη αναφέρονται, τόσο στην εισαγωγή του βιβλίου όσο και σε σχόλιά τους, υμνητικά για τη λογοτεχνική αξία του Ρωμανού, αλλά και της σπουδαίας υμνογράφου Κασσιανής.[22]

Ας προστεθεί εδώ και ένα δοκίμιο του Ανδρέα Λεντάκη με τίτλο: Ρωμανός ο Μελωδός, Κώστας Βάρναλης και στρατευμένη τέχνη (1η έκδοση Κέδρος, 1977· δεύτερη γραφή Δωρικός, 1991). Σε αυτό ο Λεντάκης διερευνά την ποιητική σύγκλιση Ρωμανού και Βάρναλη στον θρήνο της Παναγίας.

Εν κατακλείδι

Η έρευνά μας δεν εντόπισε άλλον ποιητή που να έχει ασχοληθεί με τον Ρωμανό. Ο Ελύτης είναι ο πρώτος και ο μόνος που ασχολήθηκε συστηματικά με την ποιητική του Ρωμανού στο δοκίμιό του για τον Βυζαντινό ποιητή.

Διάκονος ήταν και, καθώς φαίνεται, διάκονος έμεινε ως το τέλος της ζωής του ο Ρωμανός με τόσες πτυχές στην ιδιωτική του ζωή όσες και στο φτωχό του ράσο. Είναι αυτό ένα μεγαλείο που, ανεξάρτητα εντελώς από κάθε ηθική, χριστιανική ή άλλη, μας βοηθεί να βλέπουμε τους δημιουργούς μέσα στη μόνωσή τους και να τους παρακολουθούμε στον αγώνα τους για μιαν αφιλόκερδη αποτίμηση της ζωής και των αξιών που περικλείνει.

Εκεί, σ’ ένα κελί του ναού της Θεοτόκου της εν τοις Κύρου, τον φαντάζομαι κι εκείνον να βαδίζει επάνω κάτω μια ζωή ολόκληρη, παλεύοντας με τις λέξεις όπως ο Σολωμός κι ας ήταν ένας κόμης όπως ο Παλαμάς κι ας ήταν ένας γραμματικός. Δε γίνεται αλλιώς η ποίηση. Κακομαθημένοι στις μέρες μας, προσπαθούμε να γεμίσουμε τα βιογραφικά κενά με υποθέσεις: «αδύνατον ένας ποιητής με τόση φήμη και με την εύνοια επιπλέον του Ιουστινιανού να μην είχε καταλάβει ύπατα αξιώματα». Λησμονούμε ότι για μερικούς ανθρώπους η συγγραφή δεν είναι φιλοδοξία. Είναι υψηλή αποστολή.

Εν χάρτη της ψυχής μου γεγραμμένην την αίτησιν έχω, λέει. Και βέβαια, η ορθόδοξη αγωγή του Ρωμανού απωθεί την παρούσα ζωή, προσβλέπει στη μέλλουσα. Όμως αρκεί να φανταστούμε σαν «μέλλουσα» την παρούσα, κεκαθαρμένη, φτασμένη σε μιαν ιδανική τελειότητα, για να προσμετρήσουμε τον βαθμό της παραδιόρθωσης που επιφέρει, με τα έργα του τα ποιητικά, στα φαινόμενα και να διαβάσουμε, πίσω από τις γραμμές μιας δογματικής έκφρασης, την ομολογημένη του λατρεία σε ό,τι θ’ αποκαλούσαμε «διαυγές», «άσπιλο», «άφθαρτο» —συνώνυμα όλα τους ενός ποιητικού παραδείσου.

Οι χρόνοι που ακολούθησαν μας έδωσαν ασφαλώς περισσότερο έμπειρους στον χειρισμό της γλώσσας υμνογράφους. Όμως αυτός, ο πρώτος, παραμένει μοναδικός· ο πλησιέστερος και προς τους αρχαίους και προς τους σύγχρονους ποιητές μας· ένας κρίκος ανοξείδωτος ανάμεσα σε δύο μεγάλες περιόδους ενός και του ίδιου πολιτισμού. Αυτός επέτυχε να διατηρήσει και ν’ ανανεώσει τους εκφραστικούς πυρήνες που πρέπουν στο ήθος του ελληνικού λόγου. Και αυτός θεμελίωσε αρχιτεκτονήματα που ο ίδιος σχεδίασε πάνω στις ανάγκες της συγγραφικής του αποστολής. Τα δύο αυτά, επιστεγασμένα από την ηθική του προσωπικότητα, την αναπτυγμένη στο μάκρος μιας συνεπέστατης προς τις ιδέες του ζωής, είναι που του έδωσαν το δικαίωμα να πλαγιοϋπογράφει τις συνθέσεις του με την τόσο περήφανη, στο βάθος, ρήση: Τούτο του ταπεινού Ρωμανού.


[1] Οδυσσέας Ελύτης, «Ρωμανός ο Μελωδός», Εν λευκώ, 5η έκδοση συμπληρωμένη, Ίκαρος, Αθήνα 1999, σ. 35–56.

[2] David Connolly, «Translating prismatic poetry: Odysseus Elytis and the Oxopetra Elegies», στο: G. Anderman – M. Rogers (επιμ.), Word, Text, Translation. Liber Amicorum for Peter Newmark, Multilingual Matters, Clevedon 1999, σ. 142–156· «Μεταφράζοντας πρισματική ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης και Τα Ελεγεία της Οξώπετρας», Εντευκτήριο, τχ. 23–24, 1993, σ. 115–128.

[3] Φώτης Δημητρακόπουλος, «Ρωμανός ο Μελωδός και Οδυσσέας Ελύτης», περ. Πειραϊκή Εκκλησία, τχ. 219, Οκτώβριος 2010, σ. 40–42.

[4] Μαριλένα Πρωίμου, «Ο Ρωμανός ο Μελωδός και η ποιητική θεωρία του Οδυσσέα Ελύτη», περ. Διαβάζω, τχ. 385, Μάιος 1998, σ. 91–96. Η Μαριλένα Πρωίμου εκπόνησε διδακτορική διατριβή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών με θέμα: «Φως και Όραση στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη» (1995), η οποία δημοσιεύτηκε δύο χρόνια αργότερα: Οδυσσέας Ελύτης. Η αθέατη πλευρά του κόσμου και η καθαρότητα του φωτός, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1997.

[5] Οδυσσέας Ελύτης, Ποίηση, 5η έκδοση, Ίκαρος, Αθήνα 2008, σ. 506. Το δίστιχο προέρχεται από τον Ύμνο ΜΒ΄ του Ρωμανού (Έτερον κοντάκιον αναστάσιμον, φέρον ακροστιχίδα τήνδε· του ταπεινού Ρωμανού αίνος, ήχος πλάγιος β΄, ιδιόμελον).

[6] Οδυσσέας Ελύτης, Ανοιχτά Χαρτιά, 4η έκδοση, Ίκαρος, Αθήνα 1996, σ. 448.

[7] Τάσος Λιγνάδης, Το Άξιον Εστί του Ελύτη, 9η έκδοση (με προσθήκη), Αθήνα 1989.

[8] Προοίμιο του ύμνου αυτού του Ρωμανού είναι το περίφημο κοντάκιο της εορτής των Χριστουγέννων «Η παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει». Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι στην ακολουθία του Όρθρου της 20ής Δεκεμβρίου (στους Αίνους) ψάλλουμε και κάποια στιχηρά προσόμοια ποίημα του Ρωμανού, τα οποία φαίνεται πως μάλλον αγνοούσε ο Ελύτης, καθώς δεν συμπεριλαμβάνονται στο corpus των κοντακίων του που είχε μελετήσει καλά ο ποιητής, γι’ αυτό και δεν κάνει καμία αναφορά σ’ αυτά τα εν λειτουργική χρήσει τροπάρια.

[9] «Η σύγχρονη ελληνική ποίηση είναι υποχρεωμένη να αναγνωρίσει μεγάλες οφειλές στους… ελληνοσύρους θεράποντές της, καθώς είναι ευκόλως ορατές στο “Άξιον Εστί” του Ελύτη οι άμεσες “λογοκλοπές” από το έργο του Ρωμανού και εν γένει την εκκλησιαστική υμνογραφία και ποίηση, με αναδημιουργικό, φυσικά, χαρακτήρα» (Στάθης Κομνηνός, Αραμαϊκή ποίηση και ελληνικός πολιτισμός, http://fractalart.gr/aramaiki-poiisi/).

Πρβλ. δάνεια και οφειλές του Άξιον Εστί του Ελύτη στην εκκλησιαστική υμνογραφία:

Με το λύχνο του άστρου (Ελύτης, Άξιον Εστί, «Τα Πάθη», ε΄) – μετά λύχνου του άστρου (Ρωμανός,  Ύμνος εις την Γέννησιν

Μακρινή Μητέρα / Ρόδο μου Αμάραντο (Ελύτης, Άξιον Εστί, «Τα Πάθη», ι΄, «Της αγάπης αίματα») – Ρόδον το αμάραντον, χαίρε η μόνη βλαστήσασα (Ιωσήφ ο Υμνογράφος, Κανών εις τον Ακάθιστον Ύμνον, ωδή α΄)·

Ανοίγω το στόμα μου / κι αναγαλλιάζει το πέλαγος / Και παίρνει τα λόγια μου … (Ελύτης, Άξιον Εστί, «Τα Πάθη», ιβ΄) – Ανοίξω το στόμα μου / και πληρωθήσεται πνεύματος ((Ιωσήφ ο Υμνογράφος, Κανών εις τον Ακάθιστον Ύμνον, ωδή α΄)· μην ξεχνάμε άλλωστε ότι υπήρξαν κάποιοι ερευνητές που απέδωσαν τον Ακάθιστο Ύμνο στον Ρωμανό·

Της Δικαιοσύνης ήλιε νοητέ (Ελύτης, Άξιον Εστί, «Τα Πάθη», ϛ΄) – Δικαιοσύνης ήλιε νοητέ, Χριστέ ο Θεός (Δοξαστικό των αποστίχων του Εσπερινού της Κυριακής του Τυφλού).

[10] Λιγνάδης, Το Άξιον Εστί του Ελύτη, σ. 30.

[11] Συν τοις άλλοις, σ. 241.

[12] Συν τοις άλλοις, σ. 262–263.

[13] «Perhaps it is this instinct that woke in me when, for the first time, I had to face a great composition like “Axion Esti.” I understood then that without giving the work the proportions and perspective of an edifice, it would never reach the solidity I wished. I followed the example of Pindar or of the Byzantine Romanos Melodos who, in each of their odes or canticles, invented a new mode for each occasion. I saw that the determined repetition, at intervals, of certain elements of versification effectively gave to my work that multifaceted and symmetrical substance which was my plan»· http://www.nobelprize.org/nobel_prizes/literature/laureates/1979/elytis-lecture.html

[14] Πρβλ. Andriette M. Stathi-Schoorel, «Byzantine elements in Odysseus Elytis’s poetry», Ποιείν και πράττειν, 1996· http://poieinkaiprattein.org/poetry/the-immortal-poets/odysseas-elytis/byzantine-elements-in-odysseus-elytis-s-poetry-by-andriette-m-stathi-schoorel/

[15] Στο ίδιο.

[16] Δεν πρέπει να θεωρηθεί τυχαίο άλλωστε ότι η σχέση του Ελύτη με τον Ρωμανό υποστασιοποιήθηκε κατά κάποιον τρόπο και στο πρόσωπο ενός παιδιού, το οποίο βάπτισε, ως ανάδοχος, ο ποιητής και του έδωσε το όνομα του αγαπημένου του Ρωμανού.

[17] Οδυσσέας Ελύτης, Συν τοις άλλοις. 37 συνεντεύξεις, Ύψιλον, Αθήνα 2011, σ. 139.

[18] Συν τοις άλλοις, σ. 156.

[19] Πρβλ.: «Ο Ελύτης θεωρεί υψηλότερη μορφή λογοτεχνικού λόγου εκείνη της πρισματικής έκφρασης, η οποία δίνει την αίσθηση κρυστάλλων όπου αποκορυφώνεται η οξύτητα του πνεύματος και όπου ο συνδυασμός ο ηχολογικός συμπίπτει με τον νοητικό σε τέτοιο σημείο, που δεν ξέρεις τελικά εάν η γοητεία προέρχεται από αυτό που λέει ο ποιητής ή από τον τρόπο που το λέει”» (Νάσος Βαγενάς, «Σύμβολα της λογοτεχνικής γλώσσας», εφ. Το Βήμα, 21.12.2008).

[20] Συν τοις άλλοις, σ. 161.

[21] Οδυσσέας Ελύτης. Ο ναυτίλος του αιώνα, επιμέλεια-σύνθεση Ιουλίτα Ηλιοπούλου, Ίκαρος, Αθήνα 2011, σ. 126–127.

[22] Μάρκος Αυγέρης, Θρασύβουλος Σταύρου και Βασίλης Ρώτας (επιμ.), Η ελληνική ποίηση ανθολογημένη, τόμος Β΄: Μεσαίωνας, Αθήνα 1958.

Σχετικά άρθρα

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ