Ὁμιλία τῆς Α. Θ. Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου κατά τήν ἀνακήρυξίν Του εἰς «Ἐπίτιμον Καθηγητήν» τοῦ Τμήματος Περιβάλλοντος τῆς Σχολῆς Περιβάλλοντος τοῦ Ἰονίου Πανεπιστημίου (Φανάριον, 26 Ἰουνίου 2026)
Τιμιώτατοι ἐν Χριστῷ ἀδελφοί Ἀρχιερεῖς,
Ἐξοχώτατοι κ. Ὑπουργοί,
Ἐντιμότατε κύριε Πρόξενε,
Ἐλλογιμώτατε κύριε Πρύτανι,
Ἐλλογιμώτατοι, κύριε Κοσμῆτορ, κύριε Πρόεδρε, κύριοι Καθηγηταί καί λοιποί ἐκπρόσωποι τοῦ Ἰονίου Πανεπιστημίου,
Ἐντιμότατοι κύριοι Δήμαρχοι,
Ἐντιμολογιώτατοι Ἄρχοντες Ὀφφικιάλιοι,
Λοιποί ἐκλεκτοί παρόντες,
Τέκνα ἐν Κυρίῳ εὐλογημένα,
Ἔμπλεοι χαρᾶς καί εὐγνώμονες διά τήν τιμήν ἀνακηρύξεως τῆς ἡμῶν Μετριότητος εἰς Ἐπίτιμον Καθηγητήν τοῦ Τμήματος Περιβάλλοντος τῆς Σχολῆς Περιβάλλοντος τοῦ Ἰονίου Πανεπιστημίου, σᾶς ὑποδεχόμεθα καί σᾶς καλωσορίζομεν ἐγκαρδίως εἰς τό μαρτυρικόν Φανάριον, τό ἱστορικόν Κέντρον τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ ἀμηχανία, τήν ὁποίαν δημιουρ-γοῦν τιμητικαί ἐκδηλώσεις, ὅπως ἡ παροῦσα, μετριάζεται καί ὑπερβαίνεται, ἐπειδή γνωρίζομεν ὅτι αὐταί διαβαίνουν, ἐν τῷ ταπεινῷ ἡμῶν προσώπῳ, ἐπί τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, τόν ὕπατον θεσμόν τοῦ Γένους καί τῆς Ὀρθοδοξίας, ὁ ὁποῖος διακονεῖ τόν λαόν τοῦ Θεοῦ ἐπί μακρούς αἰῶνας ἀπό τήν Πόλιν αὐτήν, τήν Πόλιν τοῦ Κωνσταντίνου, τήν Θεοτοκούπολιν, τήν Πόλιν τῶν Ἁγίων καί τῶν Μαρτύρων, τῶν Πατριαρχῶν καί τῶν Λογάδων τοῦ Γένους, τοῦ πνεύματος καί τῆς πνευματικότητος, τοῦ πολιτισμοῦ καί τῶν πολιτισμῶν, τῆς ἀληθοῦς φιλοσοφίας καί τῆς φιλοκαλίας, τοῦ «ἐνδόξου μας Βυζαντινισμοῦ» καί τῆς «πονεμένης Ρωμιοσύνης».
Τήν Κωνσταντινουπολίτιδα Ἐκκλησίαν διακονοῦμεν ὡς Προκαθήμενος αὐτῆς ἐπί τριάκοντα καί πέντε ἔτη, ἀδιαλείπτως δοξολογοῦντες τόν φιλάνθρωπον Δοτῆρα παντός ἀγαθοῦ, δι᾿ ὅσα ἐπεδαψίλευσεν εἰς ἡμᾶς, ἐν ἀκλονήτῳ βεβαιότητι ὅτι οὐδέν ἐξ ὅσων ἐπράξαμεν καθ᾿ ὅλην τήν μακράν θητείαν μας ἀποτελεῖ ἰδικόν μας κατόρθωμα. Τά πάντα εἶναι ἄνωθεν δωρεά, χάρις καί χάρισμα. Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν! Ὅσα θά ἀκούσετε ἐν συνεχείᾳ ἐκφράζουν τό πνεῦμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί ἐμπνέονται ἀπό τήν ἀνύστακτον μέριμναν αὐτοῦ διά τόν ἄνθρωπον, διά τόν ἐπίγειον καί τόν αἰώνιον προορισμόν του καί διά τήν προστασίαν τῆς κα-λῆς λίαν δημιουργίας.
Ὁ εἰκοστός αἰών ἔχει χαρακτηρισθῆ ὡς «ὁ πιό βίαιος αἰών τῆς ἱστορίας», τόσον ἐν σχέσει πρός τήν ἄσκησιν βίας τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν συνάνθρωπον, ὅσον καί ἀναφορικῶς πρός τήν ἀσύλληπτον ὠμότητα τοῦ ἀνθρώπου πρός τήν φύσιν. Εἶναι ἀπολύτως βέβαιον, ὅτι αὐτῆς τῆς καταστροφικῆς συμπεριφορᾶς προηγεῖται μία ἐσωτερική κρίσις, μία «ἀνατροπή τῶν ἀξιῶν», μία πνευματική καί ἠθική, νοητική καί συναισθηματική κατολίσθησις. Ἔχει γραφῆ ὅτι κατά τόν 20όν αἰῶνα, ὁ ἄνθρωπος «μίκρυνε σέ σαρωτική κλίμακα», ὅτι «ὑποβαθμίστηκε τό ἐπίπεδο τῆς ἀνθρωπότητος».
Ἀναμφιβόλως, τό φυσικόν περιβάλλον ἀπειλεῖται εἰς τήν ἐποχήν μας ὅσον ποτέ ἄλλοτε κατά τό παρελθόν. Διεξάγεται σήμερα «ἕνας τρίτος παγκόσμιος πόλεμος κατά τῆς φύσεως». Τό κυρίαρχον πρότυπον οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως ἡ «ἰδονομία τῆς οἰκονομίας» καί ὁ λεγόμενος «φονταμενταλισμός τῆς ἀγορᾶς», αἱ σύγχρονοι τεχνικοεπιστημονικαί ἐξελίξεις καί ὁ διάχυτος ἀτομικός καί κοινωνικός εὐδαιμονισμός, ὀξύνουν ἔτι περαιτέρω τά οἰκολογικά προβλήματα καί προοιωνίζονται νέας περιπετείας. Αἱ ἐπιπτώσεις τῆς οἰκολογικῆς κρίσεως δέν γνωρίζουν σύνορα κρατῶν καί πολιτισμῶν, θίγουν δέ τούς ὅρους ἐπιβιώσεως ὄχι μόνον τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ἀλλά καί τῆς ζωῆς γενικῶς εἰς τόν πλανήτην. Ἡ κλιματική κρίσις δέν εἶναι «μελλοντικό σενάριο», ἀλλά ἐπώδυνος πραγματικότης, μέ τήν ραγδαίαν μείωσιν τῆς βιοποικιλότητος, τήν ἀποψίλωσιν τῶν δασῶν, τήν ρύπανσιν τῆς ἀτμοσφαίρας καί τῶν θαλασσῶν, τάς καταστροφικάς πυρκαϊάς καί πλημμύρας. Παρά τάς ἀντιδράσεις καί τάς ἀντιστάσεις ἀπέναντι εἰς τήν ἀπειλήν αὐτήν, ἡ γεωκτονία συνεχίζεται, ἐνῷ παραλλήλως καλλιεργεῖται ἡ ἀνερμάτιστος ἄποψις ὅτι ἡ φύσις ἔχει τήν δύναμιν νά ἀνανεώνεται ἀφ᾿ ἑαυτῆς. Δέν εἶναι εὐοίωνον τό γεγονός ὅτι ἡ ἀνθρωπότης γνωρίζει τήν σοβαρότητα τῶν περιβαλλοντικῶν προβλημάτων καί συνεχίζει νά συμπεριφέρεται ὡς νά μήν ἐγνώριζε.
Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον εἶναι εὐρέως γνωστόν διά τάς οἰκολογικάς του πρωτοβουλίας, τήν ἔναρξιν τῶν ὁποίων σηματοδοτεῖ ἡ Πατριαρχική καί Συνοδική Ἐγκύκλιος τῆς Ἰνδίκτου τοῦ ἔτους 1989, διά τῆς ὁποίας ἡ 1η Σεπτεμβρίου καθιερώθη ὡς Ἡμέρα προσευχῆς ὑπέρ τῆς προστασίας τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος. Ἔκτοτε, ἡ Κωνσταντινουπολίτις Ἐκκλησία πρωτοστατεῖ εἰς τήν οἰκολογικήν εὐαισθητοποίησιν, ἀναδεικνύουσα ἐμπράκτως τό οἰκολογικόν δυναμικόν τοῦ εὐχαριστιακοῦ καί ἀσκητικοῦ ἤθους τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἐπί τῆς ἡμετέρας ταπεινῆς Πατριαρχίας, ἠκολούθησαν ποικίλαι περιβαλλοντικαί δράσεις, ἐννέα διεθνῆ διεπιστημονικά καί διαθρησκειακά συμπόσια ἐν πλῷ, σεμινάρια καί διαλέξεις, ἐκδόσεις βιβλίων, διακηρύξεις διά τό περιβάλλον καί πολλά ἄλλα. Αἱ οἰκολογικαί πρωτοβουλία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐνέπνευσαν κοινοβούλια, πανεπιστήμια, ἐρευνητικά κέντρα, τόν χῶρον τῆς ἐκπαιδεύσεως, οἰκολογικάς ὀργανώσεις, καί ἐλειτούργησαν ὡς ἔναυσμα διά τήν ἔνταξιν τῆς οἰκολογικῆς θεματικῆς εἰς τόν διαχριστιανικόν καί διαθρησκειακόν διάλογον.

Ἐπιθυμοῦμεν νά ὑπενθυμίσωμεν ὅτι τό ἐνδιαφέρον τῆς Ἐκκλησίας διά τήν προστασίαν τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος δέν ἐγεννήθη ἁπλῶς ὡς ἀντίδρασις εἰς τήν σύγχρονον οἰκολογικήν κρίσιν. Ἀληθές εἶναι ὅτι τό οἰκολογικόν πρόβλημα τοῦ παρόντος ἦτο ἡ ἀφορμή καί ὄχι ἡ αἰτία τῆς οἰκολογικῆς δραστηριοποιήσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἦτο εὐκαιρία διά νά ἀναπτύξῃ αὕτη τήν διδασκαλίαν της διά τήν σχέσιν ἀνθρώπου καί φυσικοῦ περιβάλλοντος, καί νά προβάλῃ τήν ἀνάγκην προστασίας τῆς «καλῆς λίαν» δημιουργίας. Θεμέλιον τῆς ἀδιαπτώτου μερίμνης τῆς Ἐκκλησίας διά τήν οἰκολογικήν κρίσιν εἶναι αὐτή αὕτη ἡ ταυτότης τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ ἐκκλησιαστική ζωή εἶναι «βιωμένη οἰκολογία», ἔμπρακτος φροντίς διά τό περιβάλλον, νίκη ἐναντίον ὅλων τῶν δυνάμεων ἐκ τῶν ὁποίων πηγάζουν αἱ οἰκοκαταστροφικαί τάσεις. Ὁ πολιτισμός τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι οἴκοθεν οἰκοφιλικός.
Καθοριστική εἶναι ἡ συμβολή τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας εἰς τήν ἀνάδειξιν τῶν πνευματικῶν καί ἠθικῶν ριζῶν τῆς οἰκολογικῆς κρίσεως καί τῆς ἐσωτερικῆς συναφείας περιβαλλοντικῶν καί κοινωνικῶν προβλημάτων. Τῆς καταστροφικῆς διά τό φυσικόν περιβάλλον συμπεριφορᾶς προηγεῖται ἡ κακή ἀλλοίωσις τῆς ἐλευθερίας μας. Ἡ σαπρότης τοῦ δένδρου εἶναι ἡ αἰτία τῆς κακῆς καρποφορίας, κατά τό βιβλικόν: «οὐ δύναται … δένδρον σαπρόν καρπούς καλούς ποιεῖν» (Ματθ. ιζ’, 18). Αὐτήν τήν ἀλήθειαν προέβαλεν ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία συνῆλθεν εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἀκαδημίαν Κρήτης πρό ἀκριβῶς δέκα ἐτῶν, τόν Ἰούνιον τοῦ 2016. Εἰς τό Μήνυμα τῆς Συνόδου τονίζονται τά ἑξῆς: «Ἡ σημερινή οἰκολογική κρίση εἶναι προφανές ὅτι ὀφείλεται σέ πνευματικά καί ἠθικά αἴτια. Οἱ ρίζες της συνδέονται μέ τήν πλεονεξία, τήν ἀπληστία καί τόν ἐγωϊσμό, πού ὁδηγοῦν στήν ἀλόγιστη χρήση τῶν φυσικῶν πόρων, τήν ἐπιβάρυνση τῆς ἀτμόσφαιρας μέ ζημιογόνους ρύπους, καί τήν κλιματική ἀλλαγή. Ἡ χριστιανική ἀντιμετώπιση τοῦ προβλήματος ἀπαιτεῖ μετάνοια γιά τίς καταχρήσεις, ἐγκράτεια καί ἀσκητικό ἦθος, πού ἀποτελοῦν ἀντίδοτο στήν ὑπερκατανάλωση, συγχρόνως δέ, καλλιέργεια στόν ἄνθρωπο τῆς συνειδήσεως ὅτι εἶναι ῾οἰκονόμος᾽ καί ὄχι ἰδιοκτήτης τῆς δημιουργίας. Δέν παύει νά τονίζει ὅτι καί οἱ μελλοντικές γενεές ἔχουν δικαίωμα πάνω στά φυσικά ἀγαθά, πού μᾶς ἐμπιστεύθηκε ὁ Δημιουργός» (§ 8).
Εἰς τήν Ἐγκύκλιον τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης ὑπογραμμίζεται ἐπίσης ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος προσέγγισις τοῦ οἰκολογικοῦ προβλήματος στρέφει τήν προσοχήν μας εἰς τάς «κοινωνικάς διαστάσεις» τῆς καταστροφῆς τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος» (§ 14). Δι᾿ ἡμᾶς, προστασία τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος καί ἔμπρακτος σεβασμός τοῦ συνανθρώπου εἶναι δύο ὄψεις τοῦ ἰδίου νομίσματος, εἶναι στάσεις ἀλληλένδετοι καί ἀδιαίρετοι. Εἶναι ἀδιανόητον νά ἐνδιαφερώμεθα εἰλικρινῶς διά τόν ἄνθρωπον καί νά καταστρέφωμεν τόν οἶκον του καί ἀντιστρόφως. Ἐξ ἄλλου, αἱ ἐπιπτώσεις τῆς οἰκολογικῆς κρίσεως ἐγγίζουν, πρῶτον καί πρωτίστως, τούς εὐαλώτους πληθυσμούς καί τούς πτωχούς τῆς γῆς. Ἡ πορεία πρός ἕν οἰκολογικόν καί κοινωνικόν μέλλον διά τήν ἀνθρωπότητα καί τόν «οἶκον» της δύναται νά εἶναι μόνον οἰκολογική καί κοινωνική ἐν ἀδια-σπάστῳ συναφείᾳ.
Πρός τήν κατεύθυνσιν αὐτήν δύναται νά συμβάλῃ καθο-ριστικῶς ὁ πολιτισμός τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὁ οἰκολογικός καί κοινωνικός δυναμισμός τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπορρέει ἀπό τόν πυρῆνα τοῦ Εὐαγγελίου. Δι᾿ ἡμᾶς ὁ ἐφησυχασμός ἐνώπιον τῆς καταστροφῆς τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος καί ἡ ἀδιαφορία διά τόν πάσχοντα συνάνθρωπον εἶναι ἀσέβεια πρός τόν ίδιον τον Θεόν καί τάς ἐντολάς του. Ὅπου ὑπάρχει σεβασμός πρός τήν δημιουργίαν, ἀγάπη καί ἀλληλεγγύη, ἐκεῖ εἶναι παρών ὁ Θεός. Δέν ἀρκεῖ, βεβαίως, νά ἐκφράζωμεν τήν ἀγωνίαν μας διά τό ἀπειλούμενον περιβάλλον καί τήν φαλκίδευσιν τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, ἀλλά ὀφείλομεν νά ἀγωνιζώμεθα διά τήν προστασίαν των. Ἰσχύει ἐδῶ τό ἀρχαῖον «Σύν Ἀθηνᾷ καί χεῖρα κίνει» καί τό Πατερικόν «Τῷ θέλοντι κάμνειν συγκάμνει Θεός».
Ἡ μελέτη τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως εἶναι μία ἀνεξάντλητος πηγή ζωτικῶν ἀληθειῶν διά τόν ἄνθρωπον καί τόν κόσμον. Βεβαίως, εἰς τά ὑπέροχα κείμενα τῶν Πατέρων δέν ὑπάρχουν ἕτοιμοι συνταγαί καί ἀπαντήσεις διά τήν ἀντιμε-τώπισιν τῶν συγχρόνων προβλημάτων. Πάντοτε ἀπαιτεῖται μελέτη, ἐπισταμένη θεολογική ἐργασία, πεφωτισμένος νοῦς καί καθαρά καρδία, διά νά ἀνακαλύψωμεν καί νά διατυπώσωμεν τήν θεολογικήν πρότασιν τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὀφείλομεν δέ νά ἀντικρούωμεν συνεχῶς καί τάς παρανοήσεις καί παρερμηνείας τῆς διδασκαλίας τῆς Ὀρθοδοξίας, εἴτε αὐταί γεννῶνται ἐντός τοῦ Ὀρθοδόξου χώρου, εἴτε προέρχονται ἔξωθεν.
Αἰσθανόμεθα βαθεῖαν ἱκανοποίησιν διά τό γεγονός ὁτι ἡ σχετική μέ τήν οἰκολογικήν θεολογίαν βιβλιογραφία εἶναι ἐκτενεστάτη καί ἐν τῷ συνόλῳ της συγκροτεῖ ἀξιόλογον Ὀρθόδοξον μαρτυρίαν καί πρότασιν ἀντιμετωπίσεως τῆς παρού-σης οἰκολογικῆς ἀπειλῆς. Αἱ περιβαλλοντικαί πρωτοβουλίαι, τά συνέδρια, αἱ διαλέξεις καί οἱ σχετικοί διορθόδοξοι, διαχριστιανικοί, διαθρησκειακοί καί διεπιστημονικοί διάλογοι, αἱ συνεργασίαι καί αἱ διακηρύξεις, αἱ συγκεκριμέναι προτάσεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐπί διαφόρων οἰκολογικῶν θεμάτων, ἡ θεολογική μαρτυρία εἰς τόν τομέα προστασίας τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος καί ἀναφορικῶς πρός τάς κοινωνικάς συνεπείας τῆς οἰκολογικῆς κρίσεως, ὅλα αὐτά ἀποτελοῦν σταθερόν σημεῖον ἀναφορᾶς καί λειτουργοῦν πολλαχῶς ὡς βάσις διά τήν διαμόρφωσιν ἐνός συγχρόνου διεπιστημονικοῦ προγράμματος σπουδῶν εἰς τόν χῶρον τῆς οἰκολογίας, μέ ἔμφασιν τόσον εἰς τάς πνευματικάς καί ἠθικάς κατάβολάς τῶν περιβαλλοντικῶν προβλημάτων, ὅσον καί εἰς τήν ἀνάγκην «κοπερνίκειας στροφῆς» εἰς τήν ἀξιολογίαν μας, εἰς τήν στάσιν καί τήν συμπεριφοράν τῆς ἀνθρωπότητος ἔναντι τῆς φύσεως, καθώς καί εἰς τήν ἀναγκαιότητα παγκοσμίου κινητοποιήσεως καί συνεργασίας ἐνώπιον τῆς κλιματικῆς κρίσεως, κοινῆς δράσεως τῶν παραγόντων πολιτικῆς καί τῆς οἰκονομίας, συμπράξεως τῆς κοινωνίας τῶν πολιτῶν, τῶν οἰκολογικῶν κινημάτων, τῶν Ἐκκλησιῶν, τῶν θρησκειῶν, τῆς ἐπιστήμης καί τῆς τεχνολογίας, τῆς ἐκπαιδεύσεως, τῆς δεσμεύσεως ὅλων αὐτῶν τῶν παραγόντων διά μίαν ἄλλην κατανόησιν τῆς ἰδέας τῆς προόδου, δι᾿ ἐφαρμογήν τῆς «οἰκολογικῆς προστακτικῆς», ἡ ὁποία μᾶς καλεῖ νά σεβώμεθα καί νά προστατεύωμεν τήν δημιουργίαν καί νά κλείσωμεν τά ὦτα καί τόν νοῦν εἰς τήν ἀλαζονικήν «τεχνολογικήν προστακτικήν», ἡ ὁποία ἐπιτάσσει νά παράγωμεν ὅ,τι εἶναι τεχνικῶς ἐφικτόν, καθώς καί εἰς τήν κατηγορικήν προστακτικήν τῆς οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως, ἄνευ ὑπολογισμοῦ τῶν συνεπειῶν της διά τό φυσικόν περιβάλλον. Ὁ σεβασμός τῶν πυλώνων τοῦ οἰκολογικοῦ πολιτισμοῦ παγκοσμίως δύναται νά ἀντιστρέψῃ τήν οἰκοκαταστροφικήν πορείαν πρός τήν κατεύθυνσιν βιωσίμου οἰκολογικῆς καί κοινωνικῆς ἀναπτύξεως.

Ἐλλογιμώτατε κύριε Πρύτανι, κύριε Πρόεδρε, κύριοι Καθηγηταί,
Ἐκπροσωπεῖτε τό Πανεπιστήμιον, τό Παλλάδιον τῶν Ἐπιστημῶν, εἶσθε διάκονοι τῆς ἐπιστήμης πού σήμερα εἶναι ἡ μεγάλη δύναμις, ἡ ὁποία ἀλλάζει ταχύτατα τήν ζωήν μας. Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Κρήτης ἀπεκάλεσε τήν «ἱκανό-τητα πρός ἐπιστημονικήν ἔρευναν», «θεόσδοτον δῶρον εἰς τόν ἄνθρωπον» (Ἡ ἀποστολή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς τόν σύγχρονον κόσμον, ΣΤ, 11). Οὐδείς νουνεχής δύναται νά ἀμφισβητήσῃ συνολικῶς τάς εὐεργεσίας τῆς ἐπιστήμης καί τῶν ἐφαρμογῶν της εἰς τήν τεχνολογίαν. Ἀδιαμφισβήτητον εἶναι ὅμως καί τό γεγονός ὅτι ἡ ἐπιστήμη δέν δύναται νά προσφέρῃ λύσεις εἰς τά μεγάλα ὑπαρξιακά καί κοινωνικά προβλήματα, τά ὁποῖα ταλανίζουν τήν ἀνθρωπότητα. Ἀπαντήσεις εἰς αὐτά τά προβλήματα προσφέρουν ὅμως ἄλλαι δυνάμεις, μέ πρώτην τήν θρησκευτικήν πίστιν. Ἐπί τῇ βάσει αὐτῶν τῶν δεδομένων, κρίνομεν ὡς ἄτοπον καί ἀλυσιτελῆ κάθε προσέγγισιν πίστεως καί ἐπιστήμης ὡς ἀντιπάλων δυνάμεων. Πρόκειται, κατ᾿ οὐσίαν, περί συνεργῶν εἰς τήν διακονίαν τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι βέβαιον ὅτι, ὁμοῦ μετά τῆς ἐπιστήμης καί τῆς τεχνολογίας, τῆς συγχρόνου «ὑπερδυνάμεως», τό μέλλον τῆς ἀνθρωπότητος συνδέεται μέ τήν πνευματικήν «μεγάλην δύναμιν», τήν θρησκείαν. Ἄνευ ἀναφορᾶς εἰς τήν θρησκείαν δέν δυνάμεθα νά κατανοήσωμεν τό παρελθόν, νά ἀναλύσωμεν τήν σύγχρονον κατάστασιν, νά φαντασθῶμεν τό μέλλον, νά νοηματοδοτήσωμεν τήν ζωήν μας καί νά διαχειρισθῶμεν τάς ὁριακάς καταστάσεις τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως.
Ἀναφορικῶς πρός τήν παρουσίαν τῶν θρησκειῶν, ἡ ἐποχή μας χαρακτηρίζεται ἀπό τήν ταυτόχρονον ἐμφάνισιν δύο τάσεων: τήν δυναμικήν ἐπάνοδόν των εἰς τό προσκήνιον τῆς ἱστορίας, ἀλλά καί τήν ἐμφάνισιν παραμορφώσεων τοῦ θρησκευτικοῦ φαινομένου, αἱ ὁποῖαι ὄχι μόνον ἀλλοιώνουν τήν αὐθεντικήν ἔκφρασιν τῆς θρησκευτικῆς πίστεως, ἀλλά καί ἀπειλοῦν τήν εἰρήνην καί τήν συνεργασίαν τῶν λαῶν. Τοιοῦτον φαινόμενον εἶναι ὁ θρησκευτικός φονταμενταλισμός, ὁ χαρακτηρισθείς εἰς τήν Ἐγκύκλιον τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου (§ 17), ὡς «ἔκφρασις νοσηρᾶς θρησκευτικότητος», ἡ ὁποία οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει μέ τήν αὐθεντικήν βίωσιν τῆς πίστεως εἰς τόν Θεόν.
Μέ αὐτούς τούς προβληματισμούς καί τά αἰσθήματα, ἐπαναλαμβάνοντες ἅπαξ ἔτι τήν πεποίθησίν μας ὅτι ἡ θεολογική προσέγγισις τῆς συγχρόνου οἰκολογικῆς κρίσεως ἀποκαλύπτει ἀπροσίτους εἰς ἄλλας θεωρήσεις διαστάσεις της καί νέας δυνατότητας ἐξόδου ἀπό αὐτήν, εὐχαριστοῦμεν ἐκ μεσης καρδίας πάντας ὑμᾶς καί ἕνα ἕκαστον ἐξ ὑμῶν προσωπικῶς διά τήν παρουσίαν καί τήν πρόφρονα συμμετοχήν σας εἰς τήν σημερινήν τελετήν καί ἐκφράζομεν, ἐν τῷ προσώπῳ ὑμῶν, Ἐλλογιμώτατε κύριε Πρύτανι, πρός τήν Σύγκλητον τοῦ Ἰονίου Πανεπιστημίου καί πρός ὁλόκληρον τήν καθ᾿ ὑμᾶς πανεπιστημιακήν κοινότητα, τήν εὐγνωμοσύνην μας διά τήν ἐξαιρετικήν τιμήν τῆς ἀπονομῆς εἰς τήν ἡμῶν Μετριότητα τοῦ τίτλου τοῦ Ἐπιτίμου Καθηγητοῦ τοῦ Τμήματος Περιβάλλοντος. Ἀπονέμοντες δέ εἰς πάντας ὑμᾶς τήν εὐλογίαν τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας, εὐχόμεθα ὑγείαν ἀκλόνητον, πνευματικήν εὐφροσύνην καί πᾶσαν ἄνωθεν εὐλογίαν,
Σᾶς εὐχαριστοῦμεν καί πάλιν ἀπό καρδίας.
