Μητροπολίτου πρ. Χαλκηδόνος Ἀθανασίου
Πολλάς φοράς ἀπαντᾷ τις τήν οὐχί εὐχάριστον πληροφορίαν: Δέν ἐπιτρέπεται, ἀπαγορεύεται, εἶναι ἁμαρτία κλπ. Καί τοῦτο εἰς τόν στρατόν, τήν Ἐκκλησίαν, καί ἀλλαχοῦ. Ἔχει δέ θρησκευτικόν ἤ οὐ χαρακτῆρα.
Αἱ ἀπαγορεύσεις αὐταί ἀποτελοῦν δηλονότι ἕν σύστημα ἐπί τοῦ ὁποίου ἑδράζονται θεσμοί, ὀργανώσεις, κοινωνικά θέματα, καί πολλά ἄλλα. Ὅμως καί τό non placet αὐτό τό ὁποῖον κυρίως ἄνθρωποι καθόρισαν, ἠμπορεῖ νά ποικίλλει, εὐτυχῶς, κατά καιρούς, τόπους καί περιστάσεις. Ὅτι δηλαδή σήμερον εἶναι Trend, αὔριον δύναται νά εἶναι ἄκυρον ἤ μεταβληθέν. Ἰδίως μάλιστα κατά τήν ἐποχήν μας, κατά τήν ὁποίαν συχνάκις κυριαρχοῦν αἱ γνῶμαι σοφῶν δῆθεν ἐγκεφάλων, ἤ οὐ, αἱ ὁποῖαι, ἐν ὀνόματι τῆς ἐλευθερίας, ὡς ἀσυδοσίας νοουμένης, δέν δέχονται, ἤ δέν ἀρέσκουν τίποτε, προσπαθοῦσαι νά κρημνίσουν τά πάντα διά νά τά ἐπανακτίσουν, πράγματα ἐξωφρενικά. Καί δέν ἀρκεῖ ὅτι κατέστρεψαν τό κλῖμα, τό περιβάλλον, τήν φύσιν, τήν τέχνην (H. Sedlmayr) καί τόν κόσμον ὁλόκληρον, ἀλλά τώρα προσβάλλουν τόν ἴδιον τόν ἄνθρωπον διά νά τόν ἐκμηδενίσουν μέ τά ῥομπότ καί τό σῶμα του, τό ὑπό τοῦ Θεοῦ πλασθέν, μέ τά Tatoo, Lifting, Piercing, Bottox, καί ἄλλα, λέγοντας: «Ἐμοῦ θανόντος γῆ πυρί μιχθήτω».
Ἰδού τώρα μερικά ταμποῦ ἐκ τοῦ τομέως τῆς ΡΚ Ἐκκλησίας κυρίως, τά ὁποῖα προσπαθοῦν νά ἀπο-ἀπαγορεύσουν: Ἡ χειροτονία τῶν γυναικῶν, ἡ ὑποχρεωτική ἀγαμία τοῦ κλήρου, αἱ προγαμιαίαι σχέσεις, ἡ χειροτονία τῶν viri probati, ἡ ἔκτρωσις, ἡ ἀντισύλληψις, ἡ τεχνητή γονιμοποίησις, ἡ ἠθική νεοαξιολόγησις τῆς σεξουαλικότητος, ὁ δομικός καί πρακτικός περιορισμός τῆς ἱεραρχικῆς ἰσχύος, αἱ σημαντικαί εἰσηγήσεις ἀλλαγῆς τῆς Κατηχήσεως, κ.ἄ,
Ὑπάρχει δέ καί κατάλογος ἀπηγορευμένων βιβλίων (Index Librorum Prohibitorum), ὡς τά τοῦ Καρδιναλίου Victor Manuel Fernandez, La Pasión Mística, Sáname con tu boca.
Ὁ ὅρος Tabοο προέρχεται ἐκ τῶν γλωσσῶν τῆς Πολυνησίας (Tonga, Fiji) καί σημαίνει «ἀπαγορευμένος». Πρωταρχικά ἀφορᾷ τούς πρωτογόνους πολιτισμούς καί δηλοῖ τό πρόσωπον ἤ ἀντικείμενον πού ἀπαγορεύεται νά πλησιάσει, ἀγγίξει, κατονομάσει ἤ νά χρησιμοποιήσῃ κανείς, ἐπειδή θεωρεῖται ἱερόν καί μιαρόν, ἀκάθαρτον, προξενοῦν κακόν σ’ ὅποιον ἔρθει εἰς ἐπαφήν μέ αὐτόν. Συνεπῶς εἶναι τι ἀπηγορευμένον μέ ἔννοιαν μαγικήν καί δεισιδαιμονικήν.
Σήμερον ὁ ὅρος χρησιμοποιεῖται διά νά δηλώσει ὁτιδήποτε ἀπαγορευτικόν ἀπό τήν κοινωνίαν καί ἀντιμετωπίζεται ὡς μή ὑπάρχον, διά λόγους ἠθικῆς ἤ κοινωνικῶν προκαταλήψεων. Ἐπίσης δι’ ὁτιδήποτε τέλειον, τό ὁποῖον κατ’ οὐδένα τρόπον δέχεται ἀμφισβήτησιν ἤ τροποποίησιν.
Ὁ στρατός, λοιπόν, καί ἡ Ἐκκλησία ἀποτελοῦν δύο ἀρχαίους ἱεροῦς θεσμούς, πού ἔχουν πολλά κοινά στοιχεῖα ἐκ λόγων δομικῆς φύσεως καί ἀναγκαιότητος καί δή τόν σεβασμόν πρός τάς παραδόσεις, τήν ἱεραρχικήν τάξιν καί ὀργάνωσιν, τόν δογματισμόν, τήν αὐστηρότητα εἰς τήν διοίκησιν, τήν ἀγωνιστικότητα καί αὐτοθυσίαν, τήν ὑπακοήν εἰς τάς ἐντολάς καί τούς νόμους καί προπαντός τήν πιστότητα. Ἡ ἔννοια τοῦ ταμπού ἔρχεται ὅμως καί εἰς ἀντίθεσιν πρός τήν τῆς ἐλευθερίας. Αὕτη δέ εἶναι ἡ τῆς ἐλευθερίας τινός ἀπό τάς διατάξεις, τούς νόμους, ὅρους καί καθήκοντα τουθ’ ὅπερ ὅμως ἔχει καί συνεπείας. Ὅ,τι δέν ἀπαγορεύεται θεωρεῖται ὡς ἐπιτρεπόμενον καί ἄν εἰσέτι εἶναι ἐπιζήμιον διά τό σύνολον. Ἐάν ὅμως ἡ ἐλευθερία δέν ῥυθμίζεται μέ τό κοινόν καλόν, δέν εἶναι αὕτη τι περισσότερον ἀπό τόν ἐγωϊσμόν τοῦ ἰσχυροτέρου. Ἡ προσωπική ἐλευθερία ἄνευ νόμων ὁδηγεῖται εἰς τήν ἀναρχίαν, καί οἱ νόμοι ἄνευ τῆς ἐλευθερίας εἰς τήν δικτατορίαν.
Χαίρεσθε οὖν χαράν μεγάλην, καί κωφεύετε εἰς τά λεγόμενα καί ᾀδόμενα.
