Θεόδωρος Κουρμπέλης
Υπάρχουν πρόσωπα που δεν τα συναντάς απλώς· τα παραλαμβάνεις σαν παρακαταθήκη από μια ζωή που προϋπήρχε της δικής σου. Έτσι γνώρισα κι εγώ τον αοίδιμο Μητροπολίτη Ικονίου Θεόληπτο. Πριν σταθώ ενώπιόν του, τον είχα ήδη «γνωρίσει» μέσα από τις αφηγήσεις της συζύγου μου, της Μάγδας, που θυμόταν τα παιδικά της Πάσχα στην Πόλη, όταν ως τότε πρωτοσύγκελλος τους υποδεχόταν στο Φανάρι —φίλος και συμμαθητής του πεθερού μου και του αδελφού του από το Ζωγράφειο. Ήταν, λοιπόν, κάτι περισσότερο από ιεράρχης για την οικογένεια· ήταν άνθρωπος δικός μας.
Η πρώτη μου προσωπική συνάντηση μαζί του έγινε παραμονές Πρωτοχρονιάς, έξω από το ξενοδοχείο The Marmara Taksim. Μας πήρε, εμένα και τη Μάγδα —δεν είμασταν ακόμη παντρεμένοι— και μας πήγε να φάμε σε έναν όμορφο roof στο Μπεσίκτας. Μιλήσαμε για πολλά: πολιτικά, εκκλησιαστικά, κοινωνικά θέματα, με μια άνεση ανθρώπου που ήξερε να συνδυάζει το βάρος του αξιώματος με τη ζεστασιά της συντροφιάς. Από τότε δεν σταματήσαμε να μιλάμε· πολύ συχνά στο τηλέφωνο, και πάντα από κοντά, όποτε επισκεπτόμασταν την Πόλη ή όποτε εκείνος ερχόταν στην Ελλάδα.
Όταν ήταν να τελέσει τον γάμο μας, μαζί με τον Σεβασμιώτατο Μαντινείας, φάνηκε καθαρά μια πλευρά του χαρακτήρα του που τον τιμούσε ιδιαίτερα: η ευλάβειά του προς την κανονική τάξη. Τυπικός σε θέματα αρχής και ιεροπραξίας σε ξένες μητροπόλεις, μας είχε πει: «Δεν βγάζω αεροπορικό εισιτήριο, μέχρι ο δεσπότης σας να μου δώσει την άδεια να έρθω να τελέσω το μυστήριο». Θυμάμαι και το χαμόγελο που μου ξέφυγε όταν, ανησυχώντας για την ασφάλεια του αεροδρομίου και του τελωνείου στην Τουρκία, τον ρώτησα αν χρειάζεται να του βρούμε μπαστούνι για να έχει όταν θα έρθει στην Ελλάδα . «Θεόδωρε», μου απάντησε αυστηρά, «ποτέ μπαστούνι σε ξένη επαρχία». Μας στεφάνωσε, λοιπόν, με τη Μάγδα, και το χάρηκε όσο κι εμείς.
Οι Κυριακές μας στην Πόλη όταν τον βλέπαμε είχαν πάντα το ίδιο τελετουργικό. Εκκλησιαζόμασταν στο Φανάρι, και κάποιες φορές ήταν και εκείνος είτε συμπροσευχόμενος είτε συγχοροστατών. Αν μετά τη Θεία Λειτουργία τον ζητούσε ο Πατριάρχης, μας έπαιρνε κι εμάς επάνω, να τον περιμένουμε, και έτσι βλέπαμε όλοι μαζί τον Παναγιώτατο. Αλλιώς, μας πήγαινε πάντα ή για τσάι στο Çırağan ή στα Θεραπειά για ψαράκι· και μετά δεν δεχόταν ποτέ να πάρουμε ταξί, αλλά μας πήγαινε ο ίδιος μέχρι το αεροδρόμιο. Ήταν αυστηρός όταν τον ρωτούσες τη γνώμη του σε θέματα τυπικού —δεν χάριζε εύκολες απαντήσεις— αλλά ήταν, πάνω απ’ όλα, ευγενής. Άνθρωπος γλυκός, με χιούμορ, και πραγματικά εκκλησιαστικός: άνθρωπος της Εκκλησίας ως τρόπου ζωής, όχι μόνο ως αξιώματος.
Η τελευταία φορά που τον είδαμε από κοντά ήταν στο νοσοκομείο Acıbadem Maslak, όπου νοσηλευόταν έπειτα από κόβιντ, που τον ταλαιπώρησε αρκετά τη φετινή Κυριακή των Βαΐων. Λίγο καιρό πριν, την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, βρισκόμασταν και πάλι στην Πόλη. Στο τέλος του Όρθρου, κατά την παράδοση, ο Πατριάρχης του έδωσε λουλούδια, όπως και στους άλλους αρχιερείς, ιερείς και στους άρχοντες. Εκείνος, πηγαίνοντας προς το στασίδι του, στάθηκε, και με ένα γλυκό χαμόγελο τα έδωσε στη Μάγδα. Μια κίνηση μικρή, αλλά τόσο δηλωτική του ανθρώπου: της λεπτότητάς του, της προσοχής του προς όσους αγαπούσε, της χαρισματικής απλότητας του μέσα στην επισημότητα.
Ποτέ δεν τον προσφώνησα «Σεβασμιώτατε». Για κάποιο λόγο, πάντα ήταν για μένα «Γέροντα» ή «Άγιε Ικονίου» —λέξεις που δεν δηλώνουν τυπικό σεβασμό, αλλά μια σχέση πατρική, βιωμένη, αληθινή. Σήμερα, που η Εκκλησία τον προπέμπει στις αιώνιες μονές, αισθάνομαι την ανάγκη να καταθέσω αυτή τη μαρτυρία όχι ως ρητορικό εγκώμιο, αλλά ως ευχαριστία για μια ζωή που άγγιξε τη δική μας με τόση χάρη.
Καλὸν ἀγῶνα ἠγωνίσατο, τὸν δρόμον ἐτελείωσε, τὴν πίστιν ἐτήρησεν. Είθε ο Κύριος να τον κατατάξει εν σκηναίς δικαίων, και μετά πάντων των απ αιώνων ευαρεστησάντων Αυτόν.
Αιωνία αυτού η μνήμη.
