Του Γεωργίου Ντόβολου
Υπάρχουν άνθρωποι που, όταν φεύγουν, δεν αφήνουν πίσω τους μόνο ένα κενό. Παίρνουν μαζί τους έναν ολόκληρο κόσμο. Έναν κόσμο αναμνήσεων, βιωμάτων, προσώπων και εμπειριών που δύσκολα θα ξανασυναντήσει η ιστορία. Έναν τέτοιο άνθρωπο αποχαιρετούμε σήμερα με την εκδημία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ικονίου κυρού Θεολήπτου.
Για εμένα προσωπικά, η απώλειά του έχει έναν ιδιαίτερα βαρύ και οδυνηρό χαρακτήρα. Τον γνώρισα στα χρόνια της Ιταλίας, σε μία από τις επισκέψεις του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, στην οποία συμμετείχε και ο ίδιος. Από εκείνη τη συνάντηση γεννήθηκε μια επικοινωνία που με τα χρόνια έγινε σχεδόν καθημερινή.
Κάθε τηλεφώνημα ήταν ένα ταξίδι. Ένα παράθυρο που άνοιγε προς την παλιά Κωνσταντινούπολη, τη Ρωμιοσύνη, το Φανάρι και τους ανθρώπους που σημάδεψαν την ιστορία του Γένους και της Εκκλησίας.
Μιλούσε με θαυμασμό για τον Άρχοντα Πρωτοψάλτη Θρασύβουλο Στανίτσα, τον οποίο είχε γνωρίσει παιδί ακόμη. Θυμόταν με κάθε λεπτομέρεια τη Μεγάλη Τρίτη κατά την οποία ο μεγάλος ψάλτης είχε κληθεί να ψάλει το τροπάριο της Κασσιανής στον ναό της Αγίας Παρασκευής. Μιλούσε για τον θρυλικό Μητσάκη σαν να τον είχε δει μόλις χθες. Με ιδιαίτερη αγάπη αναφερόταν στον δάσκαλό του, τον Βασίλειο Νικολαΐδη, καθώς και στον αείμνηστο Βασίλειο Εμμανουηλίδη, για τον οποίο έτρεφε βαθιά εκτίμηση.
Οι αφηγήσεις του έμοιαζαν με πολύτιμα φύλλα ενός ζωντανού χρονικού της Ρωμιοσύνης. Μέσα από τη μνήμη του περνούσαν πρόσωπα, γεγονότα και εικόνες μιας άλλης εποχής. Ο πατήρ Παναγιώτης Τσινάρας, καλλίφωνοι κληρικοί της Βασιλεύουσας, πατριαρχικοί διάκονοι, σπουδαίοι ιεροψάλτες και μορφές που σήμερα ανήκουν σχεδόν αποκλειστικά στην περιοχή της ιστορικής μνήμης, ζωντάνευαν μέσα από τις διηγήσεις του σαν να βρίσκονταν ακόμη ανάμεσά μας.
Απόφοιτος του ιστορικού Ζωγραφείου και στη συνέχεια της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, υπήρξε άνθρωπος με βαθιά ελληνική συνείδηση. Η αγάπη του για την Ελλάδα δεν ήταν θεωρητική ούτε επιφανειακή· ήταν βίωμα.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη συγκίνηση με την οποία μου περιέγραφε τα παιδικά του χρόνια στην Πόλη. Κάθε πρωί, πριν φύγει για το σχολείο, η οικογένεια συγκεντρωνόταν στο σπίτι. Μετά την προσευχή άκουγαν από το ραδιόφωνο τον Εθνικό Ύμνο της Ελλάδος και αμέσως μετά το χαρακτηριστικό σήμα του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας, τον γνωστό «Τσοπανάκο». Μόνο τότε ξεκινούσε η ημέρα τους. Μέσα σε λίγες φράσεις χωρούσε ολόκληρη η ψυχή της Ρωμιοσύνης της Πόλης.
Πάνω απ’ όλα όμως υπήρξε αυθεντικός φορέας της πατριαρχικής παραδόσεως. Γνώριζε όσο λίγοι τα ήθη, τις λεπτομέρειες και τις λεπτές αποχρώσεις της πατριαρχικής τάξεως. Πράγματα που σήμερα έχουν λησμονηθεί ή διασώζονται μόνο ως ανάμνηση, εκείνος τα είχε ζήσει και τα μετέφερε με σεβασμό στις νεότερες γενιές.
Όταν χοροστατούσε, δεν χρειαζόταν να μιλήσει πολύ. Η παρουσία του αρκούσε. Η στάση του σώματος, ο τρόπος που ευλογούσε, ο τρόπος που στεκόταν στον θρόνο, η αρχοντική του απλότητα, πρόδιδαν εκείνη τη φαναριώτικη ευγένεια που σπανίζει στις ημέρες μας. Ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που κουβαλούσαν φυσικά και αβίαστα μια αρχοντιά που δεν διδάσκεται.
Κι όμως, πίσω από το κύρος του αρχιερέως και την αρχοντιά του Φαναρίου βρισκόταν μια σπάνια και αυθεντική ανθρώπινη παρουσία. Ένας άνθρωπος απλός, προσιτός και αληθινός, που δεν έπαψε ποτέ να ενδιαφέρεται ειλικρινά για τους ανθρώπους γύρω του και να συμμερίζεται τις χαρές και τις αγωνίες τους.
Σε κάθε επικοινωνία μας η πρώτη του ερώτηση ήταν για την οικογένειά μου. Ρωτούσε με ενδιαφέρον για τη σύζυγό μου, για τα παιδιά μου και ιδιαίτερα για τον Ιωάννη, προς τον οποίο έτρεφε ξεχωριστή αγάπη. Και σχεδόν πάντοτε η συζήτηση έκλεινε με την ίδια φράση: «Χρειάζεστε κάτι; Μπορώ να βοηθήσω σε κάτι;»
Ήταν λεβέντης μέχρι τέλους. Ευθύς, ειλικρινής και γενναίος. Δεν έκρυβε ποτέ τη γνώμη του ούτε υπολόγιζε το κόστος της αλήθειας. Είχε το σπάνιο χάρισμα να συνδυάζει τον αυθορμητισμό ενός παιδιού με τη σοφία ενός ανθρώπου που είχε δει έναν ολόκληρο αιώνα να περνά μπροστά από τα μάτια του. Πάντοτε έμπαινε μπροστά όταν οι περιστάσεις το απαιτούσαν, πάντοτε υπερασπιζόταν όσα πίστευε και πάντοτε παρέμενε αυθεντικός.
Σήμερα αισθάνομαι πως δεν αποχαιρετούμε μόνο έναν Μητροπολίτη. Αποχαιρετούμε έναν από τους τελευταίους αυθεντικούς φορείς μιας Ρωμιοσύνης που λιγοστεύει. Έναν άνθρωπο που κουβαλούσε μέσα του το Φανάρι, την Πόλη, τις μνήμες και το ήθος μιας ολόκληρης εποχής.
Και είναι βέβαιο πως τις επόμενες ημέρες, περισσότερο από μία φορά, θα βρεθώ ασυναίσθητα μπροστά στο κινητό τηλέφωνο, έτοιμος να αναζητήσω το όνομά του στις επαφές μου. Τότε θα συνειδητοποιώ ξανά πως η φωνή που τόσα χρόνια άκουγα δεν θα απαντήσει πλέον.
Σεβασμιώτατε Γέροντα, σας ευχαριστούμε.
Σας ευχαριστούμε για την αγάπη, την αλήθεια, τη λεβεντιά και την αρχοντιά σας. Σας ευχαριστούμε γιατί στα πρόσωπά μας αγαπήσατε μια νεότερη γενιά και προσπαθήσατε να της μεταδώσετε όχι μόνο γνώσεις και εμπειρίες, αλλά έναν τρόπο ζωής.
Ευχόμαστε το παράδειγμά σας, η πίστη σας, η αγάπη σας για την Εκκλησία, η αφοσίωσή σας στη Ρωμιοσύνη και η ανεπιτήδευτη ανθρωπιά σας να παραμείνουν ζωντανός φάρος για όλους όσοι είχαμε την ευλογία να σας γνωρίσουμε.
Αιωνία σας η μνήμη.
Καλό ταξίδι, Γέροντα.
Και αν κάποτε η μνήμη είναι ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι νικούν τη λήθη, τότε είμαι βέβαιος πως θα παραμείνετε για πολλά χρόνια ακόμη ανάμεσά μας.
Στις αφηγήσεις μας, στις αναμνήσεις μας και στις καρδιές μας.

