Του Αρχιμανδρίτου του Οικουμενικού Θρόνου Γεράσιμου Φραγκουλάκη
Αννόβερο Γερμανίας
Όλοι οι Ορθόδοξοι οφείλουμε να στηρίζουμε και να τιμούμε τα Πατριαρχεία Αντιοχείας και Ιεροσολύμων, αντιμετωπίζοντάς τα ως ανεκτίμητους θησαυρούς ιστορίας, πολιτισμού και πνευματικότητας. Τα δύο αυτά Πατριαρχεία με την μοναδική τους Αποστολική διαδοχή και την ιστορική και πνευματική τους βαρύτητα και με δεδομένη την συνεχή προσφορά τους στους λαούς της Μέσης Ανατολής και όχι μόνο, δεν μπορούν να εμφανίζονται και να αντιμετωπίζονται ως ένας απλός θεσμός μέσα στο οικοδόμημα της Εκκλησίας. Πρέπει να αποτελούν ζωντανά κέντρα πίστης, ελπίδας και πολιτισμού, με παρουσία και φωνή πολύτιμη για το παρόν και το μέλλον της Ορθοδοξίας και του Χριστιανικού κόσμου γενικότερα.
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, το Πατριαρχείο Αντιοχείας και το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων αποτελούν τους τέσσερις αρχαιότερους και διακεκριμένους πυλώνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Η μη συμμετοχή των Πατριαρχών Αντιοχείας και Ιεροσολύμων από σημαντικές και ιστορικές στιγμές, όπως ο εορτασμός των 1700 χρόνων από την σύγκληση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου στην Νίκαια παρουσία του Πάπα, δεν αποτελεί μια απλή τυπική απουσία. Σηματοδοτεί την απουσία φωνών που φέρουν μαζί τους την εμπειρία της Ανατολής, της πολυπολιτισμικότητας, της ανεκτικότητας και του μαρτυρικού φρονήματος. Με την στάση τους αυτοί οι Μακαριώτατοι Πατριάρχες Αντιοχείας και Ιεροσολύμων αυτοϋποβιβάζονται σε προϊσταμένους «θεσμών» με διοικητικούς και τελετουργικούς ρόλους, ενώ πρόκειται για Προκαθημένους Ορθοδόξων Εκκλησιών με ζωντανές μαρτυρίες σε δύσκολους καιρούς και ταυτοχρόνως συμβάλλουν στο να λησμονηθεί η προσφορά των Πατριαρχείων τους στην πορεία της Εκκλησίας και του κόσμου.
Τα Πατριαρχεία αυτά δεν είναι απλώς ιστορικοί θεσμοί, αλλά ζωντανοί φάροι πνευματικότητας που διατηρούν αμείωτη τη φλόγα της Ορθοδοξίας μέσα στους αιώνες, παρά τις αμέτρητες δοκιμασίες. Η παρουσία τους στην καρδιά της Αγίας Γης, εκεί όπου αντήχησαν τα βήματα του Χριστού και των Αποστόλων, προσδίδει μοναδικότητα και ευθύνη που κανένας άλλος θεσμός δεν μπορεί να φέρει. Η διακονία τους δεν περιορίζεται σε διοικητικά ή τελετουργικά καθήκοντα, αλλά εκφράζεται ως μαρτυρία αγάπης, ειρήνης και θυσίας. Οι Πατριάρχες τους φέρουν ακόμη και σήμερα το βάρος της διατήρησης της Χριστιανικής παρουσίας σε περιοχές όπου η πίστη δοκιμάζεται, όπου οι άνθρωποι βιώνουν διωγμούς, φτώχεια και ανασφάλεια. Η φωνή τους είναι η φωνή της πολυπολιτισμικότητας, της ανοιχτής καρδιάς και του μαρτυρίου, στοιχεία που είναι αναγκαία για την οικουμενική μαρτυρία της Εκκλησίας.
Ας μην ξεχνάμε ότι τα Πατριαρχεία Αντιοχείας και Ιεροσολύμων διαφυλάσσουν ως πολύτιμη παρακαταθήκη όχι μόνο τα ιερά προσκυνήματα, αλλά και τις πνευματικές ρίζες της Ορθοδοξίας. Οι κοινότητές τους αποτελούν ζωντανό μάρτυρα της αδιάκοπης συνέχειας της Εκκλησίας μέσα στους αιώνες. Κάθε λειτουργία, κάθε προσευχή, κάθε προσκύνημα στην Αγία Γη, είναι μια ανανέωση της μνήμης και της ελπίδας για όλους τους πιστούς.
Με την στάση τους αυτοί οι Μακαριώτατοι Πατριάρχες Αντιοχείας και Ιεροσολύμων αυτοϋποβιβάζονται σε προϊσταμένους «θεσμών» με διοικητικούς και τελετουργικούς ρόλους, ενώ πρόκειται για Προκαθημένους Ορθοδόξων Εκκλησιών με ζωντανές μαρτυρίες σε δύσκολους καιρούς και ταυτοχρόνως συμβάλλουν στο να λησμονηθεί η προσφορά των Πατριαρχείων τους στην πορεία της Εκκλησίας και του κόσμου.
