Ὁ Πατριάρχης Ἀντιοχείας Πέτρος ὁ Γ΄ ἀπαντᾶ στόν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ Κηρουλάριο: «Σύνελθε τοῖς πράγμασιν» «Ἀδελφοί γάρ καί ἡμῶν οὗτοι».
Τά γεγονότα τότε καί οἱ δυνατότητες σήμερα τῶν διαδόχων Ρώμης Λέοντος ΙΔ΄ καί Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου Α΄
Γρηγορίου Λαρεντζάκη, Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου Graz
Ἄρχοντος Μεγάλου Πρωτονοταρίου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου
Τήν 7η Ὀκτωβρίου τρ.ἔ. ἀνακοινώθηκε καί ἐπισήμως ἀπό τό Βατικανό ἡ πρώτη ἐπίσημη ἐπίσκεψη τοῦ νέου Πάπα Λέοντος ΙΔ΄ ἐκτός τῆς ἕδρας του καί ἡ ὁποία θά πραγματοποιηθεῖ στήν Τουρκία, κατόπιν προσκλήσεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου, ὅπου θά συναντηθοῦν τήν 28η Νοεμβρίου στήν Νίκαια γιά νά συνεορτάσουν τό Ἰωβηλαῖο τῆς Α΄ κοινῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς καθόλου Ἐκκλησίας 1700 χρόνια μετά τήν σύγκλησή της, καί στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο γιά νά συμετάσχει στήν Θρονική του ἑορτή, μνήμην τοῦ Ἱδρυτοῦ τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως Ἀποστόλου Ἁγίου Ἀνδρέου.
Καί τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἐδήλωσεν ἀμέσως μέ Ἀνακοίνωση: «Τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἐκφράζει τή χαρά του γιά τήν ἐπικείμενη ἐπίσκεψη τῆς Α. Ἁγιότητος τοῦ Πάπα Ρώμης Λέοντος ΙΔ’ στήν Τουρκία, ἀνταποκρινομένου στήν ἐκπεφρασμένη ἐπιθυμία καί πρόσκληση τῆς Α.Θ. Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου νά τιμήσουν ἀπό κοινοῦ τήν ἱστορική 1700ή ἐπέτειο τῆς ἐν Νικαίᾳ Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
Οἱ δύο Προκαθήμενοι θά μεταβοῦν στή Νίκαια τῆς Βιθυνίας στίς 28 Νοεμβρίου, ἐνῶ ὁ Ἁγιώτατος Πάπας θά ἐπισκεφθεῖ ἐπισήμως τήν ἕδρα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, στό Φανάρι, στίς 29 και 30 Νοεμβρίου, γιά νά παραστεῖ στήν ἑορτή τοῦ ἱδρυτοῦ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου τοῦ Πρωτoκλήτου.»
Ἡ συνάντηση αὐτή καθ’ ἑαυτήν ἀποτελεῖ πράγματι σημαντικό ἱστορικό γεγονός. Δέν προσβλέπει σέ πολιτικούς σκοπούς, οὔτε ἀποτελεῖ ἐργαλειοποίηση «γιά τήν προώθηση ἑνός μοντέλου «ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας» πού κινεῖται ἔξω ἀπό τά ὅρια τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιολογίας.» Κατά πρῶτον ἡ συνάντηση αὐτή δέν γίνεται γιά πρώτη φορά οὔτε καί λόγω τῶν τραγικῶν γεωπολιτικῶν ἐξελίξεων καί δεύτερον ἡ πρόσκληση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου καί ἐφέτος ἀποτελεῖ συνέχεια στίς ἐντατικές καί σημαντικές προσπάθειες τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου γιά τήν προώθηση τῆς χριστιανικῆς καί ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας, ὅπως ἀκριβῶς τήν ἐπιθύμησε καί ὁ Κύριος τήν τελευταία του προσευχή, «ἵνα πάντες ἕν ὦσιν», αἴτημα, τό ὁποῖον ἀποτελεῖ ἐκκλησιαστικό καθῆκον ὅλων καί εὑρίσκεται ἀκριβῶς στό κέντρο καί τῆς ὀρθόδοξης Ἐκκλησιολογίας.
Ὅλες οἱ προσπάθειες σκοπεύουν ἀκριβῶς στήν προώθηση καί ἐντατικοποίηση τῆς καταλλαγῆς καί ἑνότητας καί στήν ἐπίλυση τῶν ὑπαρχόντων προβλημάτων μεταξύ τῶν δύο ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν.
Ἐν ὄψει, λοιπόν, τῆς προγραμματισμένης αὐτῆς συναντήσεως τοῦ Πάπα Λέοντος τοῦ ΙΔ’ μέ τόν Παναγιώτατον Οἰκουμενικόν Πατριάρχην Βαρθολομαῖο στήν Νίκαια γεγονός παγχριστιανικῆς σημασίας, καί τοῦ συνεορτασμοῦ τῆς Θρονικῆς ἑορτῆς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἐκτός τοῦ ὅτι αὐτή καθ’ ἑαυτήν ἡ συνάντηση ἀποτελεῖ ἱστορικό γεγονός, ἀναμένομε πολλά καί συγγεκριμένα ἐλπιδοφόρα βήματα πρός ἑνότητα καί κοινωνία τῶν Ἐκκλησιῶν μας.
Ἀλλά καί λόγω τῶν ἀναφερθέντων καί ἄλλων ἀρνητικῶν σχολίων καί ἐπιφυλάξεων γιά τήν ἐντατικοποίηση τῶν σχέσεων τῶν δύο Ἐκκλησιῶν μας καί γιά τήν προώθηση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Διαλόγου πρός ἀποκατάσταση τῆς χριστιανικῆς ἑνότητας τόσον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου, ὅσον καί ἄλλων πολλαπλῶν προσπαθειῶν, θεωρῶ σκόπιμο νά ὑπενθυμίσω καί πάλιν τί ἀκριβῶς συνέβη τόν Ἰούλιο τοῦ 1054 στήν Κωνσταντινούπολη μέ τά λυπηρά γεγονότα ἐκεῖνα, τά ὁποῖα κακῶς παρερμηνεύονται καί ἀνιστόρητα θεωροῦνται, ὅτι προξένησαν τό «Μέγα καί ὁριστικό Σχίσμα» μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν Ἀνατολῆς καί Δύσεως, γιά νά φανεῖ καί σέ ποιά ἐκκλησιαστική σχέση εὑρίσκονται πράγματι οἱ Ἐκκλησίες μας σήμερα.
Εἶναι πολύ σημαντικό οἱ ἀπόψεις γιά διάφορα θέματα νά τεκμηριώνονται ἀπό τά ἱστορικά γεγονότα καί ἀπό τά ὑπάρχοντα κείμενα τῶν πηγῶν, γιά νά ὑπάρξει σωστή καί ἀντικειμενική πληροφόρηση, χωρίς προκαταλήψεις, χωρίς πολεμική καί παραπληροφόρηση, ἡ ὁποία δημιουργεῖ σύγχυση καί ἀνησυχία στήν Ἐκκλησία μας. Δέν πρόκειται περί συμβιβασμῶν καί προδοσίας τῆς πίστεώς μας, οὔτε περί ὑποταγῆς, ἀλλά γιά εἰλικρινή προσπάθεια καταλλαγῆς καί ἑνότητας καί μέ σκοπό νά λυθοῦν καί τά ὑπάρχοντα προβλήματα, ὅπως ἔχει ἀποφασισθεῖ συνοδικά ἀπό τήν καθόλου Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία μας. Κανείς δέν πρέπει νά φοβᾶται γιά πρωτεῖο ἐξουσίας τοῦ πάπα Ρώμης καί ὑποταγῆς τῆς Ὀρθοδοξίας, οὔτε γιά τό filioque, κλπ. Τά θέματα αὐτά ἐξετάζονται ἐπισταμένως ἀπό κοινοῦ στόν ἐπίσημο Θεολογικό Διάλογο καί λαμβάνονται οἱ κατάλληλες ἀποφάσεις. Ἐκτός τούτου ρωμαιοκαθολικοί θεολόγοι καί ἡ Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία ἀπό τό Βατικανό ἔχουν ἐκδόσει πολύ σημαντικά κείμενα, π.χ. τό κείμενο τοῦ Βατικανοῦ μέ θέμα «Ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης»[1] πολύ χρήσιμο γιά τήν λύση τοῦ προβλήματος. Γιά τίς ἐξελίξεις περί τό filioque στήν συνέχεια.
Σέ ποιά ἐκκλησιαστική σχέση εὑρίσκονται οἱ δύο Ἐκκλησίες μας;
Ἐπιγραμματικά πρέπει νά ἐπαναληφθεῖ, ὅτι ἐπίσημο Σχίσμα ἐκκλησιαστικο-κανονικό μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν Ἀνατολῆς καί Δύσεως δέν ἔγινε τό 1054, ἀλλά οὔτε καί μετέπειτα. Δυστυχῶς βαθμιαίως καί λόγω διαφόρων λυπηρῶν γεγονότων ἐπῆλθε μία ὀδυνηρή ἀποξένωση τῶν μελῶν τῆς χριστιανικῆς οἰκογενείας σέ Ἀνατολή καί Δύση, μέχρι καί τοῦ βαθμοῦ τῆς ἀκοινωνησίας τῶν δύο Ἐκκλησιῶν.
Τί συνέβη τό 1054: Ἐπαναλαμβάνω καί ἐδῶ, διότι, ὅπως ἔλεγεν καί ὁ Μέγας Ἀθανάσιος εἶναι προτιμώτερο νά ἐπαναλαμβάνομε ὁρισμένα σοβαρά θέματα, παρά νά παραθεωρηθοῦν καί νά λησμονηθοῦν.
1ον Σκοπός τῆς παπικῆς ἀποστολῆς ὑπό τόν Καρδινάλιο Οὑμβέρτο ἦταν νά ζητήσει ἡ Δύση στρατιωτική βοήθεια ἀπό τήν Ἀνατολή μέ συμμαχία κατά τῶν Νορμανδῶν, σκοπός ὁ ὁποῖος ἀπέτυχε.
2ον Ὁ Καρδινάλιος δέν εἶχε καμμία ἐντολή ἀπό τόν Πάπα νά προβεῖ σέ Ἀναθεματισμούς.
3ον Καί ἐάν εἶχε τέτοια ἐντολή (δέν εἶχε), ἡ πράξη τοῦ Καρδιναλίου τοῦ Ἀναθεματισμοῦ κατά τοῦ Πατριάρχου Μιχαήλ Κηρουλαρίου τήν 16ην Ἰουλίου τοῦ 1054 ἦταν ἄκυρη, διότι ὁ Πάπας Λέων εἶχε ἀποθάνει ἤδη τήν 19η Ἀπριλίου τοῦ 1054. Ἐντολέας δέν ὑπῆρχε, ἄρα οὔτε καί ἐντολοδόχος, οὔτε καί ἐντολή. Καί ὁ μητροπολίτης Πισιδίας, πρώην Ἀρχιεπίσκοπος Θυατείρων συμπεραίνει: «Ἡ προσβολή τῆς νομιμότητος, λοιπόν τοῦ ἀφορισμοῦ καθιστᾶ ἀμφίβολη τήν καταδίκη τοῦ Μιχαήλ Κηρουλαρίου καί κατά συνέπεια καί τό σχίσμα Ἀνατολῆς καί Δύσεως ἀμφίβολο καί πολύ ἀστήρικτο.»[2]
4ον Ὁ Ἀναθεματισμός τοῦ Καρδιναλίου ἀφοροῦσε προσωπικά κυρίως τόν Πατριάρχη Μιχαήλ καί ὄχι τήν Ἀνατολική Ἐκκλησία.
5ον Ὁ Ἀναθεματισμός τοῦ Πατριάρχου Μιχαήλ Κηρουλαρίου ἀφοροῦσε προσωπικά τόν Καρδινάλιο Οὑμβέρτο ὡς συντάξαντα τόν Ἀφορισμό κατά τοῦ Πατριάρχου. Δέν ἀφοροῦσε τήν Δυτική Ἐκκλησία γενικά, οὔτε καί τόν Πάπα. Ἄλλωστε ὁ Πατριάρχης Μιχαήλ δέν ἦταν πεπεισμένος ὅτι ἡ ἀντιπροσωπεία ὑπό τόν Καρδινάλιο Οὑμβέρτο ἦταν ἀπό τόν Πάπα, ἀλλά ἀπό τόν Ἀργυρό.
Μεταξύ ἄλλων ὁ Θεόδωρος Γιάγκου τονίζει μέ ἱστορικά τεκμήρια: «Εἶναι γεγονός ὅτι τό σχίσμα μέχρι τήν τελευταία δεκαετία τοῦ ΙΑ΄ αἰ. δέν εἶχε ὁλοκληρωθεῖ. Ἐπίσης στή συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρχε ἀκόμα ἡ πεποίθηση ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἑνωμένη, παρόλα τά προβλήματα πού εἶχαν ἐκδηλωθεῖ. Οἱ ὀρθόδοξοι συνέχιζαν νά πηγαίνουν στά γνωστά προσκυνήματα τῆς Δύσεως ἰδιαίτερα στή Ρώμη, χωρίς νά ἀντιλαμβάνονται ὅτι ζοῦν σέ ἕνα ἐντελῶς ξένο ἐκκλησιαστικό περιβάλλον. Ἡ ἱερή ἀποδημία στή Ρώμη ἦταν συνηθισμένη, ὅπως καί στήν Παλαιστίνη.»[3] Προφανῶς συμμετεῖχαν καί στήν λειτουργική καί μυστηριακή ζωή ὅπου βρισκόταν. Χιλιάδες προσκυνητές ἀπό τήν Δύση πήγαιναν στά ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσουν, καί μερικοί γιά νά παραμείνουν ἐκεῖ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, μέχρι καί μερικά χρόνια.
Ἱστορικές ἔρευνες ἔχουν διαπιστώσει τά ἀνωτέρω καί ἔχουν καταλήξει πειστικά στό συμπέρασμα, ὅτι τότε τό 1054 δέν ἔγινε τό θρυλούμενο ὁριστικό «Μέγα Σχίσμα», ὅτι κανείς δέν εἶχε τήν ἐντύπωση, οὔτε εἶχε συνειδητοποιήσει, ὅτι οἱ δύο Ἐκκλησίες Ἀνατολῆς καί Δύσεως εἶχαν ἀναθεματισθεῖ ἀμοιβαία, ἀλλά οὔτε καί ὅτι εἶχε διακοπεῖ ἡ ἐκκλησιαστική καί μυστηριακή κοινωνία μεταξύ των.
Στά συμπεράσματα αὐτά κατέληξε μεταξύ ἄλλων καί ἕνα Διεθνές Συμπόσιο, τό ὁποῖο διοργανώσαμε τήν 16 /17 Ἰανουαρίου 2025 στή Βιέννη, δηλ. ὁ Σύνδεσμος τῶν καθηγητῶν Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας ὅλων τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν τῶν Πανεπιστημίων τῆς Αὐστρίας, στόν ὁποῖο εἶμαι μέλος, μέ τήν συμμετοχή καί συμφωνία πολλῶν ἐπιστημόνων, καθολικῶν, ὀρθοδόξων, προτεσταντῶν, μάλιστα καί τοῦ Καρδιναλίου Kurt Koch, τοῦ Προέδρου τοῦ Παπικοῦ Συμβουλίου γιά τήν χριστιανική ἑνότητα καί Συμπροέδρου τοῦ ἐπίσημου Θεολογικοῦ Διαλόγου μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν Καθολικῆς καί Ὀρθοδόξου. Τό Συμπόσιο ἐτίμησε καί ἐνθάρρυνε καί ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης μέ ἕναν σημαντικό ἐνθαρρυντικό χαιρετισμό.
Μέ λεπτομέρειες γιά τό θέμα αὐτό ἔχω ἀσχοληθεῖ σέ ἄλλες ἐργασίες. Πάντως παραμένει γεγονός ἱστορικά τεκμηριωμένο: Οἱ Ἐκκλησίες μας ὡς Ἐκκλησίες τό 1054 δέν ἔχουν ἀναθεματισθεῖ ἀμοιβαῖα, ἀλλά καί μετέπειτα δέν ὑπάρχει καμμία ἐκκλησιαστική ἐπίσημη καταδίκη.
Καί ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Αὐστραλίας Στυλιανός, πρ. Συμπρόεδρος τοῦ ἐπισήμου Θεολογικοῦ Διαλόγου μεταξύ τῆς Ὀρθοδόξου καί τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας ἐτόνισεν ἀπερίφραστα, ὅτι οἱ δύο Ἐκκλησίες μας «οὐδέποτε ἐπισήμως ἀποκηρυξασῶν ἀλλήλας.»[4]
Ἱστορικές ἀνακρίβειες
Σχετικά μέ τά γεγονότα τοῦ 1054, ἐκτός τοῦ ὅτι τό ἔτος αὐτό ἔχει ἐπικρατήσει γενικά καί ἀνιστόρητα ὡς ἔτος τοῦ «Μεγάλου Σχίσματος», ὑπάρχουν δυστυχῶς ἀτεκμηρίωτοι ἰσχυρισμοί, οἱ ὁποῖοι δημιουργοῦν σύγχυση καί ἀβεβαιότητα μεταξύ τῶν πιστῶν, ἀλλά καί μεταξύ Ἱεραρχῶν, ὅπως π.χ. ὁ ἰσχυρισμός τοῦ καθηγητοῦ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν Αρχιμ. Βασιλείου Στεφανίδου, ὁ ὁποῖος ἰσχυρίζεται, ὅτι οἱ Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς ἐπικύρωσαν τόν Ἀναθεματισμό τοῦ Πατριάρχου Μιχαήλ Κηρουλαρίου.[5] Τό διδακτικόν ἐγχειρίδιο τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας τοῦ Ἀρχιμανδρίτου Βασιλείου Στεφανίδου ἔχει ἐπηρεάσει δυστυχῶς γενεές θεολόγων. Τό ἴδιο ἀναφέρει καί ὁ Μητροπολίτης Πισιδίας, πρώην Ἀρχιεπίσκοπος Θυατείρων Μεθόδιος: «Οἱ ἄλλοι Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς δέχθηκαν τίς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου αὐτῆς» (δηλ. ὑπό τόν Πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριο, στήν ὁποία ἀναθεματίσθηκε ὁ Καρδινάλιος Οὑμβέρτος).[6] Καί ἡ ἄποψη τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου δέν εἶναι ὀρθή: «Ὁλόκληρος δέ ἡ Ἀνατολική Ἐκκλησία ἔμεινε σύμφωνος πρός τήν ὀρθήν στάσιν τοῦ Πατριάρχου Κηρουλαρίου ἔναντι τῆς Ρωμαϊκῆς Ἐκκλησίας.»[7]
Ὁ Γέροντας Νεκτάριος ἰσχυρίζεται μάλιστα σέ ἕνα Video «Γιατί ἡ Δύση πολεμᾶ συνεχῶς τήν Ἀνατολή», μέ ἀμφιλεγόμενες σκέψεις ὅτι «μᾶς ζηλεύουν» καί τελικά ὅτι «ὁ Πάπας ἀναθεμάτισε ἐμᾶς», ἐνῶ εἶναι γνωστόν ὅτι ὁ Πάπας εἶχεν ἀποθάνει τήν 19η Ἀπριλίου τοῦ 1054. Ὁ ἄκυρος Ἀναθεματισμός τοῦ Καρδιναλίου ἐναντίον τοῦ Πατριάρχου Μιχαήλ ἔγινε τήν 16η Ἰουλίου τοῦ 1054. Θετικό εἶναι βέβαια, ὅτι παρόλα ταῦτα τό Video αὐτό ἐνθαρρύνει τόν οἰκουμενικό Διάλογο καί ἐπαινεῖ καί τό ἔργο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου γιά τήν ἀποκατάσταση τῆς ἑνότητος τῆς Ἀνατολικῆς καί Δυτικῆς Ἐκκλησίας.
Ὑπάρχει μάλιστα καί ὁ ἀνιστόρητος ἰσχυρισμός, ὅτι ὁ Πατριάρχης Μιχαήλ Κηρουλάριος συνεκάλεσε «Οἰκουμενικήν Σύνοδον» καί ὅτι καί οἱ ἄλλοι Πατριάρχες ἀποδέχθηκαν τίς πράξεις τοῦ Πατριάρχου Μιχαήλ! Ὁ Ἀρχιμ. Ἀνδρόνικος Δημητρακόπουλος ἰσχυρίζεται: «Ὁ Πατριάρχης Μιχαήλ εὐθύς μετά τήν ἀναχώρησιν τῶν τοποτηρητῶν τοῦ Πάπα συνεκάλεσεν σύνοδον οἰκουμενικήν, ἐν ᾗ πολλοί μητροπολῖται καί ἐπίσκοποι ἐπαρουσίασαν… Οἱ δέ λοιποί Πατριάρχαι καίπερ μή παρουσιάσαντες ἐν τῇ συνόδῳ ταύτῃ ἀπεδέξαντο τά ὑπ’ αὐτῆς ἀποφασισθέντα καί ἐπεψηφίσαντο, καί τόν Πάπαν τελείως τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας ἐξέκοψαν καί τάς ἑαυτῶν κοινωνίας ἀπεχώρισαν καί τῶν διπτύχων ἐξέβαλον.»[8] Καί ὁ Κάλλιστος Βλαστός ἰσχυρίζεται τά ἴδια: «Ὁ ἀοίδιμος Πατριάρχης Μιχαὴλ εὐθὺς μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τῶν τοῦ Πάπα τοποτηρητῶν, συνεκρότησεν Σύνοδον Οἰκουμενικὴν εἰς ἣν προὐκαθέζετο ὁ αὐτοκράτωρ Κωνσταντῖνος ὁ Μονομάχος, καὶ ἐν ᾗ πολλοὶ μητροπολῖται καὶ ἐπίσκοποι παρουσίασαν. Ἡ Σύνοδος αὕτη ἐξέδωκε σημείωμα κατὰ τοῦ ἐπὶ τῆς ἁγίας τραπέζης ριφθέντος λιβέλλου, καὶ τῇ 20 Ἰουλίου τοῦ ἔτους 1054 ἀναθέματι καθυπέβαλεν αὐτόν τε καὶ τοὺς γράψαντας ἢ εἰς τὴν σύνταξιν αὐτοῦ συναινέσαντας καὶ πάντας τοὺς κατὰ τῆς ὀρθοδόξου πίστεως βλασφημήσαντας. Οἱ δὲ λοιποὶ Πατριάρχαι καίπερ μὴ παρουσιάσαντες ἐν τῇ συνόδῳ ταύτῃ, ἀπεδέξαντο, τὰ ὑπ᾿ αὐτῆς ἀποφασισθέντα καὶ ἐπεψηφίσαντο, καὶ τὸν Πάπαν τελείως τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας ἀπέκοψαν, καὶ τῆς ἑαυτῶν κοινωνίας ἀπεχώρισαν καὶ τῶν διπτύχων διέγραψαν. Ἔκτοτε δὲ οὐδεὶς τῆς Ἀνατολικῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας νομίζει τοὺς Λατίνους ὁμοδόξους.
Ἡ ἐπὶ Μιχαὴλ τοῦ Κηρουλαρίου ἆρα Σύνοδος ἐξ ἁπάσης συγκροτηθεῖσα τῆς Ὀρθοδόξου καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀνατολῆς ἀπεκήρυξε τὴν Ρωμαϊκὴν Ἐκκλησίαν, ἔσχισε καὶ ἀπεχώρισεν αὐτὴν ἀπὸ τοῦ καθολικοῦ σώματος καὶ τὰς προτέρας κοινωνίας ὡς ἀθεράπευτον νοσοῦσαν νόσον, καὶ ἀμετάθετον μένουσαν εἰς τὴν ὁδὸν τῆς καινοτομίας. Καὶ οὕτω τῶν δύο Ἐκκλησιῶν ἀπ᾿ ἀλλήλων χωρισθεισῶν συνεπληρώθη τὸ σχίσμα ἔκτοτε δὲ καὶ ἐξακολουθεῖ ὑφιστάμενον.»[9]
Ἀποκατάσταση τῆς ἱστορικῆς πραγματικότητας
Ὡς ἀπάντηση ἀναφέρω μεταξύ ἄλλων τά ὅσα διεπίστωσε ὀρθά καί ὁ Ἅγιος Νεκτάριος γιά τά θλιβερά γεγονότα τοῦ 1054: ὅτι «οὔτε Οἰκουμενική συνεκροτήθη σύνοδος, οὔτε πολυπληθής ἦτο, οὔτε τόν πάπαν ἀνεθεμάτισεν, οὔτε οἱ πατριάρχαι βεβαιοῦται ὅτι ἐπεψηφίσαντο.»[10]
Πρέπει, λοιπόν, νά συνειδητοποιήσομε, ὅτι ἐπίσημο «Μέγα Σχίσμα» μεταξύ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν μας, Ἀνατολῆς καί Δύσεως, δέν ἔχει γίνει. Βεβαίως ὑπάρχουν προβλήματα καί μάλιστα ὄχι μόνον ἐπικοινωνιακά καί πολιτικά, ἀλλά καί θεολογικά. Αὐτά ὅμως δέν ἔχουν δημιουργήσει τό θρυλούμενο Μέγα Σχίσμα τοῦ 1054. Οὔτε τό filioque. Ἐάν ἀναγκαστικά τό filioque ἔπρεπε νά δημιουργήσει Σχίσμα, αὐτό θά ἔπρεπε νά εἶχε συμβεῖ τό 1014, ὅταν ὁ Πάπας Βενέδικτος ὁ Η΄ πρόσθεσε στό Σύμβολο Πίστεως τήν προσθήκη τοῦ filioque καί ὄχι 40 χρόνια ἀργότερα τό 1054. Καί τότε βέβαια τό filioque δέν ἦταν τό κύριο θέμα τῶν συζητήσεων, ἀλλά κυρίως ἄλλα λειτουργικά θέματα, ὅπως τά ἄζυμα, οἱ νηστεῖες, κλπ..
Παρόλα ταῦτα, ὅλα αὐτά τά προβλήματα καί τό filioque, πρέπει νά λυθοῦν μέ ἕνα εἰλικρινή διάλογο, μέ ἐπιμονή καί ὑπομονή, ὅπως ἐτόνιζε καί ὁ Πατριάρχης Ἀντιοχείας Πέτρος ὁ Γ΄ γιά τό σοβαρό πρόβλημα τοῦ filioque, τό ὁποῖο καί τότε, καθώς βεβαιώνει ὁ ἴδιος, δέν εἶχε δημιουργήσει σχίσμα, ὅπως θά δοῦμε στή συνέχεια.
Οἱ ἀναθεματισμοί τοῦ 1054 καί οἱ Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς
Ἐδῶ προτίθεμαι νά ἐπικεντρωθῶ στό ἐρώτημα: Ἐπικύρωσαν πράγματι οἱ ἄλλοι Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς τόν Ἀναθεματισμό τοῦ Πατριάρχου Μιχαήλ Κηρουλαρίου κατά τοῦ Καρδιναλίου Οὐμβέρτου, ὅπως ἰσχυρίζονται ὁρισμένοι μάλιστα καί ἀπό πανεπιστημιακές καθέδρες καί Ἐγχειρίδια διδασκαλίας, ὅπως ἀναφέραμε προηγουμένως;
Ποιά ἦταν ἡ ἀντίδραση τῶν ἄλλων Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς;
Οἱ Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς ναί μεν πληροφορήθηκαν ἀπό τόν Πατριάρχη Μιχαήλ γιά τά γεγονότα ἐκεῖνα τοῦ 1054 μέ ἐπιστολή, στήν ὁποία εἶχε ἀπαριθμήσει ὅσες διαφορές μποροῦσε νά συλλέξει μεταξύ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν γιά νά δικαιολογήσει τήν πράξη του, ὅμως ἡ πράξη αὐτή τοῦ Πατριάρχου Μιχαήλ δέν ἐπικυρώθηκε, οὔτε κἄν ἐπιδοκιμάσθηκε ἀπό τούς Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς. Μεταξύ ἄλλων καί ὁ Θεόδωρος Γιάγκου συμπεραίνει ὅτι: «Μέ ὅσα ἐλέχθησαν παραπάνω φαίνεται ἐκ πρώτης ὄψεως ὅτι τουλάχιστον μέχρι τά τέλη τοῦ ΙΑ΄ αἰ. οἱ τρεῖς θρόνοι δέν ἀκολούθησαν μέ ἀπόλυτη πιστότητα τήν ἴδια θέση, πού εἶχε ἡ Κωνσταντινούπολη.»[11]
Ὁ Πατριάρχης Ἀντιοχείας Πέτρος ἀπαντᾶ στόν Πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριο
Δέν ὑπάρχουν κἄν ἐπιδοκιμαστικές ἀπαντήσεις τῶν Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς στόν Πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριο, παρά μόνον ἡ ἀπαντητική ἐπιστολή τοῦ Πατριάρχου Ἀντιοχείας Πέτρου τοῦ Γ΄, μέ τήν ὁποία ὄχι μόνον δέν ἐπικύρωσε τίς πράξεις τοῦ Πατριάρχου Μιχαήλ, ἀλλά καί τόν συμβουλεύει καί τόν ἐπιπλήττει εὐγενικά μέν, ἀλλά αὐστηρά γιά τήν στάση του, «σύνελθε τοῖς πράγμασι», διότι κάνει ζημιά στήν Ἐκκλησία καί μεγενθύνει τό χάσμα μεταξύ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν. «Καί παρακαλῶ καί ἱκετεύω καί δέομαι καί νοερῶς τῶν σῶν ἁγίων ἐφάπτομαι ποδῶν, ἵνα τοῦ ἄγαν άκριβοῦς ἡ θεοειδής ἐνδοῦσα μακαριότης σου συνέλθῃ τοῖς πράγμασι. Δέος γάρ μήποτε ράψαι τό διερρωγός βουλομένη χεῖρον τό σχίσμα ποιήσῃ καί τό καταπεπτωκός ἀνορθῶσαι σπουδάζουσα μείζονα τήν πτῶσιν ἐργάζηται. Σκόπησον δέ, εἰ μή φανερῶς ἐντεῦθεν ἤγουν ἐκ τῆς μακρᾶς ταύτης διαστάσεως καί διχονοίας καί τοῦ τῆς καθ’ ἡμᾶς ἁγίας ἐκκλησίας τόν μέγαν τοῦτον καί πρῶτον καί ἀποστολικόν θρόνον ἀπορραγῆναι συνέβη.»
Xαρακτηρίζει, λοιπόν, ὁ Ἀντιοχείας Πέτρος τήν Δυτική Ἐκκλησία, καί παρά τό ὅτι γνωρίζει ἐπακριβῶς τά ὑπάρχοντα προβλήμτα καί τόν Ἀναθεματισμό τοῦ Πατριάρχου Μιχαήλ Κηρουλαρίου κατά τοῦ Καρδιναλίου Οὑμβέρτου, «τῆς καθ’ ἡμᾶς ἁγίας ἐκκλησίας τόν μέγαν καί πρῶτον ἀποστολικόν θρόνον» καί τούς δυτικούς χριστιανούς «ἀδελφούς», «ἀδελφοί γάρ καί ἡμῶν οὗτοι».
Ἀναφέρει ὁ Πατριάρχης Πέτρος ὅλα ὅσα τοῦ γράφει ὁ Πατριάρχης Μιχαήλ κατά τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ ἀπαντᾶ χωρίς προκαταλήψεις: Ἐκεῖνοι κάνουν καί ἔχουν ὅλα αὐτά πού μοῦ γράφεις, ἐμεῖς τί κάνομε καί πῶς ζοῦμε; Μέ θάρρος καί χωρίς περισπασμούς τοῦ γράφει ὅτι μεγαλοποιοῦμε τά τῶν ἄλλων, ἐνῶ τά δικά μας τά κρύβομε καί τά ὑποβαθμίζομε: «XVII. Καί ἴδε, τιμιώτατε δέσποτα, ὅπως τά πολλά τῶν παρά τοῖς ἡμετέροις πεπλημμελημένων περιφρονοῦντες, ἤ καί παραθεωροῦντες ἐμμελέστερον σπερμολογοῦμεν καί πολυπραγμονοῦμεν τά ἀλλότρια.» Γνωστό τό θέμα καί σήμερον! Π.χ. ἀναφέρει ὁ Πέτρος Ἀντιοχείας πρός τόν Κωνσταντινουπόλεως, «τί γάρ πρός ἡμᾶς τό ξυρᾶσθαι τούς ἀρχιερεῖς τούς πώγωνας καί δακτυλοφορεῖν αὐτούς εἰς σύμβολον (ὡς ἔγραψας) τῆς πρός τήν ἁγίαν τοῦ θεοῦ ἐκκλησίαν νυμφεύσεως; Καί ἡμεῖς γάρ γαράραν ἐπί τῆς κεφαλῆς ποιοῦμεν εἰς τιμήν πάντως τοῦ κορυφαίου τῶν ἀποστόλων Πέτρου, ἐφ’ ὅν ἡ τοῦ θεοῦ μεγάλη ἐκκλησία ἐπῳκοδόμηται.» Τό σχόλιο τοῦ Πέτρου Ἀντιοχείας, τό ὁποῖο ἀκολουθεῖ εἶναι πολύ χαρακτηριστικό: «ὅ γάρ εἰς ὕβριν τοῦ ἁγίου οἱ δυσσεβεῖς ἐφεύρησαν, τοῦτο ἡμεῖς εὐσεβοῦντες εἰς δόξαν αὐτοῦ καί τιμήν πεποιήμεθα.» Αύτό πού κάνουν ἐκεῖνοι ἀποτελεῖ ὕβριν, ἐκεῖνο πού κάνομε ἐμεῖς, γίνεται μέ εὐσέβεια πρός δόξαν καί τιμήν! Καί συνεχίζει ὁ Πέτρος Ἀντιοχείας: «Ρωμαῖοι μέν ξυρῶντες τούς πώγωνας, ἡμεῖς δέ ἐπί κορυφῆς τήν παπαλήθραν ἐπιτηδεύοντες. Χρυσοφοροῦμεν δέ καί αὐτοί ἐγχείρια καί ἐπιμάνικα καί ἐπιτραχήλια περιβεβλημένοι χρυσόπαστα.» Ἡ εἰλικρίνεια τοῦ Ἀντιοχείας Πέτρου εἶναι ὑποδειγματική.
Ἐπίσης ὑποδειγματική καί πάντα ἐπίκαιρη εἶναι ἡ παρατήρηση τοῦ Ἀντιοχείας Πέτρου πρός τόν Πατριάρχην Μιχαήλ Κηρουλάριον, ὅτι δέν πρέπει μόνον ἀπό φῆμες νά ἐπηρεαζόμεθα καί νά ἐξάγομε συμπεράσματα καί νά ἐνεργοῦμε, ἀλλά μετά ἀπό ἀκριβεῖς ἔρευνες, διότι ὑπάρχει ὁ κίνδυνος τά μή γενόμενα νά τά θεωροῦμεγενόμενα, ὅπως ἔκανε ὁ Πατριάρχης Μιχαήλ Κηρουλάριος: «Ταῦτα τῆς σῆς τιμίας περιεχούσης γραφῆς ἠσχύνθην, οὐκ οἶδ’ ὅπως εἴπω, πίστευε. Καί τό πλεῖον ὑπέρ σοῦ καί μᾶλλον εἰ καθ’ ὁμοιότητα τῆς πρός ἡμᾶς γραφῆς σου ἔφθης τοιαῦτα καί πρός τούς ἄλλους γράψας μακαριωτάτους πατριάρχας, ὅτι πρό ἐξετάσεως καί τελείας καταλήψεως τό μή γεγονός ὡς γεγονός ἐξ ἀκοῆς ματαίας παρέστησας. Πῶς γάρ καί ἔμελλον τέως αὐτόν ἐγώ ἀναφέρειν τόν πάπαν μή τῆς κατά σέ ἁγίας ἐκκλησίας ἀναφερούσης αὐτόν τρόφιμος ὤν ταύτης καί ζηλωτής, εἰ καί τις ἄλλος, ἔργῳ καί λόγῳ τά ταύτης πρεσβεῖα σεμνύνων καί μεγαλύνων ἀεί;»
Γιά τίς διαφορές μεταξύ τῆς Ἀνατολικῆς καί τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας, τίς ὁποῖες ἀναφέρει ὁ Πατριάρχης Μιχαήλ, γράφει ὁ Πατριάρχης Πέτρος: «Ὅσα δέ σοι καί ἀπηρίθμηται Ρωμαϊκά ἐλαττώματα, μετήλθομεν. Καί τά μέν τούτων ἐδόκει ἀπευκταῖα καί φευκτά, τά δέ ἰάσιμα, τά δέ παροράσεως ἄξια.» Ἀνάλογα πρέπει νά εἶναι καί οἱ ἀντιδράσεις μας.
Παρά ταῦτα μέ ὅσα ἀναφέρει ὁ Πατριάρχης Πέτρος συμπεραίνεται ἀβίαστα, ὅτι δέν ἐπικροτεῖ οὔτε ἐπικυρώνει τίς καταδικαστικές πράξεις τοῦ Πατριάρχου Μιχαήλ Κηρουλαρίου ἐναντίον τοῦ Καρδιναλίου Οὑμβέρτου, οὔτε καταδικάζει γενικά τήν Δυτική Ἐκκλησία, οὔτε καί γιά τό filioque, οὔτε καί γιά τήν προσθήκη στό «Εἷς ἅγιος εἷς κύριος Ἰησοῦς Χριστός…», τό ὁποῖον μπορεῖ νά ἑρμηνευθεῖ καί ὡς «μηδέν πρός τό ὀρθόδοξον παραβλάπτεσθαι.»
Μέ τά «ἐλαττώματα» αὐτά, πολλά τῶν ὁποίων εἶναι πράγματι δευτερευούσης σημασίας, δέν θεωρεῖ ὁ Πατριάρχης Πέτρος, ὅτι οἱ δυτικοί σκοπίμως καί συνειδητά ἤθελαν νά ἀρνηθοῦν τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία καί νά δημιουργήσουν αἵρεση, ἀλλά ἕνεκα τοῦ ὅτι ἴσως δέν ἔχουν πλέον τά πρωτότυπα κείμενα, ἤ ὅτι δέν ἦσαν ἱκανοί λόγω «ἀγροικίας» ἤ «ἀμαθίας» νά ἀντιληφθοῦν τό ὀρθόν περιεχόμενον τῆς πίστεως γιά τά θέματα αὐτά, εἶχαν καταλήξει σέ διαφορετικές τοποθετήσεις. Γιά τόν λόγο αὐτό «μή τοσαύτην ἀκρίβειαν ἐπιζητεῖν ἐν βαρβάροις ἔθνεσιν…»» : «XIV. Καλόν γάρ πρός τό καλοθελές ὁρῶντας ἡμᾶς καί μᾶλλον, ἔνθα μή Θεός ἤ πίστις τό κινδυνευόμενον, νεύειν ἀεί πρός τό εἰρηνικόν τε καί φιλάδελφον, ἀδελφοί γάρ καί ἡμῶν οὗτοι, κἄν ἐξ ἀγροικίας ἤ ἀμαθίας συμβαίνῃ τούτοις πολλάκις ἐκπίπτειν τοῦ εἰκότος τῷ ἑαυτῶν στοιχοῦντας θελήματι. Καί μή τοσαύτην ἀκρίβειαν ἐπιζητεῖν βαρβάροις ἔθνεσιν, ἥν αὐτοί περί λόγους ἀναστρεφόμενοι ἀπαιτούμεθα. Μέγα γάρ κἄν παρ’ αὐτοῖς ἀσφαλῶς ἡ ζωαρχική τριάς ἀνακηρύττοιτο καί τό τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας κατά τήν ἡμετέραν δόξαν ἀνομολογεῖται μυστήριον.»
Συγκεκριμένα καί τό filioque δέν θεωρεῖ ὁ Πατριάρχης Ἀντιοχείας Πέτρος ὡς αἰτίαν γιά δημιουργία σχίσματος, παρά τό ὅτι γράφει στόν Πατριάρχη Μιχαήλ, ὅτι καλῶς τό κατακρίνει. Ἐλπίζει ὅμως ὁ Πατριάρχης Πέτρος, ὅτι μέ ὑπομονή καί ἐπιμονή διαλεγόμενοι, τελικά θά πεισθεῖ καί ὁ πάπας νά διορθώσουν τό πρόβλημα αὐτό: «XVIII. Περί γάρ τῆς ἐν τῷ ἁγίῳ συμβόλῳ προσθήκης καί τοῦ μή κοινωνεῖν αὐτούς τῶν ἁγιασμάτων ἀπό χειρός γεγαμηκότος ἱερέως καλῶς καί θεοφιλῶς ἡ ἁγιωσύνη σου ἐνίσταται καί μή παύσαιτό ποτε περί τούτου ἐνισταμένη καί πείθουσα ἀπό τε τῶν ἁγίων γραφῶν καί τῶν ἀναγεγραμμένων εὐαγγελικῶν κηρυγμάτων, μέχρις ἄν αὐτούς ἕξεις συντιθεμένους τῇ ἀληθείᾳ καί τά αὐτά ἡμῖν περί τῆς ἐκ τοῦ πατρός θείας ἐκπορεύσεως τοῦ ἁγίου πνεύματος δοξάζοντας. τά δ’ ἄλλα περιφρονητέα μοι εἶναι δοκεῖ τοῦ τῆς ἀληθείας λόγου μηδέν ἐξ αὐτῶν καταβλαπτομένου.»
Πρέπει βεβαίως νά λεχθεῖ, ὅτι καί γιά τήν λύση τοῦ προβλήματος τοῦ filioque ἔχει γίνει μέχρι σήμερα πολλή σημαντική ἀντικειμενική θεολογική ἐργασία καί στήν δυτική θεολογία καί εὑρισκόμεθα πλησίον μιᾶς ἱκανοποιητικῆς λύσεως γιά τήν ἀποκατάσταση τοῦ Συμβόλου τῆς πίστεως στήν ἀρχική του μορφή. Καί ὁ έπίσημος Θεολογικός Διάλογος τῶν δύο Ἐκκλησιῶν μας ἀσχολεῖται ἤδη καί μέ τό θέμα αὐτό, ὅπως ἔγινε καί στήν συνεδρίαση τῆς Συντονιστικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Διαλόγου τόν τελευταῖο Σεπτέμβριο στό Ρέθυμνο τῆς Κρήτης. Γιά τήν θετική αὐτή ἐξέλιξη εἶναι ἀναγκαία μία ἀντικειμενική καί πλήρης ἐνημέρωση τῶν τελευταίων σοβαρῶν αὐτῶν ἐξελίξεων, ἡ ὁποία δυστυχῶς μέχρι σήμερα δέν ἔχει γίνει.[12] Ὁ Διάλογος αὐτός πρέπει νά γίνεται χωρίς προκαταλήψεις καί πολεμική, ἀλλά μέ καλή διάθεση λύσεως τῶν προβλημάτων καί μέ ἀγάπη. ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός ἐτόνιζε: «Χρή μετά ἀγάπης τούς λόγους ποιεῖσθαι, ἐπεί καί περί εἰρήνης ἐστίν ὁ λόγος καί ταύτην κατέλιπεν ὁ Κύριος ἡμῖν ὥσπερ τινά κλῆρον… καί ἀπ’ ἀρχῆς ἄχρι τέλους τῶν λόγων τήν ἀγάπην τηρεῖν.»[13]
Ὁ Πατριάρχης Πέτρος ἀναφέρει ἐπίσης, ὅτι ὁρισμένες τοπικές παραδόσεις ἤ ἐκκλησιαστικές πράξεις γίνονται μᾶλλον χωρίς τήν ἐντολή ἤ τήν συγκατάθεση τοῦ πάπα ἤ ἄλλων ἀρχιερέων τῆς Δύσεως, ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει πολλές φορές καί σέ μᾶς στήν «Ἀνατολική Ρωμαϊκή ἐπικράτεια» μέ προσωπικές νεωτερίστικες πρωτοβουλίες ὁρισμένων ἀτόμων ἤ κύκλων, οἱ ὁποῖοι συνειδητά καί αὐθαίρετα δέν τηροῦν κἄν τήν ἐκκλησιαστική τάξη: «Οὐ κατ’ ἐπιταγην οἶμαι καί σύνεσιν τοῦ πάπα, ἤ τῶν ἄλλων ἀρχιερέων πλημμελεῖται. παρά δέ τήν τόλμαν τῶν ταῦτα ποιεῖν αἱρουμένων τοῦτο γίνεται, οἷα δή καί ἐν τῇ καθ’ ἡμᾶς ‘Ρωμαϊκῇ ἐπικρατείᾳ πολλά τῶν ἀθέσμων καί ἀποτροπαίων ἡμῶν ἀγνοούντων εἴωθε γίνεσθαι.»
Πάντως ὁ Πατριάρχης Πέτρος συμβουλεύει καί παροτρύνει τόν Πατριάρχην Μιχαήλ νά μήν ὑπερβάλλει, διότι: «ἵνα μή τό πᾶν ἐκζητήσαντες τό πᾶν ἀπολέσωμεν.»
Ἐπ’ αὐτοῦ συμπεραίνει ὁ Μητροπολίτης Κρήνης Κύριλλος ὀρθά: «Ἐάν ὁ Μιχαὴλ Κηρουλάριος πρὶν τὸ ἀνάθεμα στοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς ἄκουγε τὶς σοφὲς ὑποδείξεις τοῦ Πέτρου Ἀντιοχείας καὶ κατόρθωνε νὰ διακρίνει τὴν οὐσία ἀπὸ τὰ «συμβεβηκότα» καὶ τὰ οὐσιώδη ἀπὸ τὰ ἐπουσιώδη, ἡ βιαία καὶ παρορμητική του ἀντίδραση θὰ εἶχε ἀποφευχθεῖ καὶ ἡ πορεία τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου θὰ ἦταν ἴσως σήμερα διαφορετική.“ Καί ὁ Θεόδωρος Γιάγκου ἀναφερόμενος στήν ἐπιστολή αὐτή τοῦ Πέτρου Ἀντιοχείας τονίζει τήν ἀρχή, στήν ὁποία στηρίχθηκε ὁ Ἀντιοχείας Πέτρος γιά νά ἀπαντήσει στόν Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ Κηρουλάριο: «Ἡ ἐμμονή στήν ἀκρίβεια μπορεῖ νά ἀποβεῖ μοιραία γιά τήν ἐκκλησιαστική ἑνότητα, ἀντίθετα ἡ διακριτική ἀνοχή στίς πλάνες τῆς Δύσεως θά ὁδηγοῦσε στήν ὑπέρβαση τῆς κρίσεως.» Στή συνέχεια ἀναφέρει ὁ Γιάγκου τήν ἔντονη παρότρυνση τοῦ Πατριάρχου Πέτρου πρός τόν Πατριάρχη Μιχαήλ: «Καί παρακαλῶ, καί ἱκετεύω, καί δέομαι, καί νοερῶς τῶν σῶν ἁγίων ἐφάπτομαι ποδῶν, ἵνα τοῦ ἄγαν ἀκριβοῦς ἡ θεοειδής ἐνδοῦσα μακαριότης σου, συνέλθῃ τοῖς πράγμασι…»[14]
Ἡ στάση τοῦ Πατριάρχου Μιχαήλ Κηρουλαρίου τότε καί ἡ στάση τοῦ διαδόχου του Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου σήμερα
Ἔχουν γραφεῖ πολλά γιά τήν θετική στάση τῶν διαδόχων τοῦ Πατριάρχου Μιχαήλ Κηρουλαρίου σήμερα, Ἀθηναγόρου, Δημητρίου καί Βαρθολομαίου. Εὐτυχῶς οἱ Πατριάρχες αὐτοί δέν ἐτήρησαν τήν στάση τοῦ προκατόχου των Μιχαήλ Κηρουλαρίου. Ἀπεναντίας προχωροῦν μέ θάρρος, ὑπομονή καί ἐπιμονή, ἀλλά καί μέ εὐθύη, βαδίζοντες τήν ὁδόν τῆς καταλλαγῆς καί τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας.
Ἐδῶ ἐπιθυμῶ νά κάνω μόνο μία διαπίστωση: Ἡ στάση των αὐτή συμφωνεῖ ἀπόλυτα μέ τήν στάση καί τῶν τριῶν Πατριαρχείων τῆς Ἀνατολῆς, Ἀλεχανδρείας, Ἀντιοχείας καί Ἱεροσολύμων τό 1054 ἔναντι τῆς στάσεως τοῦ τότε Πατριάρχου Μιχαήλ Κηρουλαρίου, ὅπως διατυπώνεται καί στήν ἐπιστολή τοῦ Πατριάρχου Ἀντιοχείας Πέτρου Γ΄ πρός τόν Πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριο.
Καί ὁ νῦν Οἰκουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαῖος μέ ἀντικειμενικότητα καί πνεῦμα καταλλαγῆς δέν ἀκολουθεῖ τήν στάση τοῦ προκατόχου του Μιχαήλ Κηρουλαρίου. Γιά τό θέμα αὐτό πρέπει νά γραφεῖ εἰδική πραγματεία, ἡ ὁποία θά ἀξιολογήσει τήν σημαντική αὐτή πορεία καταλλαγῆς καί ἑνότητος.
Οἱ ἀποφάσεις τῶν Συνόδων τῶν Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, καθώς καί ἡ ἀπόφαση μέ τό σχετικό Κείμενο τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τόν Ἰούνιο τοῦ 2016 στήν Ὀρθόδοξο Ἀκαδημία Κρήτης, ἡ ὁποία ἐπικύρωσε τήν συνέχιση τῶν Οἰκουμενικῶν Διαλόγων, συγκεκριμένα καί μέ τήν Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία, μάλιστα «ἐπί ἴσοις ὅροις», δικαιώνουν πλήρως τήν στάση καί τίς ἀπόψεις τοῦ τότε Πατριάρχου Ἀντιοχείας Πέτρου τοῦ Γ΄, ἀλλά καί τῆς σύγχρονης Ὀρθοδοξίας, τῶν ἄλλων Πατριαρχῶν καί Ἀρχιεπισκόπων καί ἰδιαίτερα τοῦ διαδόχου τοῦ Μιχαήλ Κηρουλαρίου Πατριάρχου Βαρθολομαίου στόν Θρόνο τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου.
Ἡ στάση τοῦ διαδόχου τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ Κηρουλαρίου Βαρθολομαίου τοῦ Α΄ σήμερον καί τά ἀναμενόμενα βήματα καταλλαγῆς καί ἑνότητας κατά τήν προσεχή συνάντησή του μέ τόν διάδοχον τοῦ Ρώμης Πάπα Λέοντα ΙΔ΄
Ἐάν, λοιπόν, καί ἐφόσον δέν ἔχει πραγματοποιηθεῖ τό θρυλούμενο «Μέγα Σχίσμα» τό 1054, δέν εἴμαστε ἀμοιβαῖα ἀναθεματισμένες Ἐκκλησίες, ἀλλά ἀποξενωμένες καί σέ ἀκοινωνησία γιά διαφόρους λόγους ἐντός τῆς μίας Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, εὐελπιστῶ μέ βεβαιότητα, ὅτι ἡ ἀναμενόμενη συνάντηση τοῦ Πάπα Ρώμης Λέοντος τοῦ ΙΔ΄ μέ τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαῖο στήν Νίκαια γιά τόν ἑορτασμό τῆς μνήμης τῶν 1700 ἐτῶν ἀπό τήν Α΄ Οἰκουμενική κοινή Σύνοδο καί στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο γιά τήν Θρονική ἑορτή τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου τόν προσεχή Νοέμβριο, ἀποτελεῖ ϊστορικό γεγονός, ἀλλά καί μία σημαντική εὐκαιρία γιά νά ληφθοῦν συγκεκριμένες κοινές ἀποφάσεις καί νά πραγματοποιηθοῦν τολμηρές πράξεις. Αὐτές οἱ πράξεις θά εἶναι μαρτυρίες τῆς ἀδελφότητας τῶν δύο Ἐκκλησιῶν καί τῆς αὐξανόμενης ἐμπιστοσύνης ἐν ἀγάπη καί ἀληθεία, πρός βαθμιαία καί σταδιακή ἀποκατάσταση καί τῆς εὐκταίας ἐκκλησιαστικῆς μας κοινωνίας.
Π.χ. εἶναι πλέον καιρός γιά μία πρώτη καί συγκεκριμένη κοινή δήλωση ἀναγνωρίσεως καί ἐπισήμως ἀπό τούς δύο Ἀρχηγούς τῶν Ἐκκλησιῶν μας, τόν Πάπα Λέοντα ΙΔ΄ καί τόν Οἰκουμενικόν Πατριάρχην Βαρθολομαῖον τό αὐτονόητον τῆς ἑκατέρωθεν ἐκκλησιαστικότητας τῶν δύο ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν. Οἱ ἄγονες συζητήσεις γιά τό θέμα αὐτό δέν ὠφελοῦν κανένα. Εἶναι ἀνάγκη νά ἀρθοῦν οἱ ἀδικαιολόγητες ἀμφιβολίες.
Καί ὁ Καρδινάλιος Κurt Koch, ὁ Πρόεδρος τοῦ Παπικοῦ Συμβουλίου γιά τήν ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν καί Συμπρόεδρος τοῦ Ἐπισήμου Θεολογικοῦ Διαλόγου τῶν Ἐκκλησιῶν μας, συμφωνεῖ μέ τήν ἄποψη, ὅτι τό 1054 δέν ἐπραγματοποιήθη τό «Μέγα Σχίσμα» καί ἐτόνισε στήν ὁμιλία του στό διεθνές Συμπόσιο στή Βιέννη τήν 16η Ἰανουαρίου 2025, ὅτι «μία ἀμοιβαία ἀναγνώριση ὡς Ἐκκλησία ἀποτελεῖ τό πρῶτο βῆμα γιά τήν δήλωση τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας.» (Eine gegenseitige Anerkennung als Kirche ist der erste Schritt zur Erklärung von Kirchengemeinschaft.) Αὐτό ἀποτελεῖ σημαντική προϋπόθεση, ἀλλά καί ἀναγκαιότητα τοποθετήσεως ἀπό τήν Ὀρθοδοξη Ἐκκλησία, ὅπως ἀναφέρει καί ὁ Στυλιανός Τσομπανίδης.[15]
Θετικές ἀπαντήσεις ὑπάρχουν ἤδη ἀρκετές, ὅπως ἐλέχθη π. χ. τοῦ Πατριάρχου Ἀντιοχείας Πέτρου χαρακτηρίζοντας τούς πιστούς τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας («τῆς καθ’ ἡμᾶς ἁγίας ἐκκλησίας τόν μέγαν τοῦτον καί πρῶτον καί ἀποστολικόν θρόνον») «ἀδελφούς», καί τήν Δυτικήν Ἐκκλησίαν μή ἀποκοπεῖσαν ἀπό τήν μίαν Ἁγίαν Ἐκκλησίαν ἡμῶν, ὅταν συμβουλεύει καί παροτρύνει τόν Πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριο, ὅπως «συνέλθῃ τοῖς πράγμασι», νά σταματήσει τίς ἐνέργειές του, διότι ὑπάρχει ὁ κίνδυνος μέ αὐτές ἀντί νά ὠφελήσει τήν ἑνότητα νά μεγενθύνει τό ὑπάρχον χάσμα μέ ἀποτέλεσμα «τοῦ τῆς καθ’ ἡμᾶς ἁγίας ἐκκλησίας τόν μέγαν τοῦτον καί πρῶτον καί ἀποστολικόν θρόνον ἀπορραγῆναι συνέβη». Ἄρα ὁ «ἀποστολικός θρόνος» τῆς Ρώμης εἶναι θρόνος «τῆς καθ’ ἡμᾶς ἁγίας Ἐκκλησίας», τονίζει ἀπερίφραστα ὁ Πέτρος Ἀντιοχείας, παρά τίς ὑπάρχουσες διαφορές καί παρά τά γεγοότα τοῦ 1054 στήν Κωνσταντινούπολη.
Γνωστόν εἶναι ἐπίσης τό τοῦ Ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ, ὁ ὁποῖος χαρακτήρισε τήν Δυτική Ἐκκλησία «ἀδελφή Ἐκκλησία». Τό 1920 ἀπευθύνει τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο τήν σημαντική Ἐγκύκλιο «Πρός τάς ἀπανταχοῦ Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ», ὅπου τονίζεται «δεύτερον ὅτι ἐπιβάλλεται ἵνα ἀναζωπυρωθῇ καί ἐνισχυθῇ πρό παντός ἡ ἀγάπη μεταξύ τῶν Ἐκκλησιών, μή λογιζομένων ἀλλήλας ὡς ξένας καί ἀλλοτρίας, ἀλλ’ ὡς συγγενεῖς καί οἰκείας ἐν Χριστῷ καί “συγκληρονόμους καί συσσώμους τῆς ἐπαγγελίας τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ Χριστῷ “. (Εφεσ. 3, 6). Οἱ Ἐκκλησίες, ἄν καί δέν ζοῦν σέ κοινωνία εἶναι «συγγενεῖς», «οἰκεῖαι», «συγκληρονόμες» καί «σύσσωμες» τῆς ἴδιας οἰκογένειας τοῦ ἑνός χριστιανισμοῦ «ἐν τῷ Χριστῷ».
Καί ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τό 2016 ἀναγνωρίζει τίς ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες ὡς Ἐκκλησίες μέ τήν διατύπωση στό σχετικό κείμενο, ὅτι „ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποδέχεται τήν ἱστορικήν ὀνομασίαν τῶν μή εὑρισκομένων ἐν κοινωνίᾳ μετ’ αὐτῆς ἄλλων ἑτεροδόξων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν», διότι ἐάν δέν ὑπάρχει κάτι, δέν εἶναι δυνατόν νά ὀνομασθεῖ. Πρῶτα εἶναι ἡ ὕπαρξη καί μετά ἡ ὀνομασία καί στήν Δημιουργία τοῦ Θεοῦ. «Καί γάρ οὐ πρότεραι τῶν οὐσιῶν αἱ λέξεις, ἀλλ’ αἱ οὐσίαι πρῶται καί δεύτεραι τούτων αἱ λέξεις.», διευκρινίζει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος.[16] Καί ἡ Σύνοδος δέν ἀναφέρεται σέ ἕναν ἁπλό νομιναλισμό, ἀλλά στόν ρεαλισμό τῆς ὑπάρξεως τῶν ἑτεροδόξων Ἐκκλησιῶν, μέ τίς ὁποῖες εὑρίσκεται σέ θεολογικό Διάλογο, ὅπως τονίζει, ἀλλά καί ἐννοεῖ τό Κείμενο αὐτό τῆς Συνόδου. Καί κατά τήν προετοιμασία τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου ἑκκλησίας ἀπεφασίσθη πανορθόδοξα ἡ παρουσία καί παρατηρητῶν ἀπό τίς μή ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες! Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Κρήτης δέν εἰσήγαγε πρώτη φορά τόν ὅρο Ἐκκλησία γιά τίς μή ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες.
Χωρίς ἀμφιβολία διαπιστώνεται ὅτι διαχρονικά χαρακτηρίζεται ἡ Δυτική Ἐκκλησία Έκκλησία, παρά τά ὑπάρχοντα προβλήματα.
Πολλά παραδείγματα χρησιμοποιήσεως τῆς λέξεως Ἐκκλησία γιά τήν Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία ἀναφέρει καί ὁ Θεόδωρος Γιάγκου καθηγητῶν Θεολογίας, Ἀρχιερέων, Ἁγίων καί Συνόδων.[17] Ἡ ἄρνηση τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ ὅρου Ἐκκλησία γιά τήν Δυτική Καθολική Ἐκκλησία ἀποτελεῖ νεωτερισμό ἀπαράδεκτο, μή ἀνταποκρινόμενο στήν μακραίωνα πράξη τῆς Ἐκκλησίας μας.
Δέν ὑπάρχει λοιπόν ἐπίσημη καταδίκη Ἐκκλησιῶν ἀπό Οἰκουμενική Σύνοδο, οὔτε καί ἐπίσημη ἀπόφαση ἀπορρίψεως καί καταργήσεως τοῦ χαρακτηρισμοῦ Ἐκκλησία, γιά τίς ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖες, διαλεγόμενες «μποροῦν μέ τήν σημερινή ἐμπειρία νά προβάλλουν τήν κοινή αὐτοσυνειδησία ὅτι συνεχίζουν νά εἶναι μέλη τῆς μίας Ἐκκλησίας.»[18] Σέ παρόμοιες διαπιστώσεις προβαίνουν καί ὁ Γεώργιος Γαλίτης,[19] ὁ Ἀβύδου (νῦν Σεβασμ. Μητροπολίτης Κρήνης) Κύριλλος,[20] ὁ Ἰωάννης Καρμίρης κατ’ ἐπάνάληψη, ὁ Βλάσιος Φειδᾶς, κ.ἄ. Ὁ Βλάσιος Φειδᾶς τονίζει μάλιστα γενικώτερα, ὅτι «…οἱ ρωμαιοκαθολικοί, οἱ παλαιοκαθολικοί, οἱ ἀγγλικανοί καί οἱ προτεστάντες δέν ἔχουν καταδικασθεῖ ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας δι’ ἐπισήμου ἐκκλησιαστικῆς πράξεως ὡς αἱρετικοί, … διό καί εἶναι ἀβάσιμοι οἱ ὑπό τινων ἀποδιδόμενοι εἰς αὐτούς χαρακτηρισμοί ὡς αἱρετικῶν, ἀφοῦ μόνον ἡ Ἐκκλησία δύναται νά χαρακτηρίζει δι’ ἐπισήμου ἐκκλησιαστικῆς πράξεως τά ἐκτός τῶν ὁρίων αὐτῆς χριστιανικά σώματα ὡς αἱρετικά ἤ ὡς σχισματικά.»[21]
Βαρυσήμαντη εἶναι ὁπωσδήποτε ἡ διατύπωση τοῦ καθηγητοῦ Kartaschev, στόν ὁποῖο παραπέμπει ὁ Vitalij Borovoij[22], ὅτι „εἶναι μιά ἰδιαίτερα μεγάλη ἁμαρτία, ἐάν οἱ Ἐκκλησίες χρησιμοποιοῦν τήν ἀτιμωτική καί βλάσφημη θεολογία, ὅτι κάθε ἄλλη (μή ὀρθόδοξη) Ἐκκλησία δέν εἶναι Ἐκκλησία, ὅτι τά μυστήριά της δέν εἶναι μυστήρια καί ὅτι ἡ Θεία Χάρις της δέν εἶναι Θεία Χάρις.»
Μέ βάση αὐτή τήν πεποίθηση καί βεβαιότητα τῶν δύο «ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν» εἶναι ἀναμενόμενα καί εὐκταῖα ἑπόμενα συγκεκριμένα βήματα στήν σταδιακή πορεία ἀποκαταστάσεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας.
Μερικές σκέψεις
-Άναμενόμενη εἶναι π.χ. καί ἡ λήψη ἀποφάσεως γιά εὕρεση κοινῆς ἡμερομηνίας τοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα, τῆς μεγαλύτερης χριστιανικῆς ἑορτῆς, πρόταση τήν ὁποία εἶχε κάνει τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο πρίν ἀπό περισσότερα ἀπό 100 χρόνια τό 1920.
-Σημαντική ἐπίσης καί ἡ ἀναμενόμενη δήλωση προθέσεως τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς τελευταίας κοινῆς 8ης Οἰκουμενικῆς Συνόδου τοῦ 879/880 καί τῆς ἐφαρμογῆς καί τῶν ἀποφάσεών της, ὅπως π.χ. περί αὐτονομίας τῶν Ἐκκλησιῶν Ρώμης καί Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλά καί γιά τήν ἀποκατάσταση τῆς ἀρχικῆς μορφῆς τοῦ Συμβόλου τῆς πίστεως χωρίς τό filioque καί ἡ χρήση αὐτοῦ στήν λειτουργική ζωή καί στήν Δύση γενικά καί ὄχι μόνο στίς οἰκουμενικές ἐκδηλώσεις, (τεκμηριωμένες προεργασίες καί προτάσεις ὑπάρχουν). Καί, ὅπως ἐλέχθη, ἡ Συντονιστική Ἐπιτροπή τοῦ ἐπισήμου Θεολογικοῦ Διαλόγου μέ τήν Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία ἑτοιμάζει σχετικό Κείμενο γιά τό filioque (Ρέθυμνο 8/12 Σεπτεμβρίου 2025).
-Ἀναγκαία εἶναι καί ἡ ρύθμιση τῆς μυστηριακῆς καί ποιμαντικῆς ζωῆς τῶν συζύγων καί τῶν οἰκογενειῶν τῶν μικτῶν γάμων, οἱ ὁποῖοι στήν πραγματικότητα δέν εἶναι μικτοί, «ἀδελφοί γάρ καί ἡμῶν οὗτοι» καί πρέπει νά ἀναγνωρίζεται χωρίς ἀμφιβολία καί ἐπιφυλακτικότητα ἡ ἐκκλησιαστικότητα καί τῶν μή ὀρθοδόξων μελῶν τῶν συζύγων. κλπ.
Μέχρι νά φθάσωμεν, ὅταν ὁ Θεός εὐδοκήσει, στό άναμενόμενο καί εὐκταῖο «Κοινόν Ποτήριον» τῆς πλήρους κοινωνίας τῶν ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν μας.
Τό θεμέλιον τῶν βημάτων αὐτῶν
Τό ἐπαναλαμβάνω: Οἰ πράξεις αὐτές ἤ καί ἄλλες οἱ ὁποῖες εἶναι δυνατόν νά ἀκολουθήσουν, βασίζονται στήν ἀναντίρητη καί τεκμηριωμένη ἱστορικά διαπίστωση, ὅτι οἱ Ἐκκλησίες μας Ἀνατολῆς καί Δύσεως «οὐδέποτε ἐπισήμως ἀποκηρυξασῶν ἀλλήλας,»[23] καί ὅτι τό 1054 «οὔτε Οἰκουμενική συνεκροτήθη σύνοδος, οὔτε πολυπληθής ἦτο, οὔτε τόν πάπαν ἀνεθεμάτισεν, οὔτε οἱ πατριάρχαι βεβαιοῦται ὅτι ἐπεψηφίσαντο.»[24] Στόν Πρόλογο τοῦ ἴδιου ἔργου του καί ἀλλοῦ χαρακτηρίζει ὁ Ἅγιος Νεκτάριος τίς δύο Ἐκκλησίες, τήν Ἀνατολική καί τήν Δυτική, «ἀδερφές» Ἐκκλησίες. Ὑπάρχουν πάμπολλες μαρτυρίες.
Ἐάν, λοιπόν, προβοῦν οἱ δύο Προκαθήμενοι, ὁ Πάπας Ρώμης Λέων ΙΔ΄καί ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαῖος σέ μία κοινή Δήλωση ἀμοιβαίας ἀναγνωρίσεως τῶν δύο Ἐκκλησιῶν, ἤ καί σέ ἄλλα θετικά ἀναγκαῖα βήματα, δέν θά τό πράξουν αὐθαίρετα νεωτερίζοντες, ἀλλά θά βασίζονται ἀκριβῶς σέ μία μακρά παράδοση, ἀλλά καί στήν στάση τοῦ Πατριάρχου Ἀντιοχείας Πέτρου, ὁ ὁποῖος δέν ἀποδέχθηκε οὔτε ἐπικύρωσε τό θρυλούμενο Μέγα Σχίσμα τοῦ 1054, θεωρώντας τήν Δυτική Ἐκκλησία τῆς Ρώμης ὡς «τόν μέγαν τοῦτον καί πρῶτον καί ἀποστολικόν θρόνον» «τῆς καθ’ ἡμᾶς ἁγίας ἐκκλησίας» καί μετά τά λυπηρά γεγονότα τοῦ 1054 στήν Κωνσταντινούπολη. Μέ τήν πεποίθηση αὐτή τονίζει στήν Ἐπιστολή του πρός τόν Πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριο: «Καλόν γάρ πρός τό καλοθελές ὁρῶντας ἡμᾶς καί μᾶλλον, ἔνθα μή Θεός ἤ πίστις τό κινδυνευόμενον, νεύειν ἀεί πρός τό εἰρηνικόν τε καί φιλάδελφον, ἀδελφοί γάρ καί ἡμῶν οὗτοι.»
Μέ πνεῦμα εἰρηνικό καί μέ ἔντονη φροντίδα γιά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας τελειώνει τήν ἐπιστολή του: «Παρακαλῶν παρακαλέσαι τήν σήν ἡγιασμένην ψυχήν. Καί πεῖσαι, μετριώτερόν τε καί συγκαταβατικώτερον συνελθεῖν σε τοῖς πράγμασι, καί μᾶλλον, οὐ μή ἐστι θεός, ὡς ἔφθην εἰπών, τό περιφρονούμενον.»
Ἀνάγκη μελέτης τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Πατριάρχου Ἀντιοχείας Πέτρου Γ΄πρός τόν Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ Κηρουλάριον
Θεωρῶ ὡς ἐκ τούτου πολύ ἀναγκαῖο καί χρήσιμο νά ἐπαναφέρομε στήν μνήμη μας ὁλόκληρη τήν ἐπιστολή αὐτή[25] τοῦ Πατριάρχου Ἀντιοχείας Πέτρου, ὁ ὁποῖος ἀπαντᾶ καί σχολιάζει καί ὅλες τίς διαφορές, «ἐλατώματα» τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας, τίς ὁποῖες ἀναφέρει ὁ Πατριάρχης Μιχαήλ, διορθώνοντας μάλιστα καί ὁρισμένες ἱστορικές ἀνακρίβειές του, (ὁ Πάπας Βιγίλλιος δέν ἦταν στήν ἕκτη Οἰκουμενική Σύνοδο, ἀλλά στήν Πέμπτη), ἀλλά καί ἐσφαλμένες, μή ἀντικειμενικές ἀπόψεις γιά τήν Ἐκκλησία τῆς Δύσεως. Π.χ. γιά τήν τιμή τῶν εἰκόνων.
Ἡ ἐπιστολή αὐτή δέν ἔχει μεγάλη σημασία μόνον γιά τίς σχέσεις τῶν δύο Ἐκκλησιῶν, Ἀνατολῆς καί Δύσεως, ἀλλά καί γενικώτερα γιά πολλές ποιμαντικές ἀρχές χριστιανικῆς ζωῆς π.χ. περί νηστείας καί ἄλλων θεμάτων καθημερινῆς ζωῆς χωρίς προκαταλήψεις, χωρίς πολεμική, ἀλλά καλοπροαίρετα μέ στόχον τήν εἰρήνη καί τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
Θέλω νά καταλήξω μέ μία σημαντική προτροπή τοῦ Διαδόχου τοῦ Πατριάρχου Μιχαήλ Κηρουλαρίου τῆς Α. Θ. Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου, ἡ ὁποίοα εἶναι καί παραμένει πάντα ἐπίκαιρη: «Τό αἴτημα τῆς ἑνότητος τῶν διῃρημένων χριστιανῶν δέν ἀποτελεῖ μόνον εὐχήν ἀναπεμπομένην ἐν ἑκάστῃ ἱερᾷ ἀκολουθίᾳ ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ. Ἀποτελεῖ σήμερον καί ἐπίμονον αἴτημα τῶν καιρῶν. Τό ἀπαιτοῦν οἱ σπαρασσόμενοι ἀπό ἀδελφοκτόνους διαμάχας χριστιανικοί λαοί, οἱ ἀπειλούμενοι ἀπό θρησκευτικούς φανατισμούς φιλειρηνικοί πολῖται, οἱ ὑγιστάμενοι τήν καταπίεσι καί ἀδικίαν τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς καί ἀναμένοντες τήν ἑνιαίαν καί ἀδιαίρετον μαρτυρίαν τῶν εἰς Χριστόν πιστευόντων, ἔτι δέ καί αὐτή ἡ ὑλική κτίσις, ἡ ἀπειλουμένη μέ ὁλικήν καταστροφήν ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι τόσον πολλά καί τόσον ἐπείγοντα τά προβλήματα τοῦ σθγχρόνου ἀνθρώπου, ὥστε νά καθίσταται ἐπιτακτική ἡ ἑνότης τῶν χριστιανῶν καί ἐγκληματική ἡ δι’ οἰασδήποτε σκοπιμότητας παρεμπόδισης αὐτῆς.»[26]
Ἐπιστολή
τοῦ Πατριάρχου Ἀντιοχείας Πέτρου πρός τόν Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ Κηρουλάριον
Πέτρου Θεουπόλεως καί πάσης ανατολῆς πατριάρχου λόγος, καθ’ ὅν καιρόν εἰσῆλθεν ὁ Ίταλός Ἀργυρός ἐλέγξων τά ἡμέτερα
Ι. Ὅσα ἐπονηρεύσατο ό έχθρός ἐν τῷ Ἁγίῳ σου καί ἥν κατεπανουργεύσαντο γνώμην οί μισοϋντές σε, ἄραντες κεφαλήν ἐν μέσῳ τῆς ἐκκλησίας σου, ἱκανῶς ἡμᾶς τά σά ἱερά ἐδίδαξε γράμματα, θεοειδέστατε ἅγιε δέσποτα. Καί θαῦμα μέγα κατέσχεν ἡμᾶς ἐπί τούτῳ συνιδεῖν μή δυναμένους. ὅθεν κινηθείς, ἤ τί βουλόμενος ὁ Ἰταλός εἰς τοσαύτην ἀνοδίαν ἐξέκλινεν Ἀργυρός, καί τοῖς ἱεροῖς ἐπεχείρει ἀνίερος ὤν. Τί γάρ φησί, κοινόν κυνί καί βαλανείῳ, ἵν’ ἐκεῖνος ἐν λαϊκοῖς τεταγμένος τά ἱερέων πολυπραγμονῇ καί συγγραφάς τοιαύτας, ὡς ἐδήλωσας, ψευδεῖς ἐπινοῇ καί διαπράττηται; ἐξ ὧν οὐδέν ἔμελλε πλήν αἰσχύνης τοῦ δραματοφορηθέντος ἀποίσεσθαι καί ταῦτα τοῦ πάπα τόν βίον καταστρέψαντος. ἀλλά χάρις τῷ θεῷ, τῷ δρασσομένῳ τούς σοφούς ἐν τῇ πανουργίᾳ αὐτῶν καί μή ἐπί πολύ τό πλάσμα λανθάνειν παραχωρήσαντι.
ΙΙ. Περιείχετο τοῖς ἱεροῖς γράμμασι τῆς ἁγιωσύνης σου φήμην τινά τοῖς σοῖς ἐνηχηθῆναι ὠσίν, ὡς τόν πάπαν τοῖς ἱεροῖς ἀναφέρω διπτύχοις τοῦτο αὐτό ποιούντων καί τῶν ἀλλων ἁγιωτάτων πατριαρχῶν καί ὡς οὐκ ἔδει τοσοῦτον ἀγνόημα ἀγνοῆσαι καί μάλιστα πρό τῶν ἄλλων ἐμέ εἰδότα, ὅτι ἀπό τῆς ἁγίας ἕκτης οἰκουμενικης συνόδου καί ἐπιτάδε, ἵνα τοῖς σοῖς χρήσωμαι ρήμασιν, ἡ ἐν τοῖς ἱεροῖς διπτύχοις ἀναφορά ἐξεκόπη τοῦ πάπα διά τό τόν τηνικαῦτα πάπαν Βιγίλλιον μή ἀπαντῆσαι κατά τήν σύνοδον μήτε μήν ἀναθεματίσαι τά παρά τοῦ Θεοδωρήτου κατά τῆς ὀρθῆς πίστεως καί τῶν δώδεκα κεφαλαίων τοῦ ἁγίου Κυρίλλου γραφέντα. Καί ἔκτοτε καί μέχρι τοῦ νῦν ἀποτμηθῆναι τῆς καθ’ ἡμᾶς ἁγιωτάτης ἐκκλησίας τόν πάπαν.
ΙΙΙ. Ταῦτα τῆς σῆς τιμίας περιεχούσης γραφῆς ἠσχύνθην, οὐκ οἶδ’ ὅπως εἴπω, πίστευε, καί τό πλεῖον ὑπέρ σοῦ καί μᾶλλον εἰ καθ’ ὁμοιότητα τῆς πρός ἡμᾶς γραφῆς σου ἔφθης τοιαῦτα καί πρός τούς ἄλλους γράψας μακαριωτάτους πατριάρχας, ὅτι πρό ἐξετάσεως καί τελείας καταλήψεως τό μή γεγονός ὡς γεγονός ἐξ ἀκοῆς ματαίας παρέστησας. Πῶς γάρ καί ἔμελλον τέως αὐτόν ἐγώ ἀναφέρειν τόν πάπαν μή τῆς κατά σέ ἁγίας ἐκκλησίας ἀναφερούσης αὐτόν τρόφιμος ὤν ταύτης καί ζηλωτής, εἰ καί τις ἄλλος, ἔργῳ καί λόγῳ τά ταύτης πρεσβεῖα σεμνύνων καί μεγαλύνων ἀεί; Τό δέ κατά τόν Βιγίλλιον παρεξηγηθεῖναι τῆς ἀληθεἰας οὐχ οὕτως ἐχούσης τοῦτο πόσην οὐ προσεπιμαρτυρεῖ ἀπροσεξίαν τῷ εὐσεβεῖ χαρτοφύλακί σου; εἰ γάρ καί περί τό τῆς ρητορικῆς μάθημα σοφιστικός ὁ ἀνήρ, ὡς ἀκούομεν, ἀλλά νέος ὤν οὔπω πεῖραν ἔσχεν ἱκανήν τῶν ἐκκλησιακῶν. πίστιν δέ οὐκ ἔχει, φησίν Ἰωάννης ὁ τῆς Κλίμακος, οἶνος εὐθύς ἐκ ληνῶν ἐκκλειόμενος.
IV. Καί διά τοῦτο χρέων ἐστί τοῦτον εἰς τοσοῦτον ἀναχθέντα μέγαν βαθμόν ἐρευνητικῶς. ἀλλ’ οὐ παροδευτικῶς ἀνακρινεῖν τάς γραφάς. Οὐσία γάρ τῆς καθ’ ἡμᾶς ἱεραρχίας ἐστί τά θεοπαράδοτα λόγια, ἤγουνἡ τπων θείων γραφῶν ἀληθινή ἐπιστήμη καθώς ὁ μέγας ἀπεφήνατο Διονύσθιος. Ὁ Βιγίλλιος γάρ ἐπί τῆς πέμπης ἦν, καθ’ ἥν τά περί Ὠριγένους, Εὐαγρίου τε καί Διδύμου καί τῶν ἄλλων Πέτρου καί Σευήρου καί Ζωόρα, ἀλλά καί τῶν συγγραμμάτων τοῦ Θεοδωρήτου κεκίνητο, οὐ μήν δέ ἐπί τῆς ἕκτης συνόδου. Διάστημα δέ μεταξύ τῶν δύο συνόδων ρκθ΄ ἔτη. τόν δέ συνέβη πρός μικρόν τῆς ἀναφορᾶς ἀποτμηθῆναι διά τό διενεχθῆναι αὐτόν πρός τόν ἁγιώτατον πατριάρχην Μηνᾶν καί καθαιρέσει τοῦτον ἀποβαλεῖν. ἑως οὗ καί πάλιν πρός ἀλλήλους οἱ ἀρχιερεῖς εἰρηνεύσαντες κατηλλάγησαν. ἐπί δέ τῆς ἕκτης τῆς ἁγίας συνόδου ὁ ἱερός ἦν πάπας Ἀγάθων, ἀνήρ τίμιος καί τά θεῖα σοφός. καί ἀνάγνωθι τά πρακτικά τῆς ἕκτης συνόδου, ἥτις εἰώθει κυριακῇ μετά τήν ὕψωσιν τοῦ τιμίου σταυροῦ ἀναγινώσκεσθαι. εὑρήσεις γάρ τόν εἰρημένον Ἀγάθωνα εὐκλεῶς ὑπό τῆς ἁγίας ταύτης συνόδου ἀνακηρυττόμενον.
V. Ἐπί δέ τούτοις κἀγώ μάρτυς ἀπαράγραπτος, καί ἄλλοι σύν ἐμοί τῶν τῆς ἐκκλησίας ἐλλογίμων πολλοί, ὅτι ἐπί τῷ μακαρίτῃ πατριάρχῃ Ἀντιοχείας Ἰωάννῃ ὁ πάπας τῆς Ρώμης Ἰωάννης καί αὐτός ἀκούων ἐν τοῖς ἱεροῖς διπτύχοις ἀναφέρετο. Καί ἐν Κωνσταντινουπόλει δέ πρό χρόνων τεσσαράκοντα καί πέντε εἰσελθών εὗρον ἐπί τοῦ μακαρίτου πατριάρχου κυροῦ Σεργίου τόν δηλωθέντα πάπαν ἐν τῇ θείᾳ μυσταγωγίᾳ μετά τῶν ἄλλων πατριαρχῶν ἀναφερόμενον. ὅπως δέ ὕστερον ἡ αὐτοῦ ἐξεκόπη ἀναφορά καί δι’ ἥν αἰτίαν, ἀγνοῶ. ἀλλά περί μέν τούτων οὕτως ἔχων πλεῖον οὐδέν σε βούλομαι περί τῆς τοῦ πάπα ἀναφορᾶς προσεξεργάζεσθαι.
VI. Ὃσα δέ σοι καί άπηρίθμηται ‘Ρωμαικά ἐλαττώματα μετήλθομεν. Καί τά μέν τούτων ἐδόκει ἀπευκταῖα καί φευκτά, τά δέ ἱάσιμα, τά δέ παροράσεως ἄξια. Τί γάρ πρός ἡμᾶς τό ξυρᾶσθαι τους αρχιερείς τούς πώγωνας, και δακτυλοφορείν αὐτούς εἰς σύμβολον (ὡς ἔγραψας) τῆς πρός τήν ἁγίαν τοῦ θεοῦ ἐκκλησίαν νυμφεύσεως; καί ημείς γάρ, γαράραν ἐπί τῆς κεφαλῆς ποιοῦμεν εἰς τιμήν πάντως τοῦ κορυφαίου τῶν ἀποστόλων Πέτρου, έφ’ ὅν ἡ τοῦ θεοῦ μεγάλη ἐκκλησία ἐπῳκοδόμηται, ὅ γάρ εἰς ὕβριν τοῦ ἁγίου οἱ δυσσεβεῖς ἐφεύρησαν, τοῦτο ἡμεῖς εὐσεβοῦντες εἰς δόξαν αὐτοῦ καί τιμήν πεποιήμεθα. Ρωμαῖοι μέν ξυρῶντες τούς πώγωνας, ἡμείς δέ ἐπί κορυφῆς τήν παπαλήθραν ἐπιτηδεύοντες. Χρυσοφοροῦμεν δέ καί αὐτοί ἐγχείρια καί ἐπιμάνικα καί ἐπιτραχήλια περιβεβλημένοι χρυσόπαστα.
VII. Καί τό μιαροφαγείν δέ αὐτούς καί τούς μοναχούς κρεωφαγεῖν τό στέαρ τό χοίρειον εὑρήσεις καί ταῦτα πολυπραγμονῶν παρά τισι τῶν ἡμετέρων γινόμενα. Βιθυνοί γάρ καί Θράκες καί Λυδοί γαγύλας καί κολοιούς καί τρυγόνας καί χερσαίους έχίνους έσθίουσιν ὧν τήν χρῆσιν οί Πατέρες άδιάφορον εἴασαν. οὐδέν γάρ κτίσμα θεοῦ ἀπόβλητον μετ’ εὐχαριστίας λαμβανόμενον, καί πείθει με τοῦτο τό σκεῦος τῆς ἐξ οὐρανοῦ κατενεχθείσης ὀθόνης, ἐν ᾧ ὑπῆρχε πάντα τά τετράποδα τῆς γῆς καί τά θηρία καί τά ἑρπετά καί τά πετεινά τοῦ οὐρανού. καί Πέτρος θεόθεν ἀκούσας· ἀναστάς, Πέτρε, θῦσον καί φάγε. καί εἰπών, μηδαμώς, ὦ κύριε, ὅτι οὐδέποτε πᾶν κοινόν ἤ ἀκάθαρτον διῆλθε διά τοῦ στόματος μου. και πάλιν ἀκούσας, ἅ ὁ Θεός ἐκαθάρισε, σύ μή κοίνου.
VIII. Καιρός δέ καί τό τοῦ ἁγίου Βασιλείου ἐρεῖν. Φησί γάρ· ὡς καί ἐν λαχάνοις τό βλαβερόν τοῦ καταλλήλου χωρίζομεν, οὕτως καί ἐν τοῖς κρέασι τοῦ χρησίμου τό βλαβερόν διακρίνομεν. Ἐπεί λάχανόν ἐστι καί τό κώνειον, ὥσπερ κρέας ἐστί καί τό γύπειον, ἀλλ’ ὅμως οὔτε ὑοσκύαμον φάγοι ἄν τις νοῦν ἔχων, οὔτε κυνός ἅψαιτο, μή μεγάλης ἀνάγκης κατεπειγούσης· ὡς ὁ γε φαγών οὐκ ἠνόμησε. Καί τό τοῖς ὀσπρίοις δέ καί λαχάνοις στέαρ χοίρειον ἐμβάλλεσθαι, τοῦτο παρά τῶν αγίων πατέρων ἀνεκρίθη καί συνεχωρήθη· καί μᾶλλον παρ΄ οἷς χρηστόν οὐκ εὑρίσκεται ἔλαιον.
IX. Καί ἄκουσον, τί φησιν ἐν τοῖς ἀσκητικοῖς αὐτοῦ ὁ μέγας Βασίλειος. Βρωμάτων μέντοι διαφοράς οὐδαμῶς ἐπιζητεῖν ὀφείλει ὁ ἀσκητής καί προσποιήσει δῆθεν ἐγκρατείας ἐξαλλαγάς ἐδεσμάτων ἐπινοεῖν. Τοῦτο γάρ ἀνατροπή τῆς κοινῆς εὐταξίας ἐστί καί σκανδάλων ὑπόθεσις καί τοῦ οὐαί κληρονόμος γίνεται ὁ ἐν συστήματι ἀσκητικῷ τοιαύτας αἰτίας ταραχῆς ἐνδιδούς, ἀλλά κἄν τό προσέψημα τοῦτο τό ταριχευτόν τό παρά τῶν ἁγίων πατέρων ἐγκριθέν ἀντ’ ἄλλου τινός ἀρτύματος, ἐλάχιστον τοῖς βρώμασιν ἐμβάλλεσθαι συμπεπλεγμένον τῷ λοιπῷ ἐδέσματι τοῦ ὕδατος ἤ τῶν λαχἀνων ὑπάρχῃ, μή προφάσει δῆθεν κενοδόξου ἐθελοευλαβείας ὡς κρέα παραιτούμενος ἐπιζητείτω τῶν ἐδεσμάτων τά τιμιώτερα καί χρηστότερα ἀλλά τῷ ἀποζέματι τοῦ ἐλαχίστου τεμάχους τόν ψωμόν ἀπαρατηρήτως ἀποβρέχων προσφερέσθω μετά πάσης εὐχαριστίας, τό γάρ ἐλάχιστον ἐκεῖνο τμῆμα εἰς τοσοῦτον πλῆθος ὕδατος καί σπερματώδους (εἰ τύχοι) βρώματος ἐμβληθέν, οὐ τρυφῆς ἐστί κατηγόρημα, ἀλλ’ ἀκριβεστάτη τῶν ἀσκητῶν καί ταλαίπωρος ὄντως ἐγκράτεια. χρή τοίνυν τά τοιαῦτα μή παρατηρεῖν τόν τῆς ὁσιότητος ἀσκητήν, οὐ γάρ Ἰουδαΐζοντες ἀπεχόμεθα τῶν τοιούτων, ἀλλά τρυφῆς πλησμονήν φεύγοντες. καί ταῦτα μέν τά ρητά τοῦ ἁγίου Βασιλείου.
X. Ὁ δέ ἅγιος Παχώμιος χοίρους ἐν τῇ κατ’ αὐτόν ἁγίᾳ μονῇ ἐκ τῶν ψυχίων καί τῶν περισευμάτων τῆς τραπέζης ἐσίτευε. καί σφαττομένων αὐτῶν τοῖς μέν ἄλλοις ἐξεναγώγει κρέασι τούς ἐπιξενουμένους ὑποδεχόμενος. τά ἐντόσθια δέ καί τά ἄκρα τῶν ποδῶν καί τάς κυλίας, τοῖς ἐξατονοῦσι γέρουσι τῶν μοναζόντων παρέβαλλεν, οἷον δέ υψον (;) ἡδύ, τιμιώτατε δέσποτα, ῥύγχος χοίρειον καί ὦτα καί ἄκρα ποδῶν. ἀλλά καί φακή καί κύαμος ἐν στέατι χοιρείῳ ἐψόμενα, ἅ εἰ μή καί χρηστοῦ εὐπόρησεν ἐλαίου, ἵνα τι καί πνευματικῶς εἰς τήν χάριν μικρόν διαχεθῶ, πολλοῖς, ὡς οἶδε κύριος, ἀθυμίας βέλεσι καθ’ ἑκάστην περιπειρόμενος, βρῶσιν ἄν ἐποιούμην ἑκάστοτε.
XI. Κακόν δέ καί κακῶν κάκιστον ἡ ἐν τῷ ἁγίῳ συμβόλῳ προσθήκη, τό. Καί εἰς τό πνεῦμα τό ἅγιον, τό κύριον καί ζωοποιόν, τό ἐκ τοῦ πατρός καί τοῦ υἱοῦ ἐκπορευόμενον. Εἰ γάρ τά παρ’ ἡμῖν εὐαγγέλια τά αὐτά καί παρά Ρωμαίοις, πόθεν ἐκεῖνοι πλεῖόν τι μαθόντες τήν τοιαύτην ἀλλόκοτον προσθήκην ἐποιήσαντο; τοῦ κατά Ἰωάννην ἁγίου εὐαγγελίου μᾶλλον ἀριδηλότερον ἡμᾶς περί τοῦ ἁγίου πνεύματος ἐκδιδάσκοντος, ἐν οἷς καί διαλαμβάνει. ἐάν ἀγαπᾶτε με, τάς ἐντολάς τάς ἐμάς τηρήσατε. Καί ἐγώ ἐρωτήσω τόν πατέρα καί ἄλλον παράκλητον δώσει ὑμῖν, ἵνα μένῃ μεθ’ ὑμῶν εἰς τόν αἰῶνα, τό πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὅ ὁ κόσμος οὐ δύναται λαβεῖν, ὅτι οὐ θεωρεῖ αὐτό οὐδέ γινώσκει αὐτό. ὑμεῖς δέ γινώσκετε αὐτό, ὅτι παρ’ ὑμῖν μένει καί ἐν ὑμῖν ἐστί. Καί μετ’ ὀλίγα. Ὁ δέ παράκλητος, τό πνεῦμα τό ἅγιον, ὁ πέμψει ὁ πατήρ ἐν ὀνόματί μου, ἐκεῖνος ὑμᾶς διδάξει πάντα καί ὑπομνήσει ὑμᾶς πάντα, ἅ εἶπον ὑμῖν. Καί πάλιν. Ὅταν δέ ἔλθῃ ὁ παράκλητος, ὅν ἐγώ πέμψω ὑμῖν παρά τοῦ πατρός, τό πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὅ παρά τοῦ πατρός ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περί ἐμοῦ. Εἶτα. Ἔτι πολλά ἔχω λέγειν ὑμῖν, ἀλλ’ οὐ δύνασθε βαστάζειν ἄρτι. ὅταν δέ ἔλθῃ ἐκεῖνος, τό πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν. Οὐ γάρ λαλήσει ἀφ’ ἑαυτοῦ. ἀλλ’ ὅσα ἀν ἀκούσῃ λαλήσει καί τά ἐρχόμενα ἀναγγελεῖ ὑμῖν. Ἐκεῖνος ἐμέ δοξάσει, ὅτι ἐκ τοῦ ἐμοῦ λήψεται καί ἀναγγελεῖ ὑμῖν. πάντα, ὅσα ἔχει ὁ πατήρ, ἐμά ἐστί. Διά τοῦτο εἶπον, ὅτι ἐκ τοῦ ἐμοῦ λαμβάνει καί ἀναγγελεῖ ὑμῖν.
XII. Καί τοῦ εὐαγγελιστοῦ οὕτω τρανέστατα διαγορεύοντος, τίς ὀρθοδόξων τολμήσει ἤ καί δυνήσεται προσθήκην ἤ ὑφαίρεσιν ποιήσασθαι; Περί ὧν γάρ φανερώτατα ἡ θεία γραφή ἐθέσπισεν, οὐ δεῖ ψηφίζεσθαι, ἀλλά μᾶλλον ἕπεσθαι. Ἀλλ’ ὡς ἕοικεν, ἀπώλεσαν Ρωμαῖοι τά ἀντίγραφα τῆς ἐν Νικαίᾳ πρώτης συνόδου, οἷα τῆς Ρώμης ἐπί πολύ τοῦ τῶν Οὐανδάλων ἔθνους κυριαρχήσαντος, παρ’ ὧν ἴσως καί ἔμαθον Ἀρειανίζειν καί εἰς μίαν κατάδυσιν, εἰ τοῦτο ἀληθές, ὡς ἐδήλωσας, τό βάπτισμα ἐπιτελεῖν. ἡμῖν γάρ ἀρκεῖ εἰς ἐντελῇ τῆς εὐσεβείας ἐπίγνωσίν τε καί βεβαίωσιν τό σοφόν καί σωτήριον τῆς θείας χάριτος σύμβολον. Περί τε γάρ τοῦ πατρός καί τοῦ υἱοῦ καί τοῦ ἁγίου πνεύματος ἐκδιδάσκει τό τέλειον καί τοῦ κυρίου τήν ἐνανθρώπησιν τοῖς πιστῶς δεχομένοις παρίστησι. Τούς δέ προστιθέντας τι ἤ ἀφαιροῦντάς τι, ἀναθεματίζομεν. Εἴ τις γάρ, φησίν ὁ ἀπόστολος, εὐαγγελίζεται ὑμῖν παρ’ ὅ παρελάβετε, ἀνάθεμα ἔστω.
XIII. Ἀλλ’ οὐδέ τήν ἑτέραν προσθήκην καταδεχόμεθα, ἥν εἰς τό Εἷς ἅγιος, εἷς κύριος Ἰησοῦς Χριστός εἰς δόξαν θεοῦ πατρός διά πνεύματος ἁγίου, πεποίηνται. εἰ καί δυνατόν ταύτην ἡμᾶς εὐσεβῶς ἐκλαμβάνοντας μηδέν πρός τό ὀρθόδοξον καταβλάπτεσθαι. Φαίνεται γάρ τοῦτο ἰσοδυναμοῦν καί τό παρ’ ἡμῶν τελούμενον. ὁπόταν τοῦ θείου ἄρτου ὑψουμένου καί τοῦ λαοῦ βοῶντος. Εἷς ἅγιος εἷς κύριος Ἰησοῦς Χριστός εἰς δόξαν θεοῦ πατρός, ἔνθεν κἀκεῖθεν ὁ ἀρχιδιάκονος καί ὁ δευτερεύων τό πρῶτον καί τό δεύτερον ποτήριον αἵροντες λέγωσι. Πλήρωσον δέσποτα. Αὐτοί δέ μερίδα τῶν ἁγιασμάτων ἐμβάλλοντες, ἐκφωνοῦμεν. Πλήρωμα πνεύματος ἁγίου.
XIV. Καλόν γάρ πρός τό καλοθελές ὁρῶντας ἡμᾶς καί μᾶλλον, ἔνθα μή θεός ἤ πίστις τό κινδυνευόμενον, νεύειν ἀεί πρός τό εἰρηνικόν τε καί φιλάδελφον. ἀδελφοί γάρ καί ἡμῶν οὗτοι, κἄν ἐξ ἀγροικίας ἤ ἀμαθείας συμβαίνῃ τούτοις πολλάκις ἐκπίπτειν τοῦ εἰκότως τῷ ἑαυτῶν στοιχοῦντας θελήματι. Καί μή τοσαύτην ἀκρίβειαν ἐπιζητεῖν ἐν βαρβάροις ἔθνεσιν, ἥν αὐτοί περί λόγους ἀναστρεφόμενοι ἀπαιτούμεθα. μέγα γάρ κἄν παρ’ αὐτοῖς ἀσφαλῶς ἡ ζωαρχική τριάς ἀνακηρύττοιτο καί τό τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας κατά τήν ἡμετέραν δόξαν ἀνομολογεῖται μυστήριον. ναί μήν οὐδέ τοῦτο ἐπαινοῦμεν καί ἀποδεχόμεθα, εἰ καί τοῦτο ἀληθές, ὅτι μή καταδέχονται οἱ ἱερεῖς νομίμους ἔχοντες γυναῖκας τά ἅγια μεταχειρίζεσθαι. Καί τήν ἀπόκρεω ἐν ταυτῷ κατά τήν πρώτην τῶν ἁγίων νηστειῶν ἑβδομάδα, ὡς ἔγραψας, τῆς τοῦ κρέατος καί τυροῦ ποιούμενοι.
XV. Τὀ γάρ περί τῶν ἀζύμων ζήτημα ἤδη, ὡς οἶδεν ἡ ἁγιωσύvη σου ἐντυχοῦσα τῇ παρ’ ἡμῶν ἐκπεμφθείσιῃ ἐπιστολῇ πρός τόν ἀρχιερέα Βενετίας, ἱκαvῶς ἐξήτασται παρ’ ἡμῶν καί ὡς μή κατ’ ἐκκλησιαστικήν ἀκολουθίαν γινόμενον κατέστραπται καί ἀπεσκεύασται. εἰ μή τῷ κανονικῷ τούτῳ ρητῷ ἐπερειδόμενοι, φάσκοντι Ἔδοξε πᾶσι τοῖς ἀρχαίοις ἔθεσι χρήσασθαι· ἀρχαίαν εἶναι καί αὐτοί παρ’ αὐτοῖς ἐροῦσι τήν τῶν ἀζύμων παράδοσιν. Καί τό τά πνικτά δέ τούτους ἐσθίειv. καί δύο ἀδελφούς δυσίν ἀδελφαῖς σαρκικῶς προσπλέκεσθαι. οὐ κατ’ ἐπιταγην οἶμαι καί σύνεσιν τοῦ πάπα, ἤ τῶν ἄλλων ἀρχιερέων πλημμελεῖται. παρά δέ τήν τόλμαν τῶν ταῦτα ποιεῖν αἱρουμένων τοῦτο γίνεται, οἷα δή καί ἐν τῇ καθ’ ἡμᾶς ‘Ρωμαϊκῇ ἐπικρατείᾳ πολλά τῶν ἀθέσμων καί ἀποτροπαίων ἡμῶν ἀγνοούντων εἴωθε γίνεσθαι.
XVI. Περί γάρ τοῦ ἀπέχεσθαι πνικτοῦ ἡ βίβλος τῶν ἀποστολικῶν πράξεων διασαφεῖ, ἐν οἷς Ἰάκωβος ὁ ἀδελφόθεος φαίνεται λέγων· Γνωστά άπ’ αἰῶνός ἐστι τῷ θεῷ πάντα τά ἔργα αὐτοῦ. διό ἐγώ κρίνω μή παρενοχλεῖν τοῖς ἀπό τῶν ἐθνῶν ἐπιστρέφουσιν ἐπί τόν θεόν· ἀλλ’ ἐπιστεῖλαι αὐτοῖς τοῦ ἀπέχεσθαι ἀπό τῶν ἀλισγημάτων τῶν εἰδώλων καί τῆς πορνείας καί τοῦ πνικτοῦ καί τοῦ αἵματος. καί οὐ πείθομαί ποτε, μή ούχί καί τόν πάπαν καί τούς λοιπούς ἀρχιερεῖς ἐπίγνωσιν ἔχειν τῆς τοιαύτης συγγραφῆς, καί διατάξεως τῶν ἄλλων γραφῶν ἀκριβῆ εἴδησιν ἔχοντας ἵνα τί καί τοιοῦτον πλημμελούμενον παραθεωρῶσι καί καταδέχωνται, εὑρήσεις δέ κἄν τῇ πόλει καί τοῖς ἔξω, πολλούς τό ὕειον αἷμα ἐσθίοντας. καί μαρτυρεῖ τά ἐν ταῖς προβολαῖς τῶν καπήλων προτιθέμενα κωλέντερα μεστά ὅντα χοιρείου αἵματος.
XVII. Καί ἴδε, τιμιώτατε δέσποτα, ὅπως τά πολλά τῶν παρά τοῖς ἡμετέροις πεπλημμελημένων περιφρονοῦντες, ἤ καί παραθεωροῦντες ἐμμελέστερον σπερμολογοῦμεν καί πολυπραγμονοῦμεν τά ἀλλότρια. εἴπω δέ καί τοῦτο; ἀλλά καί μή παροξυνθῇς. ἐν τῇ ἐναγεστάτῃ μονῇ τοῦ Στουδίου ζώννυνται οἱ διάκονοι πρᾶγμα ποιοῦντeς ἐκκλησιαστικῇ παραδόσει ἀνακόλουθον. καί ὅρα, ὅπως πολλά κοπιάσας καί σπουδάσας τήν τοιαύτην οὐκ ἠδυνήθης ἐκκόψαι μονολόγιστον συνήθειαν. καί εί τῶν ὑφ’ ἡμᾶς τελούντων περιγενέσθαι οὐ δυνάμεθα, πῶς τό σοβαρόν ἐκεῖνo καί ὑψαύχενον ἔθνος τῶν ἰδίων ἐθίμων ἐκστῆσαι δυνησόμεθα; ἀγαπητόν γάρ, ὡς εἴρηται, εἰ τό θεῖον παρ’ αὐτοῖς ὀρθοτομεῖται καί κατά τόν τῆς ἀληθείας λόγον ὁμοφρόνως ὑμνεῖται καί δοξάζeται.
XVIII. Περί γάρ τῆς ἐν τῷ ἁγίῳ συμβόλῳ προσθήκης καί τοῦ μή κοινωνεῖν αὐτούς τῶν ἁγιασμάτων ἀπό χειρός γεγαμηκότος ἱερέως καλῶς καί θεοφιλῶς ἡ ἁγιωσύνη σου ἐνίσταται καί μή παύσαιτό ποτε περί τούτου ἐνισταμένη καί πείθουσα ἀπό τε τῶν ἁγίων γραφῶν καί τῶν ἀναγεγραμμένων εὐαγγελικῶν κηρυγμάτων, μέχρις ἄν αὐτούς ἕξεις συντιθεμένους τῇ ἀληθείᾳ καί τά αὐτά ἡμῖν περί τῆς ἐκ τοῦ πατρός θείας ἐκπορεύσεως τοῦ ἁγίου πνεύματος δοξάζοντας. τά δ’ ἄλλα περιφρονητέα μοι εἶναι δοκεῖ τοῦ τῆς ἀληθείας λόγου μηδέν ἐξ αὐτῶν καταβλαπτομένου. ὧν ἴσως καί τά πλείω τυγχάνει ψευδή. οὐ γάρ προχείρως ὀφείλομεν ταῖς ματαίως πείθεσθαι διαβολαῖς οὐδέ ταῖς ἡμετέραις πάλιν ὑπονοίαις πιστεύειν καί τά καθεστῶτα καί καλῶς ἔχοντα κινεῖν.
ΧIΧ. Κἀντεῦθεν καί λίαν ἐπάναγκες, ἁγιώτατε δέσποτα, πάπα προχειριζομένου, πάντα ταῦτα τήν σήν ἱεροπρεπῆ τελειότητα διά τιμίας γραφῆς πρός αὐτόν ἀνατάξασθαι· οὕτως ἐν πᾶσι συνεργοῦντός σοι κυρίου καί τήν εἰς τοῦτο χάριν τῇ σῇ παρεχομένου ἁγιότητι. ἴσως γάρ καθώς λέγει ὁ ἀπόστολος, ἡμῶν ἐν ἡμερότητι συναγόντων τούς τά διάφορα φρονοῦντας δώσει αὐτοῖς μετάνοιαν ὁ θεός πρός τό ἐπιγνῶναι τήν ἀλήθειαν καί παύσονται τῆς πολλῆς αὐτῶν φιλονείκου ἐνστάσεως αἰχμαλωτισθέντων αὐτῶν εἰς τό αὐτοῦ θέλημα. τάχα δέ καί ὁ πάπας ἀπολογήσεται μή εἶναι ἀληθῆ τά περί ‘Ρωμαίων φημιζόμενα ἤ καί πολλάκις παρ’ ἐνίων πραττόμενα μή κατ’ ἐκείνου γνώμην καί σύνεσιν ταῦτα γίνεσθαι.
ΧΧ. Τίς δέ καί τοῦτο εὐπαράδεκτον ἡγήσεται; ὅτι ‘Ρωμαῖοι τάς ἁγίας καί σεπτάς εἰκόνας οὐ προσκυνοῦσιν οὐδέ τιμῶσι τά τῶν ἁγίων λείψανα καί ταῦτα κειμένων παρ’ αὐτοῖς τῶν λειψάνων τῶν ἁγίων καί κορυφαίων, Πέτρου καί Παύλου, οἷς πλέον ἐγκαυχώμενοι φαίνονται καί μεγαλοφρόνως ἐναβρυνόμενοι ἤ πᾶσι τοῖς ἄλλοις ‘Ρωμαϊκοῖς διηγήμασι καί κατορθώμασιν, ὧv πᾶσα πλήρης συγγραφή καί ποίησις. τοῦ πάπα δε ‘Ρώμης Ἀδριανοῦ τῆς ἑβδόμης ἡγησαμένου συνόδου μετά τῶν ἄλλων ἁγιωτάτων πατριαρχῶν καί τήν ἐπείσακτον καινοτομίαν τῶν Χριστιανοκατηγόρων Εἰκονομάχων αἱρετικῶν ἀναθεματίσαντος, πῶς μή τιμᾶσθαι παρά ‘Ρωμαίοις τάς ἁγίας καί σεπτάς εἰκόνας δώσει τις; καί μάλιστα πολλῶν ἐκ ‘Ρώμης εἰς Κωνσταντινούπολιν μετακομισθεισῶν ἁγίων εἰκόνων, πολύ τό ἔκκριτον καί τό ἀκριβές ἐχουσῶν, ὧν εἰσίν εἰκόνες τῆς πρωτοτύπου ἁγιότητος. ὅπου γε καί ἐνταῦθα παρεπιδημοῦντας ὁρῶμεν Φράγγους καί ἐν τοῖς καθ’ ἡμᾶς πανσέπτοις ναοῖς εἰσερχομένους καί πᾶσαν τιμήν καί προσκύνησιν ταῖς ἁγίαις εἰκόσιν ἀπονέμοντας.
XXI.Καί παρακαλῶ καί ἱκετεύω καί δέομαι καί νοερῶς τῶν σῶν ἁγίων ἐφάπτομαι ποδῶν, ἵνα τοῦ ἄγαν άκριβοῦς ἡ θεοειδής ἐνδοῦσα μακαριότης σου συνέλθῃ τοῖς πράγμασι. Δέος γάρ μήποτε ράψαι τό διεῤῥωγός βουλομένη χεῖρον τό σχίσμα ποιήσῃ καί τό καταπεπτωκός ἀνορθῶσαι σπουδάζουσα μείζονα τήν πτῶσιν ἐργάζηται. σκόπησον δέ, εἰ μή φανερῶς ἐντεῦθεν ἤγουν ἐκ τῆς μακρᾶς ταύτης διαστάσεως καί διχονοίας καί τοῦ τῆς καθ’ ἡμᾶς ἁγίας ἐκκλησίας τόν μέγαν τοῦτον καί πρῶτον καί ἀποστολικόν θρόνον ἀποῤῥαγῆναι συνέβη πᾶσαν ἐν τῷ βίῳ κακίαν πληθυνθῆναι καί σύμπαντα κόσμον ἔχειν κακῶς καί ὅπως αἱ βασιλεῖαι πάσης τῆς γῆς τεταραγμέναι εἰσί καί πανταχοῦ θρῆνος καί οὐαί πολύ καί λιμοί καί λοιμοί (καί) συνεχεῖς κατά χώραν καί πόλιν καί οὐδαμῇ οὐδαμῶς ὡς ἐπί πάντα τά ἡμέτερα εὐοδοῦνται στρατόπεδα.
ΧΧΙΙ. Ὡς ἔγωγε τήν ἐμήν γνώμην φανερῶ, εἰ τήν ἐν τῷ ἁγίῳ συμβόλῳ προσθήκην διορθώσαιντο, οὐδεν ἄν ἕτερον ἐπεζήτουν ἀδιάφορον καταλιπών σύν τοῖς ἄλλοις καί τό περί τῶν ἀζύμων ζήτημα, εἰ καί φανερῶς ἔδειξα, δι’ ὧν πρός τόν ἐπίσκοπον Βενετίας ἀπέστειλα πρό τοῦ πάσχα γενέσθαι τό δεῖπνον, ἐν ᾧ ὁ σωτήρ καί κύριος ήμῶν Ἰησοῦς Χριστός τό τῆς θείας μυσταγωγίας τοῖς μαθηταῖς παρέδωκε μυστήριον, καθ’ ὅν καιρὀν οὐκ ἦν νόμιμον ἄζυμον ἐσθίεσθαι. ὅ δή καί τήν σήν θεοειδῆ μακαριότητα συναινῶ καταδέξασθαι, ἵνα μή τό πᾶν ἐκζητήσαντες τό πᾶν ἀπολέσωμεν. ἀπόχρη ταῦτα τήν ἡμετέραν παραστῆσαι γνώμην, περί ὧν ἐδήλωσας καί τήν σήν πρός οἶκτον ἁγίαν κινῆσαι ψυχήν, εἰ καί μᾶλλον ὁ λόγος ἄττει πρός ἄλλων πλειόνων θεωρημάτων καί κρυφιωτέρων ὑποθέσεων ἀνάπτυξίν τε καί ἐξήγησιν.
ΧΧIII. Ἀνέγνων δέ καί τά ἴσα τῶν γραμμάτων, ὦν πρός τον μακαριώτατον πάπαν ἀπέστειλας καί τά ἐκείνου πάλιν ἀντίγραφα, εἰ μή παρά τοῦ Ἀργυροῦ ταῦτα, ὡς ἐδήλωσας, πέπλασται καί παραπεποίηται καί τῆς πολλῆς σε κατά θεόν ἐμακάρισα ταπεινοφροσύνης καί πραότητος. πλήν ἀνατετάχθαι τούτοις ἔδει, ἐπίι περί ἑνώσεως καί ὁμονοίας ἀνετέτακτο καί τά τῆς διαστάσεως αἴτια, ἵνα τούτων διαφωτιζομένων ἐντελῇ δόξῃ τά γράμματα. διεπορθμεύθησαν δέ καί τά πρός τούς ἱερεῖς καί θεοφόρους ἀδελφούς καί συλλειτουργούς ἡμῶν τόν τε Ἀλεξανδρείας καί τόν Ἱεροσολυμίτην ἐκπεμφθέντα ἱερά γράμματα τῆς ἁγιωσύνης σου. οὐ διαλαμβάνει δέ τά πρός τόν Βενετίας ἐμά ἀντίγραφα δηλωθῆναί μοι γράμματα παρ’ αὐτοῦ πεμφθῆναι πρός τήν σήν μακαριότητα, καθώς καί τοῦτο τῇ γραφῇ σου προσέκειτο. καί διά τοῦτο δωρεάν μοι φαίνῃ λυπούμενος κατά τοῦ ἀνδρός μηδέν τοιοῦτον γράψαντος.
XXIV. Ἀπέστειλα καί τό ἴσον τῆς πρός ἐμέ σταλείσης ἀντιγραφῆς τοῦ μακαρίτου πάπα ‘Ρωμαϊκοῖς ἐνσεσημασμένον γράμμασιν. οὐ γάρ ἠδυνήθημέν τινα εὐρεῖν δυνάμενον πρός ἀκρίβειαν εἰς τήν Ἑλλάδα ταύτην μεταμεῖψαι φωνήν. καί διά ταῦτα τόν ταύτην διακομίσαντα Φράγγον ἔμπειρον ὄντα γραμμάτων ‘Ρωμαϊκῶν ἔπεισα ταύτην μεταγράψαι. Σόν οὖv ἐστι τοῦ λοιποῦ ταύτην ἀσφαλῶς διερμηνεῦσαι καί γνωσθῆναι τέλεον ἐξ αὐτῆς, ἅ καί πρός ἡμᾶς ὁ δηλωθείς πάπας ἡμετέραν συστατικήν δεξάμενος γραφήν ἀντέγραψεν.
XXV. Ἀλλ’ εἴη μέν ταῦτα ἐν τούτοις. ὁ δέ θεός τῆς εἰρήνης, καλόν γάρ ἐκ τῆς γραφῆς ἀποδοθῆναι τόν τῆς ἐμῆς ἐπίλογον γραφῆς ὁ εὐαγγελισάμενος εἰρήνην τοῖς ἐγγύς καί τοῖς μακράν, τοῖς τε ὑπό νόμου καί τοῖς ἔξω νόμου, ὁ τῆς ἀγάπης πατήρ, ἡ ἀγάπη. ταῦτα γάρ πρό τῶν ἄλλων χαίρει καλούμενος, ἵνα νομοθετήσῃ κἄν τοῖς ὀνόμασι τό φιλάδελφον· παρακαλῶν παρακαλέσαι τήν σήν ἡγιασμένην ψυχήν. καί πεῖσαι, μετριώτερόν τε καί συγκαταβατικώτερον συνελθεῖν σε τοῖς πράγμασι, καί μᾶλλον, οὗ μή ἐστι θεός, ὡς ἔφθην εἰπών, τό περιφρονούμενον.
[1] Dikasterium zur Förderung der Einheit der Christen. Der Bischof von Rom, Primat und Synodalität in den ökumenischen Dialogen und in den Antworten auf die Enzyklika Ut unum sint, Ein Studiendokument 13. Juni 2024.
[2] Μεθοδίου Φούγια, πρώην Μητροπολίτου Θυατείρων καί Μεγάλης Βρεταννίας μετέπειτα Μητροπολίτου Πισιδίας, Ἡ ἐκκλησιαστική ἀντιπαράθεσις Ἑλλήνων καί Λατίνων ἀπό τῆς ἐποχῆς τοῦ Μεγάλου Φωτίου μέχρι τῆς Συνόδου τῆς Φλωρεντίας (858-1439), ἔκδ. Β΄, Ἀθήνα 1994, 189.
[3] Θεοδώρου Γιάγκου, Κανονικολειτουργικά Ι, Θεσσαλονίκη 1996, 172.
[4] Στυλιανοῦ Ἀρχιεπισκόπου Αυστραλίας, Περί τήν κακοδαιμονίαν τοῦ ἐπισήμου Θεολογικοῦ Διαλόγου Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν, Ἀνάτυπον ΕΕΘΣΑΠΘ, 13, Tθεσσαλονίκη, 2003, 17.
[5] Βασιλείου Στεφανίδου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία ἀπ’ἀρχῆς μέχρι σήμερον, Athen 1948, 348ἑξ.
[6] Μεθοδίου Φούγια, Ὀρθοδοξία, Ρωμαιοκαθολικισμός καί Ἀγγλικανισμός, Ἀθήνα 1996, 60.
[7] Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, Ἀρχιεπ. Ἀθηνῶν, Ἡ Ὀρθόδοξος Ἀνατολική Ἐκκλησία, ἐπιμελείᾳ Γ. Παπαμιχαήλ, Ἀθῆναι 1954, 101
[8] Ἀνδρονίκου Δημητρακοπούλου, Ἀρχιμ. Ἡ ἱστορία τοῦ Σχίσματος.τῆς Λατινικῆς ἀπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας, Ἀθῆναι 1996, 48, μέ ἀναφορές καί στούς Ματθ. Βλάσταρη, Νεῖλο Δαμυλά καί Γ. Φραντζῆ.
[9] Δοκίμιον ἱστορικόν περί τοῦ σχίσματος τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας ἀπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς των πρός ἕνωσιν ἀποπειρῶν ἐπί Μιχαήλ τοῦ Παλαιολόγου καί Γρηγορίου Ι΄ Πάπα Ρώμης τοῦ βίου τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Μάρκου Ἀρχιεπισκόπου Ἐφέσου τοῦ Εὐγενικοῦ καί τῶν ἐν τῇ Φλωρεντίᾳ Συνόδῳ γενομένων, Συγγραφέν καί ἐκδοθέν ὑπό τοῦ ἐν μοναχοῖς ἐλαχίστου Καλλίστου Βλαστοῦ «γιορείτου τοῦ Ἐφεσίου
Σκήτη Ἁγίας Ἄννης, Ἅγιον Ὄρος, 1895
[10] Νεκταρίου Κεφαλᾶ, Μελέτη ἱστορική περί τῶν αἰτίων τοῦ σχίσματος, τ. Β΄, 33, 34, 79ἑξ.
[11] Θεοδώρου Γιάγκου, Κανονικολειτουργικά Ι, Θεσσαλονίκη 1996, 166.
[12] Ἴδε προσπάθεια πληροφορήσεως τῶν ἐξελίξεων αὐτῶν στό κεφάλαιο: «Τό σύμβολο τῆς πίστεως: Βάση τῆς χριστιανικῆς ἑνότητας. Ἀπόψεις καί χρησιμοποίηση τοῦ Συμβόλου χωρίς τό filioque. Σύγχρονες θετικές ἐξελίξεις στή Δυτική θεολογία καί στήν Οἰκουμενική Κίνηση». Στό Γρηγορίου Λαρεντζάκη, Τό καθῆκον τῆς Ὀρθοδοξίας γιά καταλλαγή καί ἑνότητα. Ἐξελίξεις καί προοπτικές σέ μεγάλα θέματα τοῦ οἰκουμενικοῦ διαλόγου, Θεσσαλονίκη 2014, 27-96.
[13] Συροπούλου, Ἀπομνημονεύματα VI, 27, σ. 326. Πρβλ. Γρηγορίου Λαρεντζακη, Ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός καί ἡ ἑνότητα τῶν Ἐκκλησιῶν Ἀνατολῆς καί Δύσεως, Κατερίνη 1999, 58.
[14] Θεοδώρου Γιάγκου, Κανονικολειτουργικά Ι, 165.
[15] Στυλιανοῦ Τσομπανίδη, Ἐκκλησία καί Ἐκκλησίες, Ἀθήνα 2013.
[16] PG 26. 152C.
[17] Θεοδώρου Γιάγκου,, Υπεράνω όλων είναι οι Σύνοδο, in: https://www.pemptousia.gr/2016/12/iperano-olon-ine-i-sinodi/
[18] Ν. Ματσούκα, Οικουμενική Θεολογία. Έκθεση τῆς χριστιανικής πίστης. Προϋποθέσεις ἑνός οἰκουμενικοῦ διαλόγου. Θεσσαλονίκη 2005, 349.
[19] Γ. Γαλίτη, Παρατηρήσεις ἐπί τοῦ καταλόγου θεμάτων τῆς μελλούσης Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Ἐκκλησία 1, 15(1976)400.
[20] Κυρίλλου᾽Επισκόπου Ἀβύδου, νῦν Μητροπολίτου Κρήνης, Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν Χριστιανικὸν κόσμον. D:\Users\larentzakis\Favorites\Documents\Abydoz Kyrillos Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν Χριστιανικὸν κόσμον.html
[21] Βλ. Φειδᾶ, «Τό ζήτημα τῆς συμπροσευχῆς μετά τῶν ἑτεροδόξων κατά τούς ἱερούς κανόνας», ἐν Γρ. Λαρεντζάκη, Κων. Σκουτέρη, Βλ. Φειδᾶ, Ἡ συμπροσευχή μέ τούς ἑτεροδόξους κατά τήν ὀρθόδοξη θεολογική Παράδοση, Θεσσαλονίκη 2011, 143.
[22] Vitalij Borovoij, Ekklesiologische Fragen und historische Realität, 215.
[23] Στυλιανοῦ Ἀρχιεπισκόπου Αυστραλίας, Περί τήν κακοδαιμονίαν τοῦ ἐπισήμου Θεολογικοῦ Διαλόγου Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν, Ἀνάτυπον ΕΕΘΣΑΠΘ, 13, Tθεσσαλονίκη, 2003, 17.
[24] Νεκταρίου Κεφαλᾶ, Μελέτη ἱστορική περί τῶν αἰτίων τοῦ σχίσματος, τ. Β΄, 33, 34, 79ἑξ.
[25] Τά κείμενα στό Μεθοδίου Φούγια, πρώην Μητροπολίτου Θυατείρων καί Μεγάλης Βρεταννίας μετέπειτα Μητροπολίτου Πισιδίας, Ἡ ἐκκλησιαστική ἀντιπαράθεσις Ἑλλήνων καί Λατίνων ἀπό τῆς ἐποχῆς τοῦ Μεγάλου Φωτίου μέχρι τῆς Συνόδου τῆς Φλωρεντίας (858-1439), ἔκδ. Β΄, Ἀθήνα 1994, 236. Καί PG 120, 796-816. C. Will, Acta et Scripta quae de Controversis ecclesiae Graece et Latinae, ed. C. Will, Marburgi, 1861. 189-204.
[26] Χαιρετισμός πρός τήν ἀντιπροσωπείαν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης κατά τήν θρονικήν ἑορτήν 30.11.1992. Στό Ἀποστόλου Δ. Δανιηλίδἠ, νῦν Μητροπολίτου Γέροντος Δέρκων, Πατριάρχου Βαρθολομαίου Α΄κείμενα/»ομιλίαι (1991-1992), Κατερίνη 1994, 297ἑξ.
